Σπύρος Λούης
Σπύρος Λούης © www.olympics.com/Photo de IOC/Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος
Αθλητισμος

Μαραθώνιος της Αθήνας: 130 χρόνια από τη νίκη του Σπύρου Λούη που έγραψε ιστορία

Ένα ταξίδι στην Αθήνα του 1896, μέσα από τις αφηγήσεις του Πιερ ντε Κουμπερτέν και αυτοπτών μαρτύρων, που ζωντανεύουν τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες και την αποθέωση του Σπύρου Λούη
Δήμητρα Μιχαηλίδη
Δήμητρα Μιχαηλίδη
ΤΕΥΧΟΣ 1017
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

130 χρόνια Μαραθώνιος της Αθήνας: Ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη και η ιστορική νίκη του 1896

Ο Μαραθώνιος της Αθήνας γιορτάζει φέτος 130 χρόνια λαμπρής ιστορίας. Πώς υποδέχτηκε η πόλη τον πρώτο εκείνο Μαραθώνιο του 1896; Τι συνέβη όταν ο Σπύρος Λούης μπήκε θριαμβευτής στο Καλλιμάρμαρο; Δημοσιογράφοι, θεατές αλλά και ο ίδιος ο Πιερ ντε Κουμπερτέν μάς ταξιδεύουν σε μια Αθήνα που, για λίγες ιστορικές ημέρες, έγινε το κέντρο του κόσμου.

Δευτέρα του Πάσχα, 1896: Η Αθήνα σε πανηγυρικό πυρετό

Το ξημέρωμα της 25ης Μαρτίου του 1896, οι κάτοικοι άνοιγαν τα παράθυρά τους σε μια διαφορετική Αθήνα. Μια πόλη λαμπερή και περήφανη, που γιόρταζε απ’ άκρη σ’ άκρη. Ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν στα κτίρια και στεφάνια στόλιζαν τις προσόψεις τους. Ενθουσιώδη πλήθη συνέρρεαν στους δρόμους και τις πλατείες υψώνοντας κύματα από χαρούμενες φωνές. Πολύχρωμα λάβαρα ανέμιζαν στον αέρα τα αρχικά γράμματα «Ο» και «Α», πλάι στις χρονολογίες «776 π.Χ. - 1896 μ.Χ.», συνδέοντας συμβολικά το ένδοξο παρελθόν με το παρόν.

Τη χρονιά εκείνη, η 25η Μαρτίου –σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε ακόμη στην Ελλάδα– συνέπιπτε με τη Δευτέρα του Πάσχα. Διπλή γιορτή για την Ελλάδα, τριπλή για την Αθήνα: η πρωτεύουσα έχει φορέσει τα καλά της για να γιορτάσει όχι μόνο την Ανάσταση και την επέτειο της Εθνεγερσίας, αλλά και ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας: την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων στη σύγχρονη εποχή.

Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Μέιναρ Μπάτλερ, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, περιέγραψε στο περιοδικό The Outlook τον εορταστικό πυρετό της πόλης, λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι Αγώνες:

«Και τώρα η έξαψη στην πόλη είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της: σε δυόμισι ώρες θα έφτανε η πολυσυζητημένη στιγμή, το μεγαλοπρεπές Στάδιο θα άνοιγε τις πύλες του και οι Αγώνες θα άρχιζαν. Στα μεγάλα ξενοδοχεία και τα καφενεία ο κόσμος συνωστίζονταν για μια θέση, ενώ σε πολλά ιδιωτικά σπίτια παρατίθεντο γεύματα και σχηματίζονταν παρέες που θα ξεκινούσαν μαζί για το πεταλόσχημο Στάδιο».

Πώς κατάφερε όμως η Αθήνα, η μικρή πρωτεύουσα ενός νεαρού ακόμα κράτους, να αναλάβει τη φιλοξενία μιας τόσο μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης;

Πιερ ντε Κουμπερτέν και Δημήτριος Βικέλας: Η Αθήνα στο επίκεντρο των Ολυμπιακών Αγώνων

Η ιδέα της αναβίωσης των Αγώνων κυκλοφορούσε ήδη επί δεκαετίες στους πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης, χωρίς ποτέ να γίνεται πράξη. Το 1892 ο Γάλλος παιδαγωγός Πιερ ντε Κουμπερτέν (1863-1937), πεπεισμένος ότι η αθλητική εκπαίδευση μπορούσε να οδηγήσει τα έθνη σε μια πιο υπεύθυνη άσκηση της δύναμής τους, φέρνει την ιδέα στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.

Σε ένα συνέδριο που διοργανώνεται στο Παρίσι, η ιδέα αρχίζει πλέον να παίρνει μορφή. Ανάμεσα στους συνέδρους βρίσκεται και ο κοσμοπολίτης λόγιος Δημήτριος Βικέλας (1835-1908), ως εκπρόσωπος του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου. Όταν η συζήτηση στρέφεται στην πόλη που θα φιλοξενήσει τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, το συνέδριο προκρίνει το Λονδίνο. Τότε ο Κουμπερτέν προτείνει μια εναλλακτική: την Αθήνα. Ο Βικέλας ενθουσιάζεται με την ιδέα, και, χωρίς να περιμένει την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης, υποβάλλει την πρόταση στο συνέδριο. Όπως θα εξηγούσε αργότερα, δεν μπορούσε να αφήσει να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία «προς τιμήν και όφελος της Ελλάδος». Η πρόταση γίνεται ομόφωνα δεκτή. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, η Αθήνα έχει επιλεγεί ως η πρώτη πόλη που θα φιλοξενήσει τους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Η μάχη για τους Αγώνες

Η είδηση της ανάληψης των Αγώνων προκαλεί ανάμεικτα αισθήματα στην Ελλάδα. Η χώρα είχε κηρύξει πτώχευση μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, το 1893, και ο Χαρίλαος Τρικούπης βρισκόταν σε σκληρές διαπραγματεύσεις με τους ξένους πιστωτές. Μια τόσο δαπανηρή διοργάνωση θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα στο χείλος της καταστροφής. Ως πρώτος πρόεδρος της νεοσύστατης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, ο Βικέλας καταλαβαίνει ότι η πραγματική μάχη είναι ακόμα μπροστά του και θα δοθεί στην Αθήνα.

Η πτώση, ωστόσο, της κυβέρνησης Τρικούπη και η άνοδος του Θεόδωρου Δηλιγιάννη στην πρωθυπουργία, το 1895, μεταβάλλουν το πολιτικό κλίμα υπέρ των Αγώνων. Στο μεταξύ, ο Βικέλας και ο Κουμπερτέν κινητοποιούνται για να κερδίσουν την υποστήριξη της κοινής γνώμης και να εξασφαλίσουν τους απαραίτητους πόρους. Καθοριστική αποδεικνύεται η γενναιόδωρη συνεισφορά του Γεωργίου Αβέρωφ για την αποκατάσταση και αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, που δίνει νέα ώθηση στην προετοιμασία για τη μεγάλη διοργάνωση.

Η Αθήνα στις κερκίδες και στους λόφους του Καλλιμάρμαρου

Όλα είναι πλέον έτοιμα για τη μεγάλη πρεμιέρα των Αγώνων. Από νωρίς το μεσημέρι της Δευτέρας, δεκάδες χιλιάδες θεατές συρρέουν προς το Καλλιμάρμαρο για την τελετή έναρξης και τα πρώτα αγωνίσματα του στίβου.

Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας άνθρωπος που γνωρίζει ήδη καλά την πόλη. Ο Αμερικανός κλασικός φιλόλογος και αρχαιολόγος Ρούφους Ρίτσαρντσον (1845-1914) ζει εκείνη την εποχή στην Αθήνα, όπου διευθύνει την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών. Στις σελίδες του Scribner’s Magazine θα αποτυπώσει την εικόνα του πλήθους εκείνης της πρώτης ημέρας: «Παρά το κρύο, την πρώτη ημέρα η προσέλευση στο Στάδιο έφτασε τις 35.000».

Το εισιτήριο ήταν φτηνό, αλλά όχι αρκετά ώστε οι κερκίδες να είναι προσιτές σε όλους. Ο Ρίτσαρντσον παρατηρεί όσους είχαν μείνει έξω από το Στάδιο, αναζητώντας ένα σημείο απ’ όπου θα μπορούσαν να κλέψουν έστω μια ματιά από το μεγάλο θέαμα:

«Έξω όμως από τον περίβολο του Σταδίου [...], όπου ο λόφος υψωνόταν πολύ πάνω από το τείχος, είχαν συγκεντρωθεί ακόμη επτά έως δέκα χιλιάδες άνθρωποι. [...] Πολλοί περισσότεροι στέκονταν έξω από την είσοδο του Σταδίου, ακριβώς απέναντι από τον Ιλισό, σε σημείο χαμηλότερο από τον αγωνιστικό χώρο. Από εκεί δεν μπορούσαν να δουν τίποτε [...], μoνάχα να νιώσουν κάτι από την ατμόσφαιρα της μεγάλης περίστασης».

Μια διαφορετική εικόνα μάς δίνει ο Σαρλ Μωράς (1868-1952). Ο 28χρονος τότε Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος είχε φτάσει στην Αθήνα ως απεσταλμένος της εφημερίδας La Gazette de France για να καλύψει τους Αγώνες. Από τις προνομιούχες θέσεις της ανατολικής πλευράς του Σταδίου, ο Μωράς αναζητά γύρω του όχι τόσο την Αθήνα της εποχής του, όσο την αρχαία Ελλάδα που τον είχε φέρει έως εκεί:

«Από τους ογδόντα χιλιάδες θεατές, τουλάχιστον το ένα τέταρτο είχε σταθεί τυχερό: ήταν όλοι εκείνοι που είχαν βρει θέση κάπως ψηλότερα, προς την ανατολική πλευρά. [...] Κι ενώ η θέα των υπόλοιπων θεατών περιοριζόταν στον στίβο [...], εμείς είχαμε μπροστά μας, σαν σε μικρογραφία, μερικά από τα ωραιότερα θεάματα της Αττικής: στα αριστερά της μελαγχολικής Πύλης του Αδριανού υψώνονταν οι κορινθιακοί κίονες του ναού του Ολυμπίου Διός· πιο πέρα, διακρίνονταν τα ερείπια του θεάτρου του Διονύσου. Ύστερα, το φως ανέβαινε στην πλαγιά της Ακρόπολης, φτάνοντας ως τον Παρθενώνα που τη στεφάνωνε».

Η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896

Στην Αθήνα έφτασαν 241 αθλητές από την Ελλάδα και 13 ακόμη χώρες, για να αναμετρηθούν σε 43 αγωνίσματα εννέα αθλημάτων. Όλοι ήταν άντρες και στην πλειοψηφία τους Έλληνες, ενώ οι μεγαλύτερες ξένες αποστολές προέρχονταν από τη Γερμανία, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία.

Στις κερκίδες του Σταδίου, άντρες με ελληνικές φορεσιές κάθονταν πλάι σε Ευρωπαίους με κοστούμια, συνθέτοντας μια εικόνα όπου το παλιό συναντούσε το νέο. Οι γυναίκες κρατούσαν μεγάλες βεντάλιες για να καλυφτούν από τον ήλιο· οι ομπρέλες είχαν απαγορευτεί, ώστε να μην κρύβουν τη θέα όσων κάθονταν πίσω τους.

Λίγο μετά τις τρεις, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και η βασίλισσα Όλγα φτάνουν στο Στάδιο. Ο βασιλιάς σηκώνεται και απευθύνεται στο κατάμεστο Στάδιο: «Κηρύττω την έναρξιν των πρώτων εν Αθήναις Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήτω το Έθνος! Ζήτω ο Ελληνικός Λαός!»

Ο Ρίτσαρντσον αφηγείται: «Ακολούθησε η εκτέλεση του Ολυμπιακού Ύμνου από εννέα μπάντες και χορωδία 150 ατόμων. Τη μουσική είχε συνθέσει ο Σπύρος Σαμάρας και τους στίχους είχε γράψει ο ποιητής και πεζογράφος Κωστής Παλαμάς. Η εντύπωση που προκάλεσε ήταν τέτοια, ώστε το πλήθος ζήτησε να ακουστεί ξανά!»

Ο Μαραθώνιος που έμελλε να γράψει ιστορία

Για τους Έλληνες, ένα αγώνισμα έμελλε να αποκτήσει ξεχωριστή σημασία: ο δρόμος από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Την ιδέα για την ένταξη του Μαραθωνίου στο ολυμπιακό πρόγραμμα είχε ο Μισέλ Μπρεάλ (1832-1915), διακεκριμένος Γάλλος φιλόλογος και φίλος του Πιερ ντε Κουμπερτέν.

Η έμπνευση ερχόταν από τον αρχαίο θρύλο του αγγελιαφόρου που, μετά τη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., έτρεξε έως την Αθήνα για να αναγγείλει τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, προτού πέσει νεκρός. Παρά τις επιφυλάξεις που προκάλεσε η ιδέα μιας κούρσας αντοχής πολύ μεγαλύτερης από όσες είχαν συνηθίσει οι δρομείς της εποχής, ο Μαραθώνιος εξελίχθηκε στο εμβληματικότερο αγώνισμα των Αγώνων του 1896.

Στην εκκίνηση παρατάχθηκαν δώδεκα Έλληνες και έξι ξένοι δρομείς, από τη Γαλλία, την Ουγγαρία, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Ύστερα από τις αλλεπάλληλες νίκες των ξένων αθλητών στα περισσότερα αγωνίσματα του στίβου, η προσδοκία των Ελλήνων είχε στραφεί σε αυτόν τον έναν αγώνα. Ο Αμερικανός περιηγητής και φωτογράφος Μπέρτον Χολμς (1870-1958), που είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα για να καταγράψει τους Αγώνες, περιγράφει:

«Η πέμπτη ημέρα είναι η ημέρα του μεγάλου αγώνα από τον Μαραθώνα. Σε αυτόν οι Έλληνες είχαν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες. “Αν κερδίσουμε έστω το έπαθλο του Μαραθωνίου, θα ξεχάσουμε όλες μας τις ήττες”, ήταν η κραυγή που ακουγόταν από τη συντριπτική ελληνική πλειοψηφία των θεατών, που εκείνη την Παρασκευή είχαν γεμίσει το Στάδιο, μέχρι ασφυξίας».

Η Ελλάδα είχε πράγματι λόγο να ελπίζει. Σε αντίθεση με άλλα αθλήματα, όπου οι ξένοι αθλητές διέθεταν σαφώς μεγαλύτερη αγωνιστική εμπειρία, ο Μαραθώνιος ήταν ένα εντελώς νέο αγώνισμα, χωρίς καθιερωμένη παράδοση και άγνωστο ακόμη και στους πιο έμπειρους δρομείς. Από τους ξένους που στάθηκαν στην εκκίνηση, μόνο ο Ούγγρος Γκιούλα Κέλνερ είχε προηγουμένως διανύσει τόσο μεγάλη απόσταση. Κανείς, επομένως, δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιος θα άντεχε έως το τέλος.

Οι Έλληνες αθλητές είχαν φροντίσει να προετοιμαστούν. Πριν από τους Αγώνες οργανώθηκαν ειδικοί προκριματικοί για να αναδειχθούν οι δρομείς που θα εκπροσωπούσαν τη χώρα στον Μαραθώνιο.

Ο Κουμπερτέν εξηγεί: «Η απόσταση από τον Μαραθώνα έως την Αθήνα είναι 42 χιλιόμετρα. Ο δρόμος είναι δύσβατος και πετρώδης. Επί έναν ολόκληρο χρόνο, οι Έλληνες προετοιμάζονταν για τον αγώνα. [...] Λέγεται μάλιστα ότι, σε τρεις περιπτώσεις, ο ενθουσιασμός και η απειρία αυτών των νέων τούς κόστισαν τη ζωή. [...] Κι όσο πλησίαζε η μεγάλη μέρα, γυναίκες προσεύχονταν στις εκκλησίες και άναβαν τάματα, παρακαλώντας να είναι Έλληνας ο νικητής».

Ο Χολμς ήταν από εκείνους που διέβλεψαν από νωρίς ότι η διάκριση σε αυτό το πρωτόγνωρο αγώνισμα θα μπορούσε να χαρίσει στον νικητή μια θέση στην ιστορία: «Εκείνος που θα κερδίσει τον αγώνα από τον Μαραθώνα θα κατακτήσει κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη τιμή· η ιστορία της νίκης του θα επαναλαμβάνεται με θαυμασμό από τις επόμενες γενιές, πολύ καιρό αφότου οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι θα έχουν περάσει στη λήθη».

«Νενικήκαμεν!»: Η στιγμή που ο Σπύρος Λούης μπήκε στο Στάδιο

Την Παρασκευή της ίδιας εβδομάδας, ημέρα του Μαραθωνίου, το ανακαινισμένο Παναθηναϊκό Στάδιο είχε γεμίσει ασφυκτικά. Στα γύρω τείχη και τους λόφους, στις όχθες του Ιλισού, ακόμη και στους κήπους του Ζαππείου και στις κοντινές λεωφόρους είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες θεατές που δεν κατάφεραν να βρουν μια θέση στις κερκίδες.

Ο Χολμς περιγράφει εντυπωσιασμένος: «Τέτοιο θέαμα είχε να αντικρίσει η Αθήνα από την αρχαιότητα. Το ένα τέταρτο των Αθηναίων βρίσκεται μέσα στο Στάδιο. Από τις δύο κιόλας το μεσημέρι δεν υπάρχει ούτε μία κενή θέση, ούτε καν στον “λόφο των τζαμπατζήδων” που υψώνεται πάνω από τις μαρμάρινες κερκίδες. Κι όμως, τα πλήθη εξακολουθούν να καταφθάνουν».

Ο Μωράς αποτυπώνει την ανυπομονησία των θεατών: «Ολόκληρο το Στάδιο περίμενε με απερίγραπτη αγωνία τον νικητή του Μαραθωνίου. Πώς θα τελείωνε αυτή η δοκιμασία, που είχε αποκτήσει έναν αληθινά εθνικό χαρακτήρα; [...] Φόβος και ελπίδα έκαναν τις καρδιές των συγκεντρωμένων συμπολιτών να πάλλονται. [...] Το σήμα της εκκίνησης από τον Μαραθώνα είχε δοθεί στη 1 ώρα, 56 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα. Και το απόγευμα προχωρούσε…»

Οι θεατές σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών τους, προσπαθώντας να διακρίνουν τους δρομείς που πλησίαζαν. Οι πρίγκιπες κατευθύνθηκαν προς την είσοδο του Σταδίου για να περιμένουν τον νικητή. Η αγωνία πλέον κορυφώνονταν.

Ο Μωράς περιγράφει τη στιγμή που μια ολόκληρη πόλη μοιάζει να κρατά την ανάσα της:

«Ώσπου, επιτέλους, ένας κανονιοβολισμός αντηχεί μακριά. Είναι το πολυπόθητο σήμα: ο Αθηναίος δρομέας έρχεται, προηγείται! Μια τεράστια αναταραχή συγκλονίζει το πλήθος· ένα απέραντο “Νενικήκαμεν!” –“Νικήσαμε!”–υψώνεται στον αέρα. [...] Σημαίες ανεμίζουν, κραυγές και τραγούδια μεταδίδουν τη μαγνητική χαρά ενός ολόκληρου λαού. Ο βασιλιάς, φανερά ταραγμένος, μισοσηκώνεται από τη θέση του· κανείς δεν μπορεί να μείνει ακίνητος. [...] Καθώς ο άνεμος κινεί τα κυπαρίσσια και τα πεύκα γύρω από το Στάδιο, οι σκιές τους μοιάζουν λιγότερο πλατιές και βαθιές από το ανθρώπινο δάσος που κυματίζει στις κερκίδες.

»Στην κορύφωση αυτής της πανηγυρικής παραφοράς, εμφανίζεται ένας δρομέας με λευκή και γαλάζια φανέλα, στα χρώματα της Ελλάδας· ορμά στον βαθύ διάδρομο του Σταδίου, μέσα σε αλλεπάλληλες εκρήξεις της ίδιας κραυγής: “Ο νικητής! Ο νικητής! Ζήτω!”».

Ένας άγνωστος μέχρι τότε νεαρός, ο Σπύρος Λούης, καλυμμένος από σκόνη και ιδρώτα, μπαίνει στο Στάδιο και αποθεώνεται από ένα έξαλλο πλήθος. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο πρίγκιπας Γεώργιος σπεύδουν να τον υποδεχτούν και, μέσα στον γενικό ενθουσιασμό, κατεβαίνουν στον στίβο και τρέχουν στο πλευρό του μέχρι τον τερματισμό.

Ο Μωράς αφηγείται: «Δεν υπάρχει γιος καλού Έλληνα που να μη σηκώνεται όρθιος για να επευφημήσει τον μαραθωνομάχο! Εκείνος […] κατευθύνεται ευθεία προς τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Γεώργιο και πέφτει στην αγκαλιά τους, μέσα σε μια θάλασσα από χειροκροτήματα και κραυγές. Όλα τα τζιτζίκια της Αττικής υψώνουν το ξερό, διαπεραστικό τραγούδι τους […], ενώ το πλήθος τραγουδά».

Ο νερουλάς που έγινε θρύλος

Λίγη ώρα νωρίτερα, στο Πικέρμι, ο Λούης είχε κάνει μια τελευταία στάση για να πάρει δυνάμεις. Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση των Αγώνων, σταμάτησε σε ένα πανδοχείο και ήπιε ένα ποτήρι κρασί. Παρότι δεν βρισκόταν ακόμη στην πρώτη θέση, παρέμενε ψύχραιμος. Ρώτησε πόσο προηγούνταν οι αντίπαλοί του και δήλωσε με σιγουριά πως θα τους προσπερνούσε.

Κι όμως, ο πλανόδιος νερουλάς δεν είχε αθλητική εμπειρία, ούτε είχε προπονηθεί συστηματικά για τους Αγώνες. Το μεγάλο του εφόδιο ήταν η αντοχή. Βοηθώντας καθημερινά τον πατέρα του στην πώληση νερού από τις πηγές του Αμαρουσίου, είχε συνηθίσει να διανύει μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια, κουβαλώντας βαριά κανάτια.

Την ξεχωριστή αυτή αντοχή είχε διακρίνει ο Γεώργιος Παπαδιαμαντόπουλος, παλιός διοικητής του Λούη κατά τη στρατιωτική του θητεία και μέλος της αρμόδιας επιτροπής, ο οποίος τον ενθάρρυνε να λάβει μέρος στους προκριματικούς. Οι συγχωριανοί του στο Μαρούσι συγκέντρωσαν μάλιστα χρήματα για να του αγοράσουν αθλητικά παπούτσια.

Μετά τη στάση στο πανδοχείο, η κούρσα παίρνει απροσδόκητη τροπή. Ο Λούης αρχίζει να κερδίζει συνεχώς έδαφος, αφήνοντας πίσω του, μεταξύ άλλων, τον Χαρίλαο Βασιλάκο, έναν από τους ισχυρότερους Έλληνες δρομείς, που τελικά θα τερματίσει δεύτερος. Μπροστά του απομένει πλέον ο Έντουιν Φλακ, σπουδαίος δρομέας μεσαίων αποστάσεων και ήδη νικητής στα 800 και τα 1.500 μέτρα. Ο Αυστραλός, όμως, έχει αρχίσει να εξαντλείται. Ο Λούης τον φτάνει και τον προσπερνά· λίγο αργότερα, ο Φλακ εγκαταλείπει. Ο δρόμος προς το Παναθηναϊκό Στάδιο είναι πλέον ανοιχτός για τον ερασιτέχνη δρομέα.

Τα δώρα του θριάμβου

Μετά τη νίκη του, ο Λούης κατακλύστηκε από προσφορές και δώρα από τους Αθηναίους. Ο Χολμς καταγράφει με χιούμορ μερικές από τις προσφορές:

«Μια κυρία έβγαλε το ρολόι της και του το χάρισε· μια όμορφη κοπέλα τού πρόσφερε ένα περιστέρι στολισμένο με κορδέλες· ένας κουρέας τού υποσχέθηκε δωρεάν ξύρισμα για όλη του τη ζωή, αρκεί να μην αφήσει γένια· ένας καπελάς δεσμεύτηκε να του εξασφαλίζει καπέλα· ένας υποδηματοποιός [...] παπούτσια· κι ένας ψιλικατζής διαβεβαίωσε ότι δεν θα του λείψουν ποτέ εσώρουχα και κάλτσες. Του προσφέρθηκαν ακόμα δωρεάν γεύματα, ποτά και εισιτήρια θεάτρου εφ’ όρου ζωής. [...] Μια εύπορη κυρία τού πρότεινε να διαλέξει ανάμεσα σε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ένα φιλί. Ο Λούης, με το πνεύμα του αληθινού ερασιτέχνη αθλητή, αρνήθηκε τα χρήματα και, με την αβρότητα ενός Ολυμπιονίκη, δέχθηκε τη δεύτερη προσφορά».

Ο ίδιος, ωστόσο, λέγεται ότι ζήτησε μόνο ένα κάρο για να τον βοηθά στη μεταφορά του νερού. Ο Ρίτσαρντσον συμπληρώνει: «Ενώ όλοι στην Αθήνα ήθελαν να τον βρουν και να του προσφέρουν κάτι [...], εκείνος έσπευσε να επιστρέψει στο χωριό του για να μοιραστεί τη χαρά του με τους πιο στενούς του φίλους».

Ένα κλαδί ελιάς στον Φύρερ

Ο Σπύρος Λούης δεν πήρε ποτέ ξανά μέρος σε αθλητικό αγώνα. Μετά τον θρίαμβο του 1896 επέστρεψε στο Μαρούσι, αφήνοντας οριστικά πίσω του τον αγωνιστικό αθλητισμό. Το 1926 συνελήφθη με την κατηγορία της πλαστογράφησης στρατιωτικών εγγράφων και οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου παρέμεινε για περισσότερο από έναν χρόνο, έως ότου, στις 28 Ιουνίου 1927, αθωώθηκε και αφέθηκε ελεύθερος.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1936, οι Ολυμπιακοί Αγώνες έφεραν ξανά τον παλιό θρύλο στο προσκήνιο. Σαράντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Αθήνα, ο Σπύρος Λούης προσκλήθηκε ως επίτιμος καλεσμένος στους Αγώνες του Βερολίνου. Εκεί, φορώντας τη φουστανέλα του, βάδισε επικεφαλής της ελληνικής αποστολής και, κατά την τελετή έναρξης, πλησίασε τον Αδόλφο Χίτλερ για να του προσφέρει ένα κλαδί ελιάς από την Ολυμπία.

Ο Αμερικανός ιστορικός του αθλητισμού Ρίτσαρντ Μαντέλ περιγράφει τη συγκίνηση του Λούη την ώρα που προσέφερε το κλαδί ως «σύμβολο αγάπης και ειρήνης», εκφράζοντας την ευχή «οι λαοί του κόσμου να συναντώνται μόνο σε ειρηνικούς αγώνες».

Στις 26 Μαρτίου 1940, ο άνθρωπος που μια ανοιξιάτικη ημέρα του 1896 είχε γίνει εθνικός ήρωας πέθανε στο Μαρούσι, λίγους μόνο μήνες προτού η Ιταλία εισβάλει στην Ελλάδα.

Δεξιώσεις και πικνίκ στην Αθήνα του 1896

Και όταν ολοκληρώνονταν τα αγωνίσματα της ημέρας, η ολυμπιακή γιορτή μεταφέρονταν στους δρόμους της Αθήνας. Η πόλη έμενε στο πόδι μέχρι αργά τη νύχτα, πλημμυρισμένη από φώτα, μουσικές και αυθόρμητες εκδηλώσεις προς τιμήν των ξένων αθλητών. Ο Κουπερντέν περιγράφει την εορταστική ατμόσφαιρα:

«Κάθε βράδυ, όσο διαρκούσαν οι Αγώνες, οι δρόμοι της Αθήνας φωταγωγούνταν. Γίνονταν λαμπαδηδρομίες, οι μπάντες παιάνιζαν τους εθνικούς ύμνους των διαφόρων χωρών και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου συγκεντρώνονταν κάτω από τα παράθυρα των ξένων αθλητικών αποστολών, επευφημώντας τους και εκφωνώντας λόγους στην ευγενή γλώσσα του Δημοσθένη».

Καθώς η διοργάνωση πλησίαζε στο τέλος της, οι αυθόρμητες αυτές εκδηλώσεις έδιναν τη θέση τους σε μια σειρά από επίσημες δεξιώσεις προς τιμήν των αθλητών και των ξένων επισκεπτών. Ο δήμαρχος οργάνωσε πικνίκ, ενώ πρέσβεις και εύποροι πολίτες διοργάνωσαν τις δικές τους εκδηλώσεις. Το πρωί της Κυριακής 31 Μαρτίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ο βασιλιάς παρέθεσε γεύμα στα Ανάκτορα. Στην αίθουσα χορού συγκεντρώθηκαν αθλητές, μέλη της Διεθνούς και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, εκπρόσωποι του Τύπου και άνθρωποι που είχαν συμβάλει στη διοργάνωση των Αγώνων.

Από το επίσημο αυτό γεύμα δεν έλειψαν και οι πιο ανάλαφρες στιγμές. Ο Χολμς διηγείται ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο με τους Αμερικανούς αθλητές:

«Μεγάλη διασκέδαση προκάλεσε στο βασιλικό γεύμα η στιγμή που ο βασιλιάς έστειλε τον αυλάρχη του στο τραπέζι των Αμερικανών, ζητώντας από τα παιδιά μας να επαναλάβουν τις παράξενες “πολεμικές ιαχές” τους. “Ο βασιλιάς”, τους είπε, “[...] είχε την περιέργεια να τις ακούσει από κοντά, για να τις κρίνει καλύτερα”. Όλοι σηκώθηκαν και ξέσπασαν δυνατά: “Rah, rah, rah – Ελλάς, Ελλάς, Ελλάς, ζήτω! Hurrah for Greece!” Οι εφημερίδες αποκαλούσαν αυτές τις πολεμικές ιαχές “ονοματοποιίες”, δύσκολες στην κατανόηση».

Τα έπαθλα των νικητών

Το πρωί της Τετάρτης 3 Απριλίου 1896, η Αθήνα ετοιμάστηκε για την τελετή λήξης και την απονομή των επάθλων. Κατά την έναρξη της τελετής, ο Βρετανός αθλητής και λόγιος της Οξφόρδης Τζορτζ Στιούαρτ Ρόμπερτσον απήγγειλε μια ωδή που είχε συνθέσει ειδικά για τους Αγώνες στα αρχαία ελληνικά και σε πινδαρικό μέτρο. Η αναφορά στον Πίνδαρο δεν ήταν τυχαία. Ο αρχαίος ποιητής είχε υμνήσει όσο κανείς τους νικητές των πανελλήνιων αγώνων και την αθανασία που μπορούσε να χαρίσει η νίκη. Ο Χολμς σχολιάζει:

«Πραγματικά ευτυχισμένη θα πρέπει να είναι η ζωή όλων αυτών των νικητών, αν αληθεύουν τα λόγια του ποιητή. Γιατί ο Πίνδαρος, που έγραψε πολλές ωδές προς τιμήν εκείνων που κατακτούσαν τα μεγαλύτερα έπαθλα στους αγώνες της αρχαιότητας, μας λέει: “Εκείνος που νικά κερδίζει, χάρη στους Αγώνες, μια γλυκιά γαλήνη που τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή”».

Χρυσά μετάλλια δεν υπήρχαν ακόμη: οι πρώτοι νικητές έλαβαν αργυρό μετάλλιο, κλαδί αγριελιάς από την Αρχαία Ολυμπία και δίπλωμα, ενώ οι δεύτεροι χάλκινο μετάλλιο, κλαδί δάφνης και δίπλωμα. Οι τρίτοι δεν βραβεύονταν. Τα μετάλλια των νικητών είχε φιλοτεχνήσει ο Γάλλος χαράκτης Ζυλ Κλεμέν Σαπλέν, με τον Δία και τη Νίκη στη μία όψη και την Ακρόπολη στην άλλη, ενώ τα διπλώματα ήταν έργο του Νικολάου Γύζη. Σε όλους τους αθλητές δόθηκε και αναμνηστικό μετάλλιο, σχεδιασμένο από τον Νικηφόρο Λύτρα. Επιπλέον των επάθλων του, ο Σπύρος Λούης έλαβε και το περίφημο αργυρό κύπελλο που είχε προσφέρει ο Μισέλ Μπρεάλ.

Μετά την απονομή, οι βραβευμένοι αθλητές σχημάτισαν πομπή και έκαναν τον γύρο του Σταδίου μέσα στις επευφημίες του πλήθους. Όταν η πομπή ολοκλήρωσε τον γύρο, ο βασιλιάς σηκώθηκε και κήρυξε τη λήξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων.

Η κληρονομιά του 1896

Για την Ελλάδα, η σημασία των Αγώνων ξεπέρασε κατά πολύ τη σύντομη διάρκεια της διοργάνωσης. Γράφοντας λίγους μήνες αργότερα στο The Century Magazine, ο Κουμπερτέν θεωρούσε σημαντική παρακαταθήκη τους την καλλιέργεια της αγάπης για τον αθλητισμό στην ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους:

«Μόλις έγινε σαφές ότι η Αθήνα επρόκειτο να συμβάλει στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, ένας πραγματικός πυρετός σωματικής άσκησης ξέσπασε σε ολόκληρο το βασίλειο. Και αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά σε όσα ακολούθησαν μετά τους Αγώνες. [...] Έχω δει, σε μικρά χωριά μακριά από την πρωτεύουσα, παιδιά να πετούν μεγάλες πέτρες, να πηδούν πάνω από αυτοσχέδια εμπόδια […] ή να συναγωνίζονται στο τρέξιμο».

Πέρα όμως από την επιτυχία των Αγώνων στην Ελλάδα, ο Κουμπερτέν έβλεπε στην αναβίωση του θεσμού έναν πολύ ευρύτερο σκοπό: να φέρει κοντά τους λαούς μέσα από τον αθλητισμό και, τελικά, να συμβάλει στην παγκόσμια ειρήνη.

«Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα ασκήσουν επίδραση σε ολόκληρο τον κόσμο. […] Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο τους ίδρυσα. [...] Εάν ο θεσμός ευδοκιμήσει –όπως είμαι πεπεισμένος ότι θα συμβεί, με τη συνδρομή όλων των πολιτισμένων εθνών–, μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό, έστω και έμμεσο, παράγοντα για την εξασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης.

»Οι πόλεμοι ξεσπούν επειδή τα έθνη δεν κατανοούν το ένα το άλλο. Δεν θα υπάρξει ειρήνη έως ότου ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις που σήμερα χωρίζουν τους διαφορετικούς λαούς. Και ποιο καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί αυτό από το να συναντιούνται περιοδικά οι νέοι όλων των χωρών και να αναμετρώνται φιλικά στη σωματική δύναμη και την ευκινησία;

»Στην αρχαιότητα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες […] προήγαν την ειρήνη. Δεν είναι ουτοπικό να προσδοκούμε από αυτούς ανάλογα οφέλη και στο μέλλον».

Πηγές

  • Δημήτριος Βικέλας, «Οι Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες», στο Άλκης Αγγέλου (επιμ.), Δημήτριος Βικέλας: Άπαντα, τόμ. VIII, σ. 139, Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1997.
  • Μέιναρ Μπάτλερ, «The Olympic Games», The Outlook, τόμ. 53, σ. 993–995, Νέα Υόρκη: The Outlook Company, 30 Μαΐου 1896.
  • Πιερ ντε Κουμπερτέν, «The Olympic Games of 1896», The Century Illustrated Monthly Magazine, τόμ. LIII (Νέα Σειρά, τόμ. XXXI), αρ. 1, σ. 39–53, Νέα Υόρκη: The Century Co., Νοέμβριος 1896.
  • Μπέρτον Χολμς, «The Olympian Games», στο The Burton Holmes Lectures, τόμ. III, σ. 57–91, Νέα Υόρκη: McClure, Phillips & Co., 1901.
  • Ρούφους Μπ. Ρίτσαρντσον, «The New Olympian Games», Scribner’s Magazine, τόμ. XX, αρ. 3, Σεπτέμβριος 1896, σ. 267–286, Νέα Υόρκη: Charles Scribner’s Sons, 1896.

→ Περισσότερες ιστορίες πόλεων μέσα από τα μάτια σπουδαίων περιηγητών, μπορείτε να βρείτε στον λογοτεχνικό οδηγό πόλης Citimarks

→ Αθήνα 1896, Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες: Η ιστορία πίσω από την αναβίωσή τους

Δειτε περισσοτερα

Σπύρος Λούης
Μαραθώνιος της Αθήνας: 130 χρόνια από τη νίκη του Σπύρου Λούη που έγραψε ιστορία

Ένα ταξίδι στην Αθήνα του 1896, μέσα από τις αφηγήσεις του Πιερ ντε Κουμπερτέν και αυτοπτών μαρτύρων, που ζωντανεύουν τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες και την αποθέωση του Σπύρου Λούη