- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι Άλλες: Μάργκαρετ Γουάιζ Μπράουν, η γυναίκα με την ατίθαση καρδιά
Η συγγραφέας παιδικών βιβλίων που δεν συμπαθούσε τα παιδιά, και δεν ήθελε με τίποτα ένα δικό της — αλλά τα ήξερε όσο λίγοι
Γυναίκες που πρωταγωνιστούν σε διαφορετικές ιστορίες, και άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο
Μερικές ιστορίες είναι πολύ παράξενες, ή πολύ άβολες, για να μη χαθούν. Στην παρούσα στήλη, συγκεντρώνουμε μερικές από αυτές — μερικές από τις γυναίκες που η ιστορία δεν ήξερε πού να τις βάλει, οπότε δεν τις έβαλε πουθενά. Δεν είναι πάντα ηρωίδες. Δεν είναι πάντα αθώες. Αλλά είναι πάντα αληθινές.
Η Margaret Wise Brown γεννήθηκε στο Μπρούκλιν το 1910, δεύτερη από τα τρία παιδιά της Maude Margaret Johnson και του Robert Bruce Brown. Η μητέρα της είχε ανεκπλήρωτες θεατρικές φιλοδοξίες και συχνές περιόδους κατάθλιψης. Αν και η οικογένεια ανήκε στην, οικονομικά άνετη, ανώτερη μεσοαστική τάξη, το σπίτι τους δεν είχε καθόλου ζεστασιά. Οι γονείς της είχαν έναν δύσκολο γάμο, και η Μάργκαρετ πέρασε μια πολύ μοναχική παιδική ηλικία, ανάμεσα σε μεγάλους χώρους, πολλά κατοικίδια, και πολύ περισσότερα βιβλία.
Από μικρή ήταν αγοροκόριτσο, οξύθυμη και πεισματάρα· όταν θύμωνε, κρατούσε την αναπνοή της μέχρι να μελανιάσει, αναγκάζοντας την νταντά της να της βουτά το κεφάλι σε παγωμένο νερό για να πάρει ανάσα
Μεγάλωσε κυρίως στο Λονγκ Άιλαντ, διαβάζοντας συνεχώς παραμύθια, κυνηγώντας με την απόχη της πεταλούδες, και παίζοντας με γάτες, σκύλους, σκίουρους και κουνέλια. Από μικρή ήταν αγοροκόριτσο, οξύθυμη και πεισματάρα· όταν θύμωνε, κρατούσε την αναπνοή της μέχρι να μελανιάσει, αναγκάζοντας την νταντά της να της βουτά το κεφάλι σε παγωμένο νερό για να πάρει ανάσα. Τα παιδικά της χρόνια προεικόνιζαν την ενήλικη Μπράουν: επιμονή, θεατρικότητα, και πλήρης, κατηγορηματική άρνηση των ορίων που της επιβάλλονταν. Δεν ήθελε καθόλου να της λένε τι να κάνει.
Τα ημερολόγιά της αποκαλύπτουν έντονες συναισθηματικές φάσεις, ανησυχία για το βάρος της, μελαγχολικές διαθέσεις και πάθος για κάποιες από τις φίλες της
Στην εφηβεία της, και ενώ οι γονείς της ζούσαν μεταξύ Ινδίας και Κονέκτικατ, φοίτησε σε δύο οικοτροφεία: στην Ελβετία (Château Brilliantmont στη Λοζάνη το 1923,) και στη Μασαχουσέτη (Kew-Forest School και Dana Hall School). Στη Dana Hall διακρίθηκε για την ενέργεια και τις αθλητικές της επιδόσεις. Τα ημερολόγιά της αποκαλύπτουν έντονες συναισθηματικές φάσεις, ανησυχία για το βάρος της, μελαγχολικές διαθέσεις και πάθος για κάποιες από τις φίλες της — σχέσεις που προμήνυαν μια ζωή στην οποία η επιθυμία δεν θα περιοριζόταν από τις κοινωνικές νόρμες.
Το 1928 γράφτηκε στο Hollins College στη Βιρτζίνια, από όπου αποφοίτησε το 1932 με πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας. Αν και όχι τυπικά επιμελής, η καθηγήτριά της Marguerite Hearsey την ενθάρρυνε να γράψει, και η Μπράουν, πράγματι, της αφιέρωσε το πρώτο της βιβλίο. Κατά τα φοιτητικά της χρόνια —ήταν πάντα αναγνώστρια ολκής— διάβασε Marcel Proust, Virginia Woolf και Gertrude Stein. Ειδικά η Στάιν έγινε μια από τις λογοτεχνικές της εμμονές.
Αντί για τα παραδοσιακά παραμύθια με μάγισσες και νεράιδες, και τα αναπόφευκτα ηθικά διδάγματα, υποστήριξαν ότι τα μικρά παιδιά χρειάζονταν ιστορίες βασισμένες στις δικές τους, καθημερινές εμπειρίες και στον πραγματικό κόσμο που τα περιέβαλλε: κτίρια, ζώα της πόλης, πάρκα, τρένα κλπ.
Μετά την αποφοίτησή της μετακόμισε στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Παρακολούθησε ένα εργαστήρι μυθοπλασίας στο Columbia, πήρε μαθήματα ζωγραφικής, και συναναστρεφόταν νέους συγγραφείς. Για κάποιο διάστημα δοκίμασε να διδάξει, αλλά απέτυχε. Σχετικές αξιολογήσεις του 1936 σημειώνουν ότι δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα με μια μεγάλη ομάδα παιδιών· θύμιζε περισσότερο ποιήτρια παρά δασκάλα.
Η πορεία της άλλαξε όταν προσέγγισε το Bank Street College of Education, το πρωτοποριακό νεοϋορκέζικο εκπαιδευτικό ίδρυμα που είχε ιδρύσει η Lucy Sprague Mitchell. Η Μίτσελ και η ομάδα της άλλαξαν ριζικά την παιδική λογοτεχνία, με το κίνημά τους Here and Now. Αντί για τα παραδοσιακά παραμύθια με μάγισσες και νεράιδες, και τα αναπόφευκτα ηθικά διδάγματα, υποστήριξαν ότι τα μικρά παιδιά χρειάζονταν ιστορίες βασισμένες στις δικές τους, καθημερινές εμπειρίες και στον πραγματικό κόσμο που τα περιέβαλλε: κτίρια, ζώα της πόλης, πάρκα, τρένα κλπ. Η Μπράουν ήρθε σε πολύ στενή και δημιουργική επαφή με αυτές τις ρηξικέλευθες ιδέες που επαναπροσδιόριζαν τη μορφή και τον σκοπό των παιδικών βιβλίων, πήρε στα σοβαρά την αισθητηριακή εμπειρία τού πολύ μικρού παιδιού, και άρχισε να γράφει χωρίς να νιώθει μια πιεστική ανάγκη για συμβατική, παραδοσιακού τύπου πλοκή. Αντίθετα, αποφάσισε να δίνει έμφαση στον ρυθμό, τον φόβο και την παρηγοριά. Ήταν πράγματα που τα ήξερε καλά.
Το 1937 εξέδωσε το πρώτο της παιδικό βιβλίο, «When the Wind Blew». Ακολούθησαν δεκάδες ακόμη τίτλοι, συχνά με ψευδώνυμα (Golden MacDonald, Timothy Hay κ.ά.). Συνεργάστηκε με σημαντικούς εικονογράφους, όπως ο Clement Hurd, με τον οποίο έφτιαξαν το «The Runaway Bunny» (1942) και το κλασικό «Goodnight Moon» (1947). Το τελευταίο, μια τελετουργική καταγραφή αντικειμένων που καληνυχτίζονται πριν από τον ύπνο, έγινε παγκόσμιο συνώνυμο της νυχτερινής ηρεμίας. Το 1938, ο εκδότης William R. Scott την προσέλαβε ως την πρώτη του editor παιδικών βιβλίων. Η Μπράουν έγραφε, επιμελούνταν και έκλεινε συμφωνίες με καταιγιστικούς ρυθμούς, εκδίδοντας πάνω από εκατό βιβλία και αφήνοντας πίσω της πολυάριθμα χειρόγραφα.
Αν και ταυτίστηκε με την απόλυτη ησυχία των βιβλίων της, η ίδια έζησε με αντισυμβατική ένταση. Ξόδευε τα χρήματά της άμεσα, χωρίς ποτέ να τα λογαριάζει· με μια από τις πρώτες της αμοιβές, σήκωσε ολόκληρο το καρότσι ενός πλανόδιου ανθοπώλη για να γεμίσει το διαμέρισμά της. Αργότερα, αγόραζε αυτοκίνητα και γούνες, έκανε ταξίδια, πήγαινε για κυνήγι, και έφτιαχνε σπίτια που έμοιαζαν με παιδικά σκηνικά, όπως το Cobble Court στη Νέα Υόρκη (ένα ξύλινο σπίτι χωρίς ηλεκτρικό στο 1335 της York Avenue, το τζάκι του οποίου ενέπνευσε το «Goodnight Moon») και το «Only House» στο νησί Βάιναλχεϊβεν του Μέιν, ένα απομονωμένο καταφύγιο με ασυνήθιστη αρχιτεκτονική.
Η Μάικλ, στα πενήντα της τότε και ήδη στον τρίτο της γάμο, ήταν μια πλούσια, επιβλητική ποιήτρια και ηθοποιός, πρώην σύζυγος του John Barrymore. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε από σχέση μέντορα και μαθητευομένης σε ερωτικό δεσμό
Συχνά δήλωνε ότι στην πραγματικότητα δεν της άρεσαν τα παιδιά, και σίγουρα δεν ήθελε δικά της. Αυτή η έλλειψη εξιδανίκευσης, λένε οι μελετητές του έργου της, έδωσε στα βιβλία της μια παράξενη ακρίβεια, και ένα σπάνιο αίσθημα «φανταστικού ρεαλισμού» που αγγίζει απαλά την παιδική καρδιά.
Η προσωπική της ζωή, άλλωστε, ήταν ιδιαίτερη και ξεχωριστή. Μετά από έναν σύντομο αρραβώνα στο κολέγιο, σχετίστηκε με διάφορους άντρες, αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ ούτε επιδίωξε την οικιακή ζωή. Και στα τριάντα της, το 1940, γνώρισε στο Βάιναλχεϊβεν την Blanche Oelrichs, γνωστή με το αντρικό ψευδώνυμο Michael Strange. Η Μάικλ, στα πενήντα της τότε και ήδη στον τρίτο της γάμο, ήταν μια πλούσια, επιβλητική ποιήτρια και ηθοποιός, πρώην σύζυγος του John Barrymore. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε από σχέση μέντορα και μαθητευομένης σε ερωτικό δεσμό. Όταν ο σύζυγος της Μάικλ απείλησε να την κλείσει σε άσυλο λόγω της φανερής και ρητά εκπεφρασμένης ομοφυλοφιλίας της, εκείνη διέφυγε με τη βοήθεια της Μπράουν και ξεκίνησε άμεσα διαδικασίες διαζυγίου.
Από το 1943, οι δυο τους συζούσαν ανοιχτά στο Gracie Square της Νέας Υόρκης. Η Μπράουν λειτουργούσε σαν σύντροφος και φροντίστρια, μέσα σε μια σχέση παθιασμένη αλλά άνιση. Η Μάικλ υποτιμούσε τα παιδικά της βιβλία —τα χαρακτήριζε «silly furry stories»— και την αποκαλούσε «Bunny-no-good». Η Μπράουν απορρόφησε αυτή την ένταση γράφοντας ποιήματα για τη «γεωμετρία» μιας καρδιάς πέρα από τα έμφυλα στερεότυπα. Τα ποιήματά της αυτά, που επισκιάζονται από τα παιδικά της βιβλία, έχουν ξεχωριστή θέση στο έργο της και διαβάζονται ολοένα και περισσότερο, μέσα και έξω από την LGBTQi+ κοινότητα.
Το 1950 η Μάικλ αρρώστησε από λευχαιμία. Η Μπράουν την ανέλαβε ολοκληρωτικά, και έμεινε δίπλα της μέχρι τον θάνατό της, αργότερα την ίδια χρονιά.
Δυο χρόνια μετά, γνώρισε και αρραβωνιάστηκε τον James Stillman «Pebble» Rockefeller Jr. Σχεδίαζαν να παντρευτούν στον Παναμά, αν και ο ίδιος είπε αργότερα ότι, στην πραγματικότητα, δεν μπορούσε να τη φανταστεί σε συμβατικό γάμο, και διατηρούσε πολλές επιφυλάξεις. Λίγους μήνες μετά τη γνωριμία τους, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού τους στη Γαλλία, υποβλήθηκε σε επέμβαση σκωληκοειδίτιδας στη Νίκαια. Για να δείξει στον γιατρό ότι ανάρρωσε και μπορούσε να βγει από το νοσοκομείο, σήκωσε απότομα το πόδι της. Ένας θρόμβος αποκολλήθηκε, προκαλώντας εμβολή. Ήταν μόλις 42 ετών.
Οι στάχτες της σκορπίστηκαν στο «Only House» στο Βάιναλχεϊβεν. Ήταν πολύ μεγάλη, πολύ διαφορετική, και πολύ ανυπόταχτη για τον κόσμο μας.
→ Το «Καληνύχτα, φεγγάρι» της Margaret Wise Brown με την εικονογράφηση του Clement Hurd (1908-1988) κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος σε έμμετρη μετάφραση του Αντώνη Παπαθεοδούλου. Το ιδιοφυές αυτό παιδικό βιβλίο καληνύχτας μιλά για ένα μικρό κουνέλι που, πριν κοιμηθεί, καληνυχτίζει ένα προς ένα όλα τα αντικείμενα και τις μορφές μέσα στο μεγάλο πράσινο δωμάτιό του. Αυτό που το κάνει πραγματικά αριστουργηματικό είναι η απλότητά του, καθώς λειτουργεί σαν έντυπο νανούρισμα που χαλαρώνει τον παιδικό νου και προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας. Παράλληλα, η εικονογράφηση ξεχωρίζει για την εναλλαγή χρωματιστών και ασπρόμαυρων σελίδων, αλλά και για τις έξυπνες λεπτομέρειες, όπως τα ρολόγια του δωματίου που προχωρούν σταδιακά από σαλόνι σε σαλόνι. Έχοντας ξεπεράσει τα 50 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, το βιβλίο αυτό είναι μια ιδανική επιλογή για παιδάκια ηλικίας από 2 έως 4 ετών.
Η Margaret Wise Brown (23.5.1910-13.11.1952) κατέρριψε τον μύθο ότι τα γαλήνια παιδικά βιβλία γράφονται από ήσυχες, «γλυκές» υπάρξεις, που χαμογελούν συγκαταβατικά στα παιδάκια. Η απλότητα που πρότεινε η ίδια γεννήθηκε μέσα από την αφαίρεση και από τη βαθιά γνώση της ανησυχίας και του αποχωρισμού. Το «Goodnight Moon» απορρίφθηκε αρχικά από την ισχυρή βιβλιοθηκονόμο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, Anne Carroll Moore, αλλά τελικά καθιερώθηκε σαν ένα αθάνατο, και ανεξάντλητο, κλασικό έργο. Η Μπράουν θα μας έκλεινε το μάτι, αν μας έβλεπε να το ακούμε αυτό. Ήταν μια ατίθαση καρδιά.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.