- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Σύγχρονοι καταραμένοι συγγραφείς: Είκοσι ζωές στη σκοτεινή πλευρά της λογοτεχνίας
Η Αισθητική της Οδύνης και ο μύθος του Καταραμένου Δημιουργού: Ένα longread
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Ο «καταραμένος συγγραφέας» (poète maudit) είναι ένας από τους πιο ανθεκτικούς, ενδιαφέροντες, διαχρονικούς, πλην δυνητικά παραπλανητικούς, μύθους της νεότερης λογοτεχνικής γραμματείας. Ας δούμε είκοσι σχετικά πορτρέτα, από διαφορετικές γλωσσικές, γεωγραφικές και λογοτεχνικές παραδόσεις, ένα-ένα:
Jean Rhys (1890-1979)
Γεννημένη στον Άγιο Δομίνικο, η Τζιν Ρις έζησε μια ζωή σημαδεμένη από τη φτώχεια, την απομόνωση και τον αλκοολισμό στην Αγγλία και τη Γαλλία. Συγγραφέας των «γυναικών που περισσεύουν», χαρτογράφησε με ψυχρή ακρίβεια τη γυναικεία επισφάλεια και αποκάλυψε πώς το λογοτεχνικό κατεστημένο αδυνατούσε ιστορικά να κρατήσει ορατές τις γυναίκες δημιουργούς. Το εμβληματικό της έργο «Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών» (1966) συνιστά μια μετααποικιακή απάντηση στην «Τζέιν Έιρ» της Σαρλότ Μπροντέ. Ο τίτλος του συμβολίζει την υπαρξιακή και συζυγική παγίδα στην οποία εγκλωβίστηκε η ηρωίδα της, ενώ και η δική της μεγάλη επιστροφή στα 76 της χρόνια, καθώς είχε ουσιαστικά ξεχαστεί από αναγνωστικό κοινό και εκδότες επί πολλές δεκαετίες, υπογραμμίζει το βάρος της εγκατάλειψης που συχνά βιώνουν οι γυναίκες συγγραφείς —οι κύκλοι των ομοτέχνων της είχαν αγνοήσει και εγκαταλείψει μια σημαντική φωνή λόγω του φύλου της σε συνδυασμό με τον περιθωριακό τρόπο ζωής της— και την αδιαφορία που συχνά δείχνει η λογοτεχνική ιστορία απέναντι στις γυναίκες δημιουργούς μέχρι να είναι πια πολύ αργά.
Anna Kavan (1901-1968)
Η Άννα Καβάν (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Έλεν Έμιλι Γουντς) είναι μία από τις πιο ιδιοφυείς περιπτώσεις μεταστοιχείωσης του ψυχικού τραύματος σε λογοτεχνική φόρμα. Αντιμέτωπη με τη βαθιά κατάθλιψη, τον εθισμό στην ηρωίνη, τις νοσηλείες σε ψυχιατρεία, και τη μοναξιά, κατάφερε ωστόσο να επαναπροσδιορίσει τη γραφή της και τον εαυτό της. Το περίφημο μυθιστόρημά της «Πάγος» (1967) επαινέθηκε από την Αναΐς Νιν και χαρακτηρίστηκε σαν ένα αριστουργηματικό slipstream (λογοτεχνικό είδος που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ ρεαλισμού και επιστημονικής φαντασίας). Η Καβάν μετέτρεψε την εσωτερική της αστάθεια σε μια παγωμένη, αλληγορική, μετα-αποκαλυπτική λογοτεχνία, και τον ψυχικό της εφιάλτη σε μια καθαρή, σχεδόν μεταφυσική αισθητική, παραμένοντας μέχρι και τις μέρες μας μια από τις πιο διακριτές μορφές της λογοτεχνίας που διατρέχει τα όρια των ειδών. Έζησε μια ταραγμένη προσωπική ζωή, με πολλές αλλαγές ονομάτων και τόπων διαμονής, παραμένοντας για μεγάλο διάστημα στο περιθώριο. Η ευρύτερη λογοτεχνική αναγνώρισή της ήρθε μετά θάνατον, καθώς το έργο της παρέμενε δυσνόητο για το κοινό της εποχής της. Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια, λίγο μετά την έκδοση του «Πάγου». Η σορός της βρέθηκε στο σπίτι της, όπου ζούσε μόνη. Ο θάνατός της αποδόθηκε στις μακροχρόνιες επιπτώσεις της εξάρτησής της από την ηρωίνη.
Malcolm Lowry (1909-1957)
Ο Μάλκολμ Λόουρι είναι βέβαια ο καταραμένος δημιουργός τού «Κάτω από το ηφαίστειο» (1947), ενός από τα κορυφαία μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Τοποθετημένο στο Μεξικό, περιγράφει την τελευταία ημέρα της ζωής ενός Βρετανού πρώην προξένου, αποδίδοντας με συγκλονιστικό τρόπο την ψυχολογική του κατάρρευση και τον αυτοκαταστροφικό, εξευτελιστικό του αλκοολισμό. Εδώ, η μέθη συνιστά αφενός μια κοσμολογία, και αφετέρου μια μεταφορά για την κρίση της Δύσης: αλλά είναι ταυτόχρονα και μια αυτοπροσωπογραφία. Η ζωή του Λόουρι —πιστό αντίγραφο, άλλωστε, του ήρωά του— ήταν θυελλώδης, σημαδεμένη από τον αλκοολισμό και τη διαρκή αναζήτηση διεξόδου μέσω του ταξιδιού. Ήταν ένας άνθρωπος που έζησε μέσα στην αυτοϋπονόμευση, και ένας συγγραφέας που κατέστρεφε συστηματικά τα χειρόγραφά του, όταν δεν άφηνε ημιτελή τα έργα του. Πέθανε στο Σάσεξ της Αγγλίας υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, μετά από κατανάλωση αλκοόλ και βαρβιτουρικών, αφήνοντας πίσω του πολλά κατάλοιπα. Η περίπτωση του Λόουρι διαθέτει μια σχεδόν κλασική, τραγική καθαρότητα: ένας συγγραφέας γράφει το μεγάλο βιβλίο του για την πτώση, ενώ ταυτόχρονα πέφτει και ο ίδιος, με πάταγο.
Jean Genet (1910-1986)
Ο Ζαν Ζενέ, μέγας Γάλλος συγγραφέας και δραματουργός, πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην παρανομία, τη φυλακή και την περιπλάνηση, εμπειρίες που αποτέλεσαν τη βασική πηγή έμπνευσης του έργου του. Ένας απόβλητος της κοινωνίας, ένας αλήτης, και μια εν πολλοίς αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, βρήκε εντέλει υποστήριξη από μία σειρά διανοούμενους —ανάμεσά τους ο Σαρτρ— και, μολονότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο περιθώριο, αναγνωρίστηκε εντέλει σαν ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της γαλλικής λογοτεχνίας και μετατράπηκε σε κεντρική μορφή της. Ανέδειξε τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φυλάκιση, και τον στιγματισμό της ομοφυλοφιλίας σε μια εκθαμβωτική τελετουργία. Στο έργο του, η αμαρτία και το έγκλημα, η προδοσία και η λαγνεία, αποκτούν μια στιβαρή, επικίνδυνη αξιοπρέπεια γεμάτη αστερόσκονη. Αρνήθηκε να υποταχθεί στην ηθική της εποχής του, έπιασε με περηφάνια στα χέρια τους ρόλους που η κοινωνία θεωρούσε ταπεινωτικούς και βρόμικους, και τους μετέτρεψε σε υψηλή ύλη της γραφής του, καθιστώντας την πρόκληση και την ντροπή συστατικά στοιχεία μιας τέχνης που αμφισβητεί τις συμβάσεις του κόσμου.
William S. Burroughs (1914-1997)
Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, κεντρική μορφή της γενιάς των Μπιτ και ριζοσπαστικός πειραματιστής στο εργαστήριο της λογοτεχνίας, ανήκει στην πιο σκοτεινή πλευρά της αμερικανικής αντικουλτούρας. Το «Γυμνό γεύμα» (1959), ένα βιβλίο-σκάνδαλο στην εποχή του, είναι μια χαοτική, οραματική περιγραφή του εθισμού, της παράνοιας, του ελέγχου και της εξουσίας, γραμμένη με την περίφημη —και θνησιγενή— τεχνική τού «cut-up» (ανασύνθεση αποκομμάτων από ποικίλα κείμενα). Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον βαρύ εθισμό στα ναρκωτικά και από μια ταραγμένη προσωπική διαδρομή που τον οδήγησε από την Αμερική στο Μεξικό, την Ταγγέρη και το Παρίσι. Το 1951, στην Πόλη του Μεξικού, σκότωσε τη σύζυγό του πυροβολώντας την κατά λάθος σε κατάσταση μέθης, καθώς οι δυο τους έπαιζαν ένα παιχνίδι… Το γεγονός αυτό έγινε κεντρικό τραύμα στη βιογραφία του και στη μεταγενέστερη μυθολογία του. Το έργο του, που συχνά προκαλούσε νομικές περιπέτειες λόγω του ωμού περιεχομένου του, άσκησε τεράστια επιρροή στη λογοτεχνία, τη μουσική και την ποπ κουλτούρα, αναδεικνύοντάς τον σε εμβληματικό καταραμένο δημιουργό. Αγαπούσε πολύ τα όπλα και τις γάτες, και απειλούσε να πυροβολήσει οποιονδήποτε τολμούσε να πλησιάσει τον φράχτη του κτήματός του στο Λόρενς του Κάνσας, όπου και πέθανε περιστοιχισμένος από τα χνουδωτά του τετράποδα, από καρδιά.
Shirley Jackson (1916-1965)
Η Σίρλεϊ Τζάκσον, γνωστή για την ικανότητά της να ενσωματώνει τον τρόμο και το αλλόκοτο στην καθημερινή ζωή και μια από τις πιο επιδραστικές φωνές της αμερικανικής Gothic λογοτεχνίας, έζησε εγκλωβισμένη ανάμεσα στις απαιτήσεις της μητρότητας, τον προβληματικό γάμο της, την αγοραφοβία, και τον εθισμό στα ηρεμιστικά. Έργα όπως το «Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο» και οι «Δαίμονες του Χιλ Χάους» αποκαλύπτουν με κάθε επισημότητα ότι για την ίδια το σπίτι ήταν ένας μηχανισμός απειλής, και σε καμία περίπτωση ένα καταφύγιο. Η Τζάκσον, που στο έργο της εστιάζει στην κοινωνική απομόνωση, τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και τη σκοτεινή πλευρά των αμερικανικών προαστίων, μεταφέρει τη λογοτεχνική κατάρα από το περιθώριο και τον δρόμο στην κουζίνα και τη μικρή πόλη: η κανονικότητα, λέει και ξαναλέει, μπορεί να είναι κάποιες φορές ο πιο σκοτεινός τόπος. Ο γάμος της με τον κριτικό λογοτεχνίας Στάνλεϊ Έντγκαρ Χάιμαν ήταν πολύ άσχημος. Η σχέση τους χαρακτηριζόταν από την έντονη κυριαρχική στάση εκείνου, τις συνεχείς απιστίες του, και τη συναισθηματική αστάθεια που αυτές, και η όλη συμπεριφορά του, προκαλούσαν στην Τζάκσον, επιδεινώνοντας τα ψυχολογικά της προβλήματα και το άγχος της. Παρά την επιτυχία της, υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, ταλαιπωρήθηκε πολύ, και πέθανε πρόωρα στον ύπνο της από καρδιακή ανεπάρκεια, μόλις στα 48 της χρόνια.
Carson McCullers (1917-1967)
Η Κάρσον Μακάλερς, εμβληματική φωνή του Νότου, καθιερώθηκε σε ηλικία μόλις είκοσι τριών ετών με το μυθιστόρημά της «Η καρδιά κυνηγάει μονάχη», μια σπαρακτική μελέτη της απομόνωσης στον αμερικανικό Νότο. Το έργο της επικεντρώνεται στη μοναξιά, την πνευματική απομόνωση και την αγωνιώδη αναζήτηση της ανθρώπινης σύνδεσης από περιθωριοποιημένους ή «διαφορετικούς» χαρακτήρες. Η ζωή της σημαδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς από νεαρή ηλικία υπέστη σειρά εγκεφαλικών επεισοδίων που την άφησαν με μερική παράλυση, καθώς και από έναν επώδυνο, διαλυμένο γάμο, με συνεχείς εντάσεις, ζήλιες και περιόδους αποξένωσης. Παντρεύτηκε τον Ριβς Μακάλερς το 1937, χώρισαν το 1941, ξαναπαντρεύτηκαν το 1945, για να οδηγηθούν τελικά σε έναν οριστικό χωρισμό. Και οι δύο ήταν αλκοολικοί και υπέφεραν από έντονη συναισθηματική αστάθεια. Επιπλέον, ο Ριβς, που ήταν και ο ίδιος επίδοξος συγγραφέας, έτρεφε έντονο και απροκάλυπτο φθόνο για την άμεση επιτυχία της Κάρσον. Δεν τη συγχώρεσε ποτέ. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να την πείσει να αυτοκτονήσουν μαζί, και όταν η Κάρσον αρνήθηκε, εκείνος έβαλε τέρμα στη ζωή του, γεγονός που άφησε την ίδια βαθιά τραυματισμένη ψυχικά για το υπόλοιπο της ζωής της. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι άνθρωποι που δεν χωρούν στις κοινότητές τους: έφηβοι, ανάπηροι, ερωτευμένοι χωρίς ανταπόκριση, κοινωνικά αποκλεισμένοι. Η ίδια ένιωθε βαθιά συγγένεια μαζί τους. Πέθανε στη Νέα Υόρκη από εγκεφαλική αιμορραγία στα 50 της χρόνια.
Jane Bowles (1917-1973)
Η Τζέιν Μπόουλς, μια εξαιρετικά ιδιόμορφη φωνή των αμερικανικών γραμμάτων, έζησε στη σκιά του συζύγου της, Πολ Μπόουλς, παρότι η γραφή της θεωρήθηκε από ομοτέχνους της εντελώς ξεχωριστή, και ενδεχομένως κατά πολύ ανώτερη εκείνου. Το εμβληματικό μυθιστόρημά της «Δύο σοβαρές κυρίες» περιγράφει την αναζήτηση της σωτηρίας στο περιθώριο, ενώ η συλλογή «Απλές απολαύσεις» αναδεικνύει το αλλόκοτο, ιδιότυπο, ανατρεπτικό στιλ της. Ο γάμος της με τον Μπόουλς θεωρείται ένας από τους πιο ανορθόδοξους και αινιγματικούς στην ιστορία της λογοτεχνίας, καθώς και οι δύο ήταν ομοφυλόφιλοι. Ο Πολ λειτουργούσε συχνά σαν προστάτης και επιστήθιος φίλος της, ωστόσο συχνά εκδήλωνε τη μεγάλη αναστάτωσή του και κυρίως τη ζήλια του για τις εφήμερες σχέσεις της με άλλες γυναίκες, και ειδικά με τον έρωτά της —την καταστροφική την εμμονή…— για μια Μαροκινή: είχαν μετακομίσει στην Ταγγέρη το 1948. Το 1957, και ενώ ήδη υπέφερε ψυχολογικά, ενώ είχε εθιστεί στο αλκοόλ —ο αλκοολισμός της λειτούργησε σαν καταφύγιο για το διαρκές άγχος και την ανασφάλειά της— και ενώ σήκωνε ένα πολύ βαρύ φορτίο στις πλάτες της, υπέστη ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που της προκάλεσε μόνιμη βλάβη στην όραση, την ομιλία, τις κινητικές της λειτουργίες, αλλά και την ικανότητα επεξεργασίας του λόγου, της γλώσσας, κάτι που για μια συγγραφέα ήταν καταστροφικό. Η δημιουργική της φθορά μετατράπηκε σε βαθιά κατάθλιψη. Έτσι, τα τελευταία χρόνια της ζωής της σημαδεύτηκαν από τον περιοδικό εγκλεισμό της σε ψυχιατρικές κλινικές και ιδρύματα αποκατάστασης στην Ισπανία. Εκεί, η απομάκρυνση από το περιβάλλον της Ταγγέρης και ο σταδιακός περιορισμός της ελευθερίας της την οδήγησαν σε μια θλιβερή κατάσταση ψυχικού μαρασμού, μέχρι τον θάνατό της.
Patricia Highsmith (1921-1995)
Η Πατρίσια Χάισμιθ, πελώρια συγγραφέας ψυχολογικών θρίλερ που εξερευνούν τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, την ενοχή και την ηθική ασάφεια, και βέβαια η δημιουργός του Τομ Ρίπλεϊ, ενός από τα ορόσημα της αστυνομικής λογοτεχνίας, έζησε μια έντονα ιδιωτική, και συχνά μοναχική, ζωή. Έχοντας έναν στρυφνό, δύστροπο χαρακτήρα, και καθώς αντιμετώπιζε προσωπικά προβλήματα με τον αλκοολισμό και με μια ιδιαίτερα περίπλοκη συναισθηματική ζωή, επέλεξε να ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ευρώπη —ένιωθε ξένη προς το αμερικανικό κοινωνικό σύστημα και την έντονη εμπορικότητα των πνευματικών πραγμάτων—, προτιμώντας τη συντροφιά των ζώων από τους ανθρώπους. Άλλωστε, καλλιέργησε συνειδητά μια εικόνα έντονης μισανθρωπίας. Όντας ομοφυλόφιλη, σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία αντιμετωπιζόταν με σφοδρή κοινωνική κατακραυγή, είχε μια περίπλοκη συναισθηματική ζωή, με πολλές αλλά συχνά βασανιστικές σχέσεις με γυναίκες, που όμως σπάνια είχαν διάρκεια: η ίδια η Χάισμιθ υπονόμευε την ευτυχία της από φόβο για την οικειότητα, αφενός, αλλά και λόγω της έντονης ζήλιας της και της κτητικής της φύσης. Ο αλκοολισμός της, από την άλλη, έριχνε μια βαριά, διαρκή σκιά στη ζωή της, τροφοδοτώντας και αυτός τον σκοτεινό, κυνικό και εσωστρεφή χαρακτήρα της. Το αλκοόλ λειτουργούσε μεν σαν μέσο διαφυγής από το άγχος της και τη διαρκή αγωνία για την αποδοχή του έργου της, και για τη μία ή την άλλη σχέση της, αλλά ταυτόχρονα όξυνε τις ήδη δύσκολες κοινωνικές της συναναστροφές. Αν και υπέφερε από κατάθλιψη και από τη μοναξιά που η ίδια δημιουργούσε, ένιωθε ότι αυτή η απομόνωση ήταν απαραίτητη για τη διατήρηση της δημιουργικής της ικανότητας και της ανεξαρτησίας της, έστω και με τίμημα έναν αμυντικό, πικρόχολο και έντονα κλειστό τρόπο ζωή. Η Χάισμιθ πίστευε ότι η μοναξιά ήταν η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, μια θριαμβευτική μορφή ελευθερίας — μια ιδέα, άλλωστε, που διαποτίζει όλα τα βιβλία της: ο Ρίπλεϊ είναι έτσι ένας καθρέφτης της δικής της ανάγκης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που η ίδια θεωρούσε βαθιά εχθρικό, ηθικά διεφθαρμένο και τελικά αδιάφορο. Πέθανε στο Λοκάρνο της Ελβετίας σε ηλικία 74 ετών, από λευχαιμία και αναπνευστική ανεπάρκεια, έχοντας περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε βαθιά, συνειδητή απομόνωση.
Jack Kerouac (1922-1969)
Ο Τζακ Κέρουακ, κεντρική μορφή και ίσως η βασική φωνή της γενιάς των Μπιτ, έγινε παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας με το πολυδιαβασμένο βιβλίο-σημαία του «Στον δρόμο» (1957), όπου, αναπτύσσοντας ένα μοναδικό λογοτεχνικό ύφος, την «αυθόρμητη πρόζα», επηρεασμένο από τον τζαζ αυτοσχεδιασμό και την έντονη επιθυμία του για εμπειρίες έξω από τα συμβατικά κοινωνικά πλαίσια, κατέγραψε τα ταξίδια του ανά την αμερικανική ήπειρο, μετατρέποντας την αναζήτηση της ελευθερίας, της πνευματικότητας και της υπαρξιακής έντασης σε δυναμικό σύμβολο για τους νέους της εποχής του. Στην πραγματικότητα όμως η ζωή του ακολούθησε μια πολύ πιο στενή, και πολύ πιο οδυνηρή, τροχιά. Πέρα από την έντονη δυσκολία του να προσαρμοστεί στη διασημότητα, και πέρα από τον βαρύ αλκοολισμό του, είχε μια ισχυρή και περίπλοκη σχέση με τη μητέρα του, καθοριστική και ασφυκτική. Μια σχέση βαθιάς εξάρτησης και αλληλοτροφοδοτούμενης ενοχής, που τον κράτησε δεμένο στο σπίτι της, σε έναν ιδιωτικό κόσμο από τον οποίο οι φίλοι του και οι σύντροφοί του ήταν αποκλεισμένοι, ακόμη και κατά τη διάρκεια της μεγάλης του δόξας. Δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τη σκιά της, ακυρώνοντας με έναν δραματικό, και ειρωνικό, τρόπο όλα όσα πρέσβευε στα κείμενά του. Ο Κέρουακ έπασχε από ένα διαρκές ενοχικό σύνδρομο απέναντί της. Ένιωθε ότι έπρεπε να την προστατεύει, ενώ ταυτόχρονα η παρουσία της —που λειτουργούσε σαν μόνιμο εμπόδιο στην ενηλικίωσή του, καθώς ενίσχυε τις ανασφάλειές του και, συχνά, τη μισαλλοδοξία του— τον έπνιγε. Όλο αυτό τον οδήγησε σε μια κατάσταση ψυχικής παράλυσης. Το σπίτι της μητέρας του μετατράπηκε από λιμάνι και απάγκιο σε μια φυλακή όπου η διαρκής κατανάλωση αλκοόλ έγινε ο μοναδικός τρόπος να αντέξει την ασφυκτική τους σχέση, καθηλωμένος σε μια άσχημη ζωή φθοράς, εξάρτησης και πικρίας. Πέθανε από το ποτό, δίπλα της, μακριά από τον μύθο της αέναης περιπλάνησης, στα 47 του χρόνια. Η Γκαμπριέλ Κέρουακ, γνωστή και ως Memere, πέθανε τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του γιου της.
Γιούκιο Μισίμα (1925-1970)
Ο Γιούκιο Μισίμα υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες συγγραφείς του 20ού αιώνα, και αυτός με την πιο στενή, πλην βαθιά αντιφατική και διχασμένη, σχέση με τη Δυτική κουλτούρα. Είχε λάβει κλασική παιδεία, είχε μελετήσει εις βάθος τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την τέχνη της Ευρώπης, και είχε επηρεαστεί έντονα από συγγραφείς όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Τόμας Μαν. Αγαπούσε την όπερα, τον κινηματογράφο και το Δυτικό θέατρο, ενώ η αναγνώρισή του στο εξωτερικό ήταν τεράστια: κατά τη διάρκεια της ζωής του, υπήρξε σταθερά ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους Ιάπωνες συγγραφείς παγκοσμίως. Από την άλλη πλευρά, όσο πιο πολύ αφομοίωνε τα Δυτικά πρότυπα, τόσο περισσότερο ένιωθε την ανάγκη να τα πολεμήσει. Θεωρούσε ότι η επιβολή του Δυτικού μοντέλου ζωής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε μολύνει την ιαπωνική ταυτότητα, οδηγώντας σε μια παρακμιακή, «θηλυπρεπή» και ανόητη κοινωνία. Παρόλο που στην παιδική του ηλικία ήταν ασθενικός, σαν ενήλικας αφοσιώθηκε στο bodybuilding και τις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες, επιδιώκοντας ένα ιδεατό σώμα που συνέδεσε με τη σκοτεινή ιδεολογία του για «δόξα και τιμή». Ίδρυσε μια παραστρατιωτική ομάδα πιστή στον Αυτοκράτορα, και, στις 25 Νοεμβρίου 1970, μετά την παράδοση του τελευταίου χειρογράφου του, επιχείρησε ένα —μάλλον απολύτως ανόητο— πραξικόπημα σε ένα στρατόπεδο του Τόκιο. Μετά την αποτυχία του να υποκινήσει τους στρατιώτες σε εξέγερση, προχώρησε σε τελετουργική αυτοκτονία (σεπούκου), εκπληρώνοντας το ιδανικό του για έναν θάνατο εν μέσω ομορφιάς, ρώμης και δράσης.
Ingeborg Bachmann (1926-1973)
Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, Αυστριακή ποιήτρια και πεζογράφος, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες γερμανόφωνες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το έργο της διακρίνεται για την έντονη κριτική της απέναντι στην πατριαρχική κοινωνία, τον φασισμό, και τη γλώσσα ως εργαλείο εξουσίας. Αναδείχθηκε τη δεκαετία του 1950 ως μέλος της περίφημης Ομάδας 47. Έγινε διάσημη για την ποίησή της, ενώ το μοναδικό ολοκληρωμένο μυθιστόρημά της, «Μαλίνα» (1971), είναι ένα εμβληματικό κείμενο για τη γυναικεία συνείδηση και την ψυχική κατάρρευση. Η ζωή της σημαδεύτηκε από μια πολυτάραχη και επώδυνη σχέση με τον Ρουμάνο ποιητή Πάουλ Τσέλαν. Ο Τσέλαν ήταν Εβραίος που επέζησε από τα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου έχασε τους γονείς του. Η Μπάχμαν κουβαλούσε ένα δυσβάσταχτο ενοχικό βάρος λόγω της καταγωγής της. Αυτή η αντιδιαμετρική θέση απέναντι στο τραύμα του Ολοκαυτώματος δημιούργησε μια επικίνδυνη ισορροπία: ήταν δύο άνθρωποι που προσπαθούσαν να βρουν κοινό έδαφος ενώ τους χώριζε μια άβυσσος. Τα γερμανικά ήταν για τον Τσέλαν η γλώσσα των δημίων του, ενώ η Μπάχμαν αντιμετώπιζε τη γλώσσα σαν πεδίο μάχης όπου η γυναίκα προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο ανδρικών συμβάσεων. Ο Τσέλαν, ψυχικά τραυματισμένος και ασταθής, αδυνατούσε να της προσφέρει την ασφάλεια που αναζητούσε, ενώ εκείνη, παρά την έντονη ανεξαρτησία της, παρέμεινε συναισθηματικά εγκλωβισμένη στον μαγνητισμό του μέχρι το τέλος. Ο Τσέλαν αυτοκτόνησε το 1970 πέφτοντας στον Σηκουάνα, και η Μπάχμαν δεν κατάφερε ποτέ να ανακάμψει πραγματικά από αυτή την απώλεια, που επιτάχυνε τη δική της συναισθηματική κατάρρευση και τον πρόωρο θάνατό της λίγα χρόνια αργότερα. Εθίστηκε στα ηρεμιστικά και τα υπνωτικά χάπια, και ταλαιπωρούνταν διαρκώς από έντονο άγχος και αϋπνίες. Βρισκόταν σε μία κατάσταση μόνιμου πόνου και υπαρξιακής κενότητας. Πέθανε στη Ρώμη σε ηλικία 47 ετών, εξαιτίας των σοβαρών εγκαυμάτων που υπέστη από μια πυρκαγιά στο διαμέρισμά της. Της είχε πέσει το τσιγάρο από το χέρι.
Hubert Selby Jr. (1928-2004)
Ο Χιούμπερτ Σέλμπι Τζούνιορ θα παραμείνει πάντα στη μνήμη των ανθρώπων σαν ο Αμερικανός εκείνος συγγραφέας που στα διάσημα και πολυδιαβασμένα βιβλία του («Τελευταία έξοδος για το Μπρούκλιν», 1964, «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο», 1978) απεικονίζει περιθωριακές κοινωνικές ομάδες —φτωχούς, απελπισμένους, εξαρτημένους από τις ουσίες— με έναν τρόπο ακραία ωμό, τολμηρό και σοκαριστικό, με καταιγιστικό ρυθμό, λαϊκή αργκό, και αδιαφορώντας για τα παραδοσιακά σημεία στίξης όπως κάποιος αδιαφορεί για τα φανάρια στον δρόμο. Και το κάνει αυτό, επειδή πολλά από όσα περιγράφει τα έζησε ο ίδιος στο πετσί του. Γεννημένος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, πέρασε τα νεανικά του χρόνια στη ναυτιλία πριν προσβληθεί στα είκοσί του από φυματίωση. Υποβλήθηκε σε επώδυνες επεμβάσεις, και οι γιατροί τού αφαίρεσαν τμήμα των πνευμόνων. Η χρόνια σωματική εξασθένιση και ο διαρκής πόνος τον οδήγησαν σε βαριά χρήση αναλγητικών και άλλων ουσιών, και εντέλει στον αλκοολισμό. Η εξάρτηση τον έφερε επανειλημμένα στα πρόθυρα του θανάτου, ενώ η κοινωνική και οικονομική του κατάσταση υπήρξε για δεκαετίες τραγική. Υπήρξε ένας κατεξοχήν καταραμένος. Με μια ουσιώδη διαφορά: ο Χιούμπερτ Σέλμπι Τζούνιορ κατάφερε να απεξαρτηθεί στις αρχές της έκτης δεκαετίας της ζωής του, και έζησε άλλα είκοσι περίπου χρόνια αφιερωμένα στη διδασκαλία της δημιουργικής γραφής και τη συγγραφή. Πέθανε τον Απρίλιο του 2004, σε ηλικία 75 ετών, από φυσικά αίτια (αναπνευστική ανεπάρκεια) στο Λος Άντζελες. Συγκρούστηκε επί πολλά χρόνια με το κοινωνικό κατεστημένο, είχε μια αυτοκαταστροφική πορεία και μια βιωματική κατάδυση στο σκοτάδι, ωστόσο —σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους— τελικά επιβίωσε από τη δική του Κόλαση.
Anne Sexton (1928-1974)
Η Ανν Σέξτον, κεντρική μορφή του κινήματος της «εξομολογητικής ποίησης» (confessional poetry), γεννήθηκε στο Νιούτον της Μασαχουσέτης σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Ξεκίνησε να γράφει το 1956, μετά από παρότρυνση του ψυχιάτρου της, που τη συμβούλεψε να διοχετεύσει τις σκέψεις της στο χαρτί για να μπορέσει να διαχειριστεί έναν νευρικό κλονισμό που είχε πρόσφατα υποστεί. Το έργο της εξερεύνησε με ειλικρίνεια και τόλμη αθέατες πτυχές της γυναικείας εμπειρίας, όπως η μητρότητα, η κατάθλιψη, η μοναξιά και η σεξουαλικότητα. Η γραφή της ήταν άμεση, συχνά σοκαριστική και βαθιά οικεία, προκαλώντας τα κοινωνικά ταμπού της εποχής της. Κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ το 1967 για τη συλλογή «Live or Die». Μαζί με τη Σίλβια Πλαθ, επαναπροσδιόρισαν τη σύγχρονη ποίηση, μετατρέποντας το προσωπικό τραύμα σε υψηλή τέχνη. Η ζωή της ήταν μια διαρκής εναλλαγή ανάμεσα σε περιόδους δημιουργικής έξαρσης και καταστροφικών περιόδων κατάθλιψης. Οι κρίσεις της ήταν τόσο οξείες, που την οδηγούσαν επανειλημμένα σε εγκλεισμούς σε ψυχιατρικές κλινικές. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, έχανε κάθε αίσθηση αυτοσυντήρησης, και βυθιζόταν σε απόλυτη συναισθηματική παράλυση. Η ανάγκη της για συνεχή επιβεβαίωση και η αδυναμία της να διαχειριστεί τις μεταπτώσεις της διάθεσής της κατέστησαν τις προσωπικές της σχέσεις εξαιρετικά δύσκολες. Απαιτούσε αμέριστη προσοχή και υποστήριξη, αλλά συχνά έδιωχνε τους ανθρώπους γύρω της με εκρήξεις θυμού και χειριστικές συμπεριφορές. Η σχέση της με τη μητέρα της υπήρξε ιδιαίτερα προβληματική, ενώ οι συνεργασίες της με άλλους ποιητές (όπως η Σίλβια Πλαθ) ήταν γεμάτες από μια παράξενη μίξη θαυμασμού και ανταγωνισμού. Υπήρξε αυτοκαταστροφική (έπαιρνε υπερβολικές δόσεις φαρμάκων, κοβόταν κλπ.) για να ασκεί, έστω και έτσι, έλεγχο πάνω στη ζωή της. Η ιδέα του θανάτου ως μόνης πραγματικής διεξόδου, αλλά και σαν έργο τέχνης, ήταν το κεντρικό θέμα της σκέψης της από πολύ νωρίς. Μετά από πολλά χρόνια πάλης, αυτοκτόνησε σε ηλικία 45 ετών. Πέθανε από δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα μέσα στο αυτοκίνητό της, αφού πρώτα είχε φορέσει τη γούνα της μητέρας της και είχε πιει μια βότκα. Είχε προφητέψει το τέλος της στα ποιήματά της.
Philip K. Dick (1928-1982)
Ο Φίλιπ Κ. Ντικ, ένας από τους πιο επιδραστικούς Αμερικανούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, το έργο του οποίου —περί τα 40 συναρπαστικά μυθιστορήματα, συν 120 διηγήματα— επαναπροσδιόρισε τη λογοτεχνική αντίληψη για την πραγματικότητα, τη μνήμη, την ανθρώπινη ταυτότητα και τη φύση της ύπαρξης, διακρίθηκε κυρίως για τη δημιουργία κόσμων όπου τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης είναι δυσδιάκριτα. Η ζωή του, παρομοίως, σημαδεύτηκε από έντονη ψυχολογική αστάθεια και αμφιταλάντευση. Το 1974, μετά από μια σειρά παράξενων εμπειριών και οραμάτων, άρχισε να πιστεύει ότι βρισκόταν σε επαφή με μια ανώτερη νοημοσύνη, γεγονός που επηρέασε καταλυτικά το ύστερο έργο του. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του επιβίωνε υπό συνθήκες έντονης οικονομικής δυσπραγίας, συχνά απομονωμένος, παλεύοντας με τον εθισμό στα διεγερτικά (αμφεταμίνες) που χρησιμοποιούσε για να αντεπεξέλθει στον καταιγιστικό ρυθμό της γραφής του. Μετά από χρόνια διαρκούς, φρενήρους αναζήτησης της αλήθειας ανάμεσα στα συντρίμμια της λογικής του, πέθανε το 1982 μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, λίγους μήνες πριν από την πρεμιέρα της ταινίας («Blade Runner») που έκανε το όνομά του διάσημο σε όλο τον κόσμο. Το έργο του παραμένει επίκαιρο, καθώς η θεματολογία του για την τεχνητή νοημοσύνη, την προσομοίωση της πραγματικότητας και τον έλεγχο από ισχυρές δυνάμεις αντικατοπτρίζει ανησυχίες που σήμερα γίνονται σιγά-σιγά κτήμα όλων μας.
Sylvia Plath (1932-1963)
Η Σίλβια Πλαθ υπήρξε σπουδαία Αμερικανίδα ποιήτρια και πεζογράφος. Το έργο της διακρίνεται για την έντονη συναισθηματική φόρτιση, τη χρήση τολμηρών μεταφορών, και —κυρίως— για την οδυνηρή του ειλικρίνεια σχετικά με το τραύμα, τον θάνατο, και την πατριαρχική καταπίεση. Πάλεψε καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής της με σοβαρές κρίσεις κλινικής κατάθλιψης, που είχαν ξεκινήσει από τα νεανικά της χρόνια. Το μοναδικό της μυθιστόρημα, «Ο γυάλινος κώδων» (1963), θεωρείται κλασικό έργο για την εμπειρία της κατάθλιψης. Ο δεσμός της με τον Άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ υπήρξε καθοριστικός και πολυτάραχος. Η σχέση τους ξεκίνησε το 1956 στο Κέιμπριτζ σαν μια θυελλώδης και απόλυτη ένωση δύο λογοτεχνικών ταλέντων, αλλά σύντομα μετατράπηκε σε μια ασφυκτική συνύπαρξη. Παρά τον βαθύ θαυμασμό που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον, η δυναμική ανάμεσά τους ήταν περίπλοκη. Ο Χιουζ ήταν ήδη ένας αναγνωρισμένος ποιητής με ισχυρή προσωπικότητα, και η Πλαθ ένιωθε συχνά επισκιασμένη ή εγκλωβισμένη στον ρόλο της συζύγου που φροντίζει για την καθημερινότητα και την προώθηση του έργου του άντρα της. Όταν μάλιστα ανακάλυψε, το 1962, ότι ο Χιουζ διατηρούσε μία εξωσυζυγική σχέση, και καθώς η ίδια είχε επενδύσει στον γάμο τους όχι μόνο το συναίσθημά της, αλλά και την αίσθηση της ταυτότητάς της ως γυναίκας και καλλιτέχνιδας, κατέρρευσε. Μετά τον χωρισμό τους, βρέθηκε μόνη σε ένα κρύο διαμέρισμα στο Λονδίνο, με δύο μικρά παιδιά, σε μια εποχή όπου η υποστήριξη για μια χωρισμένη μητέρα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ο εξαιρετικά δριμύς χειμώνας εκείνης της χρονιάς επιδείνωσε την απομόνωσή της. Η φροντίδα των παιδιών, σε συνδυασμό με την έλλειψη θέρμανσης και την ψυχολογική της κατάρρευση, την οδήγησαν σε μια κατάσταση απόλυτης εξάντλησης αλλά και δημιουργικής έκρηξης ταυτόχρονα: έγραψε τη συλλογή «Άριελ» μέσα σε εκείνο το παγωμένο σπίτι. Η γραφή έγινε το μόνο της καταφύγιο, αλλά και η μαρτυρία μιας σταδιακής αποσύνδεσής της από τη ζωή. Ο «Γυάλινος κώδων» εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1963, τις ημέρες που εκείνη τελείωνε το «Άριελ». Τίποτε όμως δεν θα μπορούσε να τη σώσει. Η Πλαθ ένιωθε ότι η προδοσία του Χιουζ είχε καταστρέψει τον ίδιο της τον πυρήνα, και η απόφασή της να δώσει τέλος στη ζωή της ένα μήνα μετά, τον Φεβρουάριο του 1963, συνδέθηκε άρρηκτα με το αίσθημα της απόλυτης εγκατάλειψης από τον άνθρωπο που είχε ορίσει σαν το κέντρο της ύπαρξής της. Πέθανε από δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, βάζοντας το κεφάλι της μέσα στον φούρνο της κουζίνας της. Προηγουμένως, είχε φροντίσει να αφήσει φαγητό για τα παιδιά της στο διπλανό δωμάτιο.
Lucia Berlin (1936-2004)
Η Λουσία Μπερλίν ήταν Αμερικανίδα διηγηματογράφος που αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως μείζων λογοτεχνική φωνή αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό της. Μεγάλωσε σε διάφορες πόλεις της Αμερικής και της Χιλής, λόγω της δουλειάς του πατέρα της που ήταν μεταλλειολόγος. Αυτή η νομαδική ζωή, σε συνδυασμό με τις προσωπικές της εμπειρίες: τη φτώχεια, την εργασία σε χαμηλόμισθα επαγγέλματα (καθαρίστρια, νοσοκόμα, δασκάλα), τον αλκοολισμό και τις δύσκολες σχέσεις που είχε, τροφοδότησε το αφηγηματικό της υλικό. Τα διηγήματά της διακρίνονται για το χιούμορ, την αμεσότητα και την ικανότητά της να αναδεικνύει την ομορφιά μέσα στη σκληρή καθημερινότητα των περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Η ζωή της σημαδεύτηκε από μια μακρόχρονη και επώδυνη μάχη με τον αλκοολισμό, ο οποίος επηρέασε άμεσα την προσωπική της ζωή και τις οικογενειακές της σχέσεις, αλλά αποτέλεσε και κεντρικό πυλώνα των ιστοριών της. Η μάχη της με το αλκοόλ ήταν τόσο οργανικό κομμάτι της ζωής της, όσο και η ίδια η συγγραφή: μια καθημερινή πάλη που καθόριζε τη λειτουργικότητά της. Η ίδια αναγνώριζε πως η αδυναμία της να ελέγξει τον εθισμό της τη μετέτρεπε σε μια μητέρα —είχε τέσσερις γιους— απούσα ή συναισθηματικά απρόσιτη. Στο έργο της, το ποτό εμφανίζεται σαν μια αναγκαίο μέσο ανακούφισης για τον πόνο, τη μοναξιά και την απόγνωση. Κατάφερε τελικά να απεξαρτηθεί προς το τέλος της δεκαετίας του 1990, αλλά πέθανε πέντε μόλις χρόνια μετά, σε ηλικία 67 ετών, ταλαιπωρημένη από σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα. Παρά τη συγγραφική της αξία, παρέμεινε για χρόνια γνωστή μόνο σε μικρούς λογοτεχνικούς κύκλους. Η τεράστια επιτυχία της ήρθε το 2015, με τη μεταθανάτια έκδοση της συλλογής διηγημάτων «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς», που την καθιέρωσε σαν μια από τις πιο σημαντικές Αμερικανίδες συγγραφείς του 20ού αιώνα.
Reinaldo Arenas (1943-1990)
Ο Ρεϊνάλδο Αρένας ήταν ένας Κουβανός αντιφρονών συγγραφέας, γνωστός για την ασυμβίβαστη στάση του απέναντι στη δικτατορία του Φιντέλ Κάστρο αλλά και για τη λογοτεχνική του προσφορά που συνδύασε την έντονη αυτοβιογραφική διάθεση με τον μαγικό ρεαλισμό. Παρότι αρχικά υποστήριξε το πραξικόπημα, σύντομα ήρθε σε ρήξη με το καθεστώς λόγω της σφοδρής καταπίεσης της καλλιτεχνικής ελευθερίας των ανθρώπων, και της απηνούς δίωξης των LGBT ατόμων. Το έργο του θεωρήθηκε ανατρεπτικό και αντεπαναστατικό, και ο ίδιος υπέστη συστηματική λογοκρισία, φυλακίσεις και ζοφερά βασανιστήρια επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Το πιο διάσημο βιβλίο του είναι η αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πριν πέσει η νύχτα», στην οποία περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις διώξεις, τη ζωή στα κουβανέζικα σωφρονιστικά ιδρύματα, και την προσπάθειά του να επιβιώσει σαν καλλιτέχνης μέσα στο σκοτάδι. Το 1980, κατά τη διάρκεια της μαζικής μετανάστευσης από το λιμάνι Μαριέλ, κατάφερε να δραπετεύσει στις ΗΠΑ. Η εμπειρία της εξορίας, αν και του προσέφερε την πολυπόθητη ελευθερία, συνοδεύτηκε από ένα βαθύ αίσθημα αποξένωσης. Διαγνώστηκε με AIDS στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Συνέχισε να γράφει μέχρι το τέλος, έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασής του. Αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη το 1990, αφήνοντας ένα σημείωμα στο οποίο κατηγορούσε τον Φιντέλ Κάστρο για την καταστροφή της ζωής του. Το έργο του, μια κραυγή ενάντια στη φίμωση και μια ηχηρή καταγγελία του ολοκληρωτισμού, είναι ταυτόχρονα ένας ύμνος στην ανθρώπινη επιθυμία για ελευθερία, ακόμη και κάτω από τις πιο ασφυκτικές συνθήκες.
Roberto Bolaño (1953-2003)
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς λογοτέχνες. Μεγάλωσε αρχικά στη Χιλή και αργότερα στο Μεξικό. Οι χαρακτήρες στο έργο του, σαν άλλοι λογοτεχνικοί ντετέκτιβ, αναζητούν την αλήθεια σε έναν κόσμο γεμάτο βία, ιστορικά τραύματα και πολιτική διαφθορά. Το 1973 επέστρεψε στη Χιλή για να υποστηρίξει την κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε, αλλά μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ συνελήφθη και φυλακίστηκε. Είχε επιστρέψει με μια ποιητική αντίληψη για την επανάσταση, πιστεύοντας ότι η πνευματική και ιδεολογική δέσμευση αρκούσαν. Η βίαιη σύλληψή του τον έφερε αντιμέτωπο με τη στυγνή, μηχανική φύση του φασισμού, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι ο «επαναστατικός ενθουσιασμός» ήταν απροετοίμαστος για τη σκληρή πραγματικότητα του ολοκληρωτισμού, και η προσωπική του θυσία ήταν αμελητέα. Η επανάσταση δεν ήταν η ένδοξη περιπέτεια που φανταζόταν, αλλά μια καταστροφή που άφηνε τους ανθρώπους μόνους, τρομοκρατημένους και αναλώσιμους. Πίστευε πλέον πως ο ρομαντισμός είχε τυφλώσει τους ανθρώπους της γενιάς του, οδηγώντας τους σε επικίνδυνες αφέλειες. Μετά από αυτή την εμπειρία, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ευρώπη, κυρίως στην Ισπανία, ζώντας για χρόνια στο περιθώριο. Για να επιβιώσει, εργάστηκε σε μια σειρά από περιστασιακές και χαμηλόμισθες θέσεις. Υπήρξε νυχτοφύλακας σε κάμπινγκ, λαντζέρης, μεταφορέας, εργάτης απορριμματοφόρου. Ζούσε σε φτηνά νοικιασμένα δωμάτια, συχνά χωρίς θέρμανση ή βασικές ανέσεις. Παρά την εξαντλητική χειρωνακτική εργασία, ο Μπολάνιο επέδειξε μια σχεδόν εμμονική προσήλωση στη λογοτεχνία. Τη δεκαετία του 1980 και του 1990 έγραφε ασταμάτητα, όλο το βράδυ, παρέα με καφέ και τσιγάρο, μακριά από τη δημοσιότητα, περιμένοντας τη στιγμή που η αναγνώριση θα ερχόταν — κάτι που συνέβη μόνο μετά τη γέννηση των παιδιών του, όταν ένιωσε την πίεση να εξασφαλίσει οικονομικά την οικογένειά του. Η υγεία του όμως ήταν επιβαρυμένη λόγω μιας ηπατικής νόσου. Πέθανε στη Βαρκελώνη το 2003, σε ηλικία 50 ετών, ενώ περίμενε στην ουρά για μεταμόσχευση ήπατος.
David Foster Wallace (1962-2008)
Ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές και επιδραστικές φωνές της αμερικανικής λογοτεχνίας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από εξαιρετική πολυπλοκότητα, πλούσιο λεξιλόγιο, εκτενείς υποσημειώσεις, και μια ειρωνική ματιά στον σύγχρονο πολιτισμό. Το μυθιστόρημά του «Infinite Jest» (1996), το magnum opus του, είναι μια ογκώδης και πολυεπίπεδη σπουδή πάνω στην ψυχαγωγία, τον εθισμό, και την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση στη σύγχρονη εποχή. Εξέτασε με σπάνια οξυδέρκεια τη μοναξιά, την κατάθλιψη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και την κουλτούρα της διασκέδασης στις ΗΠΑ. Παρά την επιτυχία του έργου του, πάντως —ή ίσως εξαιτίας της—, ο Γουάλας ένιωθε βαθιά αποξενωμένος από τον κόσμο της διασημότητας. Η πίεση να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του «μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα» και το βάρος της ιδιοφυΐας του ενίσχυαν τα αισθήματα ανεπάρκειας που κουβαλούσε μέσα του έτσι κι αλλιώς. Κυρίως όμως: η ζωή του ήταν σημαδεμένη από μια μακροχρόνια και επίμονη μάχη με την κλινική κατάθλιψη — με τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Η νόσος είχε εμφανιστεί στη ζωή του ήδη από την εφηβεία, αλλά έγινε ιδιαίτερα οξεία κατά τη διάρκεια των κολεγιακών σπουδών του τη δεκαετία του 1980. Εκεί υπέστη το πρώτο του σοβαρό επεισόδιο, που τον οδήγησε σε νοσηλεία. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, η ζωή του ρυθμιζόταν από μια αυστηρή φαρμακευτική αγωγή. Ουσιαστικά, κρατιόταν από τα φάρμακα για να μπορεί να λειτουργεί καθημερινά και να γράφει. Μια επιλογή όμως να αλλάξει τη θεραπεία του το 2007, ελπίζοντας σε μια πιο διαυγή καθημερινότητα, αποδείχθηκε μοιραία: τα συμπτώματα της κατάθλιψης επέστρεψαν, και δη σε ανυπόφορο βαθμό. Η όλη κατάσταση, όπως την περιέγραψε ο ίδιος, θύμιζε κάποιον που βρίσκεται μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο και καλείται να επιλέξει αν θα καεί από τη φωτιά ή αν θα πηδήξει στο κενό από το παράθυρο. Ο Γουάλας επέλεξε την αυτοκτονία για να απαλλαγεί από το μαρτύριο.
Συμπεράσματα
Αν υπήρχε λόγος να βγάζαμε μερικά πολύ γενικά συμπεράσματα από τη συγκριτική εξέταση των είκοσι αυτών καταραμένων λογοτεχνών και του έργου τους, ίσως οδηγούμασταν μεταξύ άλλων και στα εξής:
- Επιχειρώντας να συγκεράσουμε το καλλιτεχνικό έργο με το τραύμα και την κοινωνική περιθωριοποίηση, τείνουμε να μετατρέπουμε την ανθρώπινη οδύνη σε θέαμα.
- Η κατάρα δεν συνιστά κάποιου είδους ενιαία κατάσταση. Αντίθετα, παρουσιάζει βαθιές έμφυλες, κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις.
- Η κατάρα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν προϋπόθεση λογοτεχνικής ιδιοφυΐας ή σαν παράσημο αυθεντικότητας. Η κατάθλιψη, ο αλκοολισμός, η ψύχωση κ.τ.π. δεν είναι σε θέση να γεννήσουν κανένα έργο: ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η λογοτεχνική αξία των ανωτέρω πεζογράφων και άλλων μεγάλων καταραμένων έγκειται στην ικανότητά τους να δώσουν αυστηρή μορφή και γλώσσα στις ακραίες εμπειρίες τους. Ξεχώρισαν, ΠΑΡΑ τα προβλήματά τους. Τα βιβλία των ανθρώπων αυτών δεν εξακολουθούν να είναι ενεργά και να προκαλούν επειδή οι δημιουργοί τους υπέφεραν για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αλλά επειδή είναι καλά βιβλία.
- Οι καταραμένοι συγγραφείς έχουν συχνά σκοτεινές και ηθικά προβληματικές πτυχές (στις παραπάνω περιπτώσεις, από ακραία μισανθρωπία έως συζυγοκτονία). Κανείς οφείλει να αποφεύγει την αγιοποίηση των δημιουργών. Η λογοτεχνική αξία δεν εξυγιαίνει, δεν δικαιώνει και δεν δικαιολογεί τον βίο ενός ανθρώπου (κάποιες φορές, απλώς, ίσως τον φωτίζει κιτικά).
- Για ορισμένους δημιουργούς, η κατάρα δεν πήγασε από εσωτερικές ψυχικές ασθένειες ή εθισμούς, αλλά από τη βίαιη σύγκρουσή τους με πολιτικά καθεστώτα και κοινωνικές δομές.
- Για τους άντρες δημιουργούς, η περιθωριοποίηση συνδέεται τις περισσότερες φορές με εξωστρεφείς εμπειρίες, όπως ο δρόμος, οι εθισμοί και η δημόσια πρόκληση. Η αυτοκαταστροφή τους συχνά «ρομαντικοποιείται», γεγονός που εμπεριέχει τον κίνδυνο μιας εύκολης, επιπολής, εξιδανίκευσής τους. Αλλιώς: οι περισσότεροι άντρες καταραμένοι συγγραφείς περνάνε με τον τρόπο τους καλά, ή έχουν συμπαθητική αντιμετώπιση από την κοινωνία και το αναγνωστικό κοινό.
- Η λογοτεχνική κατάρα στις γυναίκες σπάνια ταυτίζεται με τον ρομαντικό μύθο του περιπλανώμενου, μποέμ δημιουργού. Αντίθετα, λαμβάνει τη μορφή μιας εσωτερικευμένης ενδοοικογενειακής και συστημικής ασφυξίας και οικιακού εγκλεισμού, που τις καθιστά αόρατες ή τις εγκλωβίζει σε κοινωνικά προκαθορισμένους ρόλους (γάμο, μητρότητα κλπ.), σε ψυχιατρική διάγνωση και, συχνότατα, σε εκδοτική αδιαφορία ή υποτίμηση. Αλλιώς: οι περισσότερες γυναίκες καταραμένες συγγραφείς υφίστανται διπλή πίεση, και υποφέρουν πολλαπλά. Καμία σχέση με τους άντρες.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.