Κοσμος

Μαρόκο: Μετά τις βουλευτικές εκλογές τι;

Ρεκόρ αποχής σε μια δυναμική μουσουλμανική χώρα

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το κεντροδεξιό PAM αναδείχθηκε πρώτο στις εκλογές του Μαρόκου στις 23 Σεπτεμβρίου, ενώ η χαμηλή συμμετοχή ανέδειξε τη δυσαρέσκεια των πολιτών

Από τις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στο Μαρόκο στις 23 Σεπτεμβρίου για την ανάδειξη των 395 μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Majlis al-Nuwab), πρώτη δύναμη αναδείχθηκε το Κόμμα Αυθεντικότητας και Εκσυγχρονισμού (PAM). Ωστόσο, η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 38% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων — καταγράφοντας νέα υποχώρηση σε σχέση με το 50% του 2021. Το φαινόμενο αποδίδεται στη δυσφορία των νέων για την ακρίβεια και την ανεργία, που αγγίζει το 37% στις νεαρές ηλικίες. Εντούτοις, την πολιτική συμμετοχή αποθαρρύνει η ίδια η φύση του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Το Μαρόκο είναι συνταγματική μοναρχία. Ο Βασιλιάς Μοχάμεντ ΣΤ΄ διατηρεί τον έλεγχο σε τομείς «εθνικής κυριαρχίας» (εξωτερική πολιτική, άμυνα, θρησκευτικές υποθέσεις), ενώ η εκλεγμένη κυβέρνηση και το κοινοβούλιο διαχειρίζονται την εσωτερική πολιτική, την οικονομία και τη δημόσια διοίκηση. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, 305 έδρες εκλέγονται από 92 τοπικές εκλογικές περιφέρειες (2 έως 6 έδρες ανά περιφέρεια) και 90 έδρες εκλέγονται από περιφερειακές λίστες (στις 12 διοικητικές περιφέρειες της χώρας), οι οποίες προορίζονται κυρίως για την ενίσχυση της εκπροσώπησης των γυναικών. Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 2011, ο Βασιλιάς υποχρεούται να διορίσει Πρωθυπουργό από το κόμμα που συγκεντρώνει τις περισσότερες έδρες. Το νικητήριο κόμμα πρέπει στη συνέχεια να συνάψει συμμαχίες ώστε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των 198 εδρών.

Το κεντροδεξιό PAM, που αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, προσπέρασε το φιλελεύθερο RNI του απερχόμενου Πρωθυπουργού Αζίζ Αχανούς. Πρόκειται για ένα κόμμα που ιδρύθηκε το 2008 από συμβούλους του Βασιλιά και προωθεί τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, την ανάπτυξη υποδομών και τη φιλελεύθερη οικονομία, αποτελώντας το κύριο ανάχωμα στον ισλαμισμό.

Το RNI εκπροσωπεί την τεχνοκρατική και επιχειρηματική ελίτ, δίνοντας έμφαση στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Στο πολιτικό σκηνικό ξεχωρίζουν επίσης το ιστορικό κόμμα Istiqlal, που συνδυάζει τον εθνικισμό και τις παραδοσιακές μαροκινές αξίες με μετριοπαθείς οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και το συντηρητικό ισλαμιστικό PJD, το οποίο κυβέρνησε τη χώρα την περίοδο 2011–2021. Μετά τη συντριβή του το 2021 (όταν περιορίστηκε στις 13 έδρες), το PJD σημείωσε αισθητή ανάκαμψη υπό την ηγεσία του Αμπντελιλάχ Μπενκιράν.

Καθώς το PAM απέχει από την αυτοδυναμία, βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις. Το PAM έχει αποκλείσει τη συνεπανέναρξη της συνεργασίας με το RNI, ενώ το PJD δήλωσε ότι θα παραμείνει στην αντιπολίτευση. Ως εκ τούτου, το PAM κινείται προς τον σχηματισμό συμμαχίας με το Istiqlal και μικρότερα κεντρώα κόμματα. Μεταξύ των πιθανών υποψηφίων για τη θέση του Πρωθυπουργού είναι η Φατίμα-Ζαχρά Μανσουρί (συντονίστρια της συλλογικής ηγεσίας του PAM και δήμαρχος του Μαρρακές, η οποία αν επιλεγεί θα γίνει η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της χώρας) και ο Φουζί Λεκτζάα (Υπουργός Προϋπολογισμού και Πρόεδρος της Μαροκινής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου).

Η νέα κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί το ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας και την ένταση με την Αλγερία. Παράλληλα, το Μαρόκο τοποθετείται ως κρίσιμος εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ενώ επεκτείνει τις οικονομικές και πολιτικές του προσβάσεις στη δυτική Υποσαχάρια Αφρική.

Αν και η οικονομία εμφανίζει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης (άνω του 4%), κινούμενη από τις δημόσιες επενδύσεις —με τη χώρα να προετοιμάζεται πυρετωδώς για τη φιλοξενία του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής (CAN) και κυρίως του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2030 (μαζί με την Ισπανία και την Πορτογαλία), κατασκευάζοντας νέα στάδια, σιδηροδρομικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας και τουριστικές υποδομές— η ανεργία και η φτώχεια εμμένουν. Παρ' όλα αυτά, το Μαρόκο εξελίσσεται σε βιομηχανικό κόμβο της Βόρειας Αφρικής, ιδιαίτερα στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυπηγικής και των παραγώγων φωσφορικών αλάτων (OCP Group), ενώ επενδύει μαζικά στην πράσινη ενέργεια με στόχο να καταστεί εξαγωγέας «πράσινου» υδρογόνου προς την Ευρώπη.

Ο μεγαλύτερος δομικός κίνδυνος για την οικονομία παραμένει η παρατεταμένη ξηρασία, που πλήττει τον αγροτικό τομέα (ο οποίος απασχολεί μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού). Για την αντιμετώπισή της, το κράτος υλοποιεί εκτεταμένο πρόγραμμα κατασκευής μονάδων αφαλάτωσης.

Παρά τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού, η ακρίβεια στα βασικά αγαθά και η υψηλή ανεργία —ειδικά στους νέους και τους αποφοίτους πανεπιστημίων— τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για τη διεύρυνση της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής κάλυψης στον άτυπο τομέα της οικονομίας, αν και η εφαρμογή του προσκρούει σε γραφειοκρατικά και οικονομικά εμπόδια.

Εν τέλει, το ρεκόρ αποχής στις εκλογές αποτυπώνει το διευρυνόμενο χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ της νεότερης γενιάς και του πολιτικού συστήματος, σε μια περίοδο που πολλοί νέοι συνεχίζουν να αναζητούν διέξοδο στη μετανάστευση προς την Ευρώπη.