Βιβλιο

Κατερίνα Αγυιώτη: «Το χιούμορ κάνει πιο ανεκτή την ειλικρίνεια πάνω σε θέματα που πονάνε»

Η Κατερίνα Αγυιώτη μιλάει για το βιβλίο της «Η τσουλήθρα και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Τεχνοδόμιον), για τη ζωή της, τη γραφή, την έμπνευση και το παράδοξο

Αγγελική Μπιρμπίλη
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Κατερίνα Αγυιώτη μιλάει για το βιβλίο της «Η τσουλήθρα και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Τεχνοδόμιον), για τη ζωή της, τη γραφή, την έμπνευση και το παράδοξο

Λίγες φορές έχει τύχει ένα γράμμα που συνοδεύει ένα (καινούργιο) βιβλίο να σε κάνει να γελάσεις και να σε οδηγήσει να αναζητήσεις τον/τη συγγραφέα του – ακόμη κι αν χρειαστεί να ψάξεις. Ναι, η Κατερίνα Αγυιώτη δεν είχε βάλει στοιχεία επικοινωνίας στον φάκελο, αλλά το «λοξό» βιβλίο της «Η τσουλήθρα και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Τεχνοδόμιον) άξιζε τον κόπο.

Η Κατερίνα Αγυιώτη ζει στην Αγγλία, οπότε δεν μιλήσαμε από κοντά, αλλά δεν πειράζει· όλα κρύβονται στις σύντομες ιστορίες της «Τσουλήθρας». Σε αυτές η συγγραφέας εξερευνά τα όρια ανάμεσα στο γνώριμο και το απρόσμενο, στη μνήμη και τη φαντασία, σ’ αυτό που βλέπουμε και σ’ αυτό που κρύβεται πίσω από την επιφάνεια. Με τη λιτή, ιδιαίτερη γραφή της, φωτίζει εκείνες τις μικρές ρωγμές της καθημερινότητας μέσα από τις οποίες εισβάλλει το παράδοξο, και τον τρόπο με τον οποίο η κανονικότητα μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε κάτι απρόβλεπτο. Η ίδια μάς διαβεβαίωσε πως «ό,τι εξιστορείται είναι υπερβολικά αληθινό· υπολογίζω ότι το κάθε μικροκείμενό μου περιέχει γεγονότα σε ποσοστό 150% περίπου». Επίσης, απαντά σε μερικές ερωτήσεις για το βιβλίο, για τη γραφή, την έμπνευση και τους παράξενους δρόμους που μπορεί να ακολουθήσει στο μυαλό του συγγραφέα μια ιστορία μέχρι να φτάσει στον αναγνώστη.

Κατερίνα Αγυιώτη: Στο σύμπαν της Τσουλήθρας

― Πριν από τη σημερινή συζήτηση, μου έστειλες ένα πολύ ιδιαίτερο γράμμα. Δεν γράφουμε πια γράμματα. Εσύ πώς αποφάσισες να επικοινωνήσεις μαζί μας με αυτόν τον τρόπο;

Αγγελική, δεν θέλω να σε ταράξω, αλλά αυτό το ίδιο γράμμα το έστειλα σε άλλους δεκαεννιά κριτικούς, με μικρές τροποποιήσεις. Και θα ήθελα από το βήμα που μου δίνεις να στείλω σε αυτούς τους άλλους δεκαεννιά ένα μήνυμα: «Αγαπητοί δεκαεννιά κριτικοί, συγγνώμη που ξέχασα να βάλω στοιχεία επικοινωνίας στην επιστολή μου. Ακόμη κι η διεύθυνσή μου στον φάκελο είναι λάθος. Σίγουρα κάποια σκοτεινή ψυχολογική εξήγηση υπάρχει γι’ αυτό, αλλά ας μείνουμε στα πρακτικά: Η Αγγελική Μπιρμπίλη έκανε την έξτρα κίνηση κι επικοινώνησε με την εκδότριά μου στις εκδόσεις Τεχνοδρόμιο, η οποία της έδωσε το email μου, και γι’ αυτό δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσετε την ίδια θέση μ’ εκείνη στην καρδιά μου. Γιατί όποιος θέλει βρίσκει, αγαπητοί δεκαεννιά κριτικοί. Ωστόσο, το καταλαβαίνω ότι μερικοί έρωτες δεν είναι κεραυνοβόλοι, κι έτσι σας δίνω σήμερα από εδώ το email μου, για ευκολία. Είναι το agyioti@yahoo.com. Να είστε καλά, θα περιμένω μέχρι να με αγαπήσετε».
Ελπίζω να μου γράψουν και οι αναγνώστες.

― Πόσο αυτοβιογραφική είναι τελικά η «Τσουλήθρα»; Στο γράμμα σου λες ότι «όλα είναι 150% αληθινά», ενώ και το οπισθόφυλλο αφήνει να εννοηθεί ότι οι τόποι του βιβλίου είναι βιωμένοι. Πού τελειώνει η εμπειρία και πού αρχίζει η μυθοπλασία;

Επιμένω ότι δεν υπάρχει μυθοπλασία στα δικά μου κείμενα, αυτό που εκλαμβάνεται ως fiction είναι μια τολμηρή περιγραφή της πραγματικότητας. Νομίζω, το ξέρουμε όλοι σε έναν βαθμό ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα δεν ταιριάζει στον εαυτό της. Πρέπει να βρει κανείς με ποιο ψέμα θα καταφέρει να είναι ειλικρινής. Πρέπει να βρει τι διαστρέβλωση –με τη συμβατική έννοια– θα κάνει, για να μην αδικήσει κανένα στοιχείο του γεγονότος. Και μέσα στο γεγονός μπορεί να υπάρχουν δύο διαφορετικοί χρόνοι, δύο φαινομενικά αλληλοαποκλειόμενες επιθυμίες, πολλοί τόποι ταυτόχρονα⋅ μέσα στο γεγονός μπορεί να υπάρχει και η λύση του. Πολλές από τις ιστορίες του βιβλίου Συγχρονία, Απίθανα πράγματα, Τα ρολόγια της μάνας μου έχουν αυτό που συζητάμε σε πολύ κεντρική θέση. Βέβαια, δεν αποτελούν όλα τα κείμενά μου μια νίκη του «και, και» πάνω στο «είτε, είτε». Κάποιες ιστορίες είναι ολόκληρες μια μεταφορά ή μια παρομοίωση – εδώ αντικαθιστά κανείς κάτι με κάτι άλλο για το διαυγάσει, να το κάνει να είναι περισσότερο ο εαυτός του. Κάποιες άλλες είναι μια απλή σκηνή της καθημερινότητας που μπαίνει σε βάθρο για να νιώσουμε λιγότερο μόνοι υπαρξιακά, οι αναγνώστες κι εγώ.

― Θα μας μιλήσεις λίγο για τον εαυτό σου; Γεννήθηκες στον Βόλο, ζεις στο Λονδίνο; Πώς ξεκίνησε αυτή η διαδρομή και πόσο έχει επηρεάσει τη ματιά και τη γραφή σου; Με τι ασχολείσαι σήμερα πέρα από τη συγγραφή;

Δεν γεννήθηκα στον Βόλο, αυτές είναι ανακρίβειες που κυκλοφορούν στο ίντερνετ και λάθη των εκδοτών. Γεννήθηκα σε ένα φεγγάρι του πλανήτη Ουρανού, Μιράντα το λένε, δεν φαίνεται από τον Βόλο με γυμνό μάτι, αλλά μπορεί να φαίνεται από το ορεινό χωριό Σαλονίκη Θεσπρωτίας. Ό,τι μετακίνηση έκανα στη ζωή μου από το ένα μέρος στο άλλο ήταν από αγάπη κι ήταν γεμάτη φόβο. Σήμερα όντως ζω στο Λονδίνο, αλλά και πάλι όχι περισσότερο απ’ όσο ζω αλλού. Δουλεύω σε μια δομή ψυχικής υγείας, η οποία με έχει βοηθήσει πολύ. Επίσης, ασχολούμαι με τον απίθανο γιο μου, που είναι έφηβος και δεν μ’ αφήνει να ασχοληθώ μαζί του.

Η Louise Glück λέει στο «The Horse and Rider» κάτι σαν, «αν εγκαταλείψω το άλογό μου, που οι άλλοι μου λένε πως με δυσκολεύει, είναι σαν να εγκαταλείπω ένα κομμάτι μου, και ποιος ξέρει άραγε ποιο κομμάτι είναι αυτό». Ανάλογα, πώς να πει κανείς με σιγουριά ποια μέρη της διαδρομής του ήταν σημαντικά για την ανάδυσή του ως συγγραφέα. Οι ίδιες συνθήκες για τις οποίες μπορώ να σκεφτώ ότι, ας πούμε, θεμελίωσαν ή χαλύβδωσαν τον συγγραφέα μέσα μου, μπορεί και να με καθυστέρησαν ή να με αποπροσανατόλισαν.

― Γιατί η μικρή φόρμα; Ερχόμενη από την ποίηση, θα έλεγες ότι απλώς μετακίνησες την ποίηση σε μια άλλη μορφή λόγου;

Στα δικά μου κείμενα η γραμμή μεταξύ ποίησης και πρόζας είναι αρκετές φορές θολή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το στοίχημα είναι το ίδιο: πρέπει να μην περισσεύει και να μην υπολείπεται τίποτα. Το βλέπω σαν μια οικονομία που σέβεται τον αναγνώστη. Και, δεν θέλω να παρεξηγηθώ, τυχαίνει σ’ εμένα ως δημιουργό αυτό να ταυτίζεται με την πολύ μικρή φόρμα. Υπάρχουν έργα μεγάλης φόρμας που είναι όσο ακριβώς πρέπει μεγάλα, που και σ’ αυτά δεν λείπει και δεν περισσεύει τίποτα. Δεν το λέω αυτό για να με συμπαθήσουν οι συνάδελφοι που γράφουν σεντόνια οι πιο πολλοί από εσάς θα έπρεπε να ντρέπεστε που μας ταλαιπωρείτε έτσι!

― Πώς γεννιούνται αυτές οι ιστορίες; Από μια εικόνα, μια φράση, μια ανάμνηση ή κάτι εντελώς τυχαίο;

Από κάτι εντελώς τυχαίο, το οποίο σιγά μην είναι τυχαίο.

― Το βιβλίο μοιάζει να αρνείται να γίνει «κανονικό». Στις ιστορίες σου το παράδοξο εμφανίζεται σχεδόν ως φυσική κατάσταση του κόσμου. Είναι μια συνειδητή αισθητική επιλογή ή προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο παρατηρείς την πραγματικότητα;

Αγγελική μου, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Πού βλέπεις το παράδοξο;

― Υπάρχει ένα κρυφό νήμα που ενώνει τις ιστορίες ή προτιμάς να ανακαλύπτει ο κάθε αναγνώστης το δικό του;

Μόνο εκ των υστέρων καταλαβαίνω και συχνά επειδή το επισημαίνει κάποιος αναγνώστης, ένας κριτικός, ο εκδότης, ο επιμελητής του βιβλίου ότι υπάρχουν κοινά νήματα στις ιστορίες ή στα ποιήματα μιας συλλογής μου. Δεν αποφάσισα ποτέ να γράψω ένα βιβλίο ποίησης ή διηγημάτων που θα μιλάει για κάτι, όπως δεν πήρα ποτέ μια απόφαση για τη φόρμα. Αυτά προκύπτουν από το να είναι κανείς επίμονος όταν γράφει, να επιμένει να μιλάει ως πρόσωπο για τα γεγονότα, που, όπως είπαμε, είναι 150% αληθινά.

Η αγαπημένη Στέλλα Βοσκαρίδου παρατήρησε κάτι εκ πρώτης όψεως αντιφατικό με αυτό που σου λέω εδώ: ότι δεν με νοιάζει να επιμεληθώ περαιτέρω ένα γραπτό μου, από τη στιγμή που για μένα έχει τελειώσει. Έχει δίκιο, αλλά με την εξής έννοια, ότι, όταν λέω «τελείωσε», έχω ήδη αντισταθεί τόσο πολύ στο βόλεμα (σ’ ένα πιο μακροσκελές κείμενο, σε φωνές που δεν είναι εντελώς δικές μου κ.λπ.), που έχει στερέψει η υπομονή μου. Αυτά στα οποία δεν δίνω σημασία μετά δεν είναι πυρηνικά. Λέγοντάς το αυτό, βέβαια, πρέπει επίσης να πω ότι, έπειτα από λίγο καιρό, όταν έχει κάνει τη δουλειά του το κείμενο, όταν μου έχει βρει φίλους και συντρόφους κι έχουμε όλοι ηρεμήσει ότι αυτό που έπρεπε να ειπωθεί ειπώθηκε, μπορώ και να το κάψω στην πλατεία. Ή στην πίσω αυλή. Μπορώ να το ξεχάσω, να το αρνηθώ, να παρέμβω και να το κάνω αγνώριστο, ή, ξαφνικά, να μην το αναγνωρίζω.

― Η τσουλήθρα είναι ένα παιδικό παιχνίδι, αλλά και μια εικόνα μετάβασης: από την ασφάλεια στην απώλεια ελέγχου, από τη βεβαιότητα στην αβεβαιότητα. Πώς γεννήθηκε αυτός ο τίτλος και τι συμβολίζει για σένα;

Είναι απλά το διήγημα το οποίο βάζεις πρώτο πρώτο, για να δώσει τον τόνο της συλλογής. Μου άρεσε και ηχητικά ως λέξη. Το εξώφυλλο είναι οργανικό κομμάτι σ’ αυτή την πρώτη εντύπωση. Διότι πρόκειται μεν για ένα παιδικό παιχνίδι, για το οποίο όμως βλέπει κανείς στο εξώφυλλο τα κατασκευαστικά σχέδια, δηλαδή την ενήλικη πλευρά του. Και πάνω σ’ αυτή τη δομή αναπτύσσεται το ωραίο και παράξενο κολάζ της Ελίνας Τραϊφόρου.

― Το χιούμορ στα κείμενα μοιάζει να οξύνει την αγωνία αντί να την εκτονώνει. Είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεις και τη ζωή;

Το χιούμορ κάνει πιο ανεκτή την ειλικρίνεια πάνω σε θέματα που πονάνε. Επίσης, προϋποθέτει μια απόσταση από το γεγονός, κάποιου βαθμού αποσύνδεση. Ξέρεις πως οι ψυχολόγοι διακρίνουν χονδρικά τη σχεδόν αυτόματη αντίδραση (reaction) από τη δευτέρου επιπέδου, σχεδιασμένη απόκριση (response). Προτιμώ να αποκρίνομαι, δηλαδή να έχω τη δυνατότητα του χιούμορ, και με αυτή την έννοια έχω χιούμορ όταν γράφω. Στην καθημερινότητά μου, που απαιτεί πιο άμεσες απαντήσεις, το άγχος μου με κάνει να αντιδρώ με αυτόν τον σχεδόν αυτόματο τρόπο, ο οποίος είναι και απλοϊκός για μένα, με αδικεί. Σε ένα ανέκδοτο ποίημά μου λέω: «Εμείς έχουμε χιούμορ, αλλά η ζωή μάς παίρνει στα σοβαρά».

― Η «Τσουλήθρα» μοιάζει να αντιστέκεται στις λογοτεχνικές ταμπέλες. Είναι συνειδητή επιλογή να γράφεις στα όρια των ειδών ή απλώς δεν σε απασχολεί σε ποια κατηγορία θα ενταχθεί ένα κείμενο;

Δεν είναι συνειδητή επιλογή. Με απασχολεί η κατηγορία και τα κοινά νήματα όταν φτάνω στην οργάνωση του υλικού με σκοπό την έκδοση. Εκεί αρχίζει η πλάκα  και η ταλαιπωρία. Αλλά είμαι τυχερή που με εμπιστεύτηκαν εκδότες σαν τον Φαρφουλά και το Τεχνοδρόμιο. Είναι τολμηροί κι έχουν διάθεση να παίξουν.

― Υπάρχουν συγγραφείς, ποιητές ή και άλλοι καλλιτέχνες με τους οποίους νιώθεις ότι συνομιλείς, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι απολύτως συνειδητό την ώρα που γράφεις;

Είναι τόσο πολλοί, που δεν θα πω κανένα όνομα. Αν είχα συνεχώς επίγνωση του πόσο μου έχουν γίνει εαυτός κάποια πράγματα που διάβασα στο παρελθόν κάτι που συνειδητοποιώ σε αναλαμπές πού και πού–, θα αισθανόμουν ολόκληρη μια απάτη.

― Οι ιστορίες της «Τσουλήθρας» αφήνουν ένα κενό που καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης. Όταν ολοκλήρωσες το βιβλίο, ένιωσες ότι είχες πει αυτό που ήθελες; Κι όταν τελειώσει κάποιος την ανάγνωση, τι να σκεφτεί;

Δεν έχω ιδέα τι θα γίνει το επόμενο λεπτό μετά την τελευταία λέξη της ιστορίας. Και δεν ξέρω τι συνέβη πριν. Ή, ίσως να είχα μια εικόνα για το πριν ή το μετά, αλλά να ήταν αδύναμη σαν να την ονειρεύτηκα, κι έτσι την εγκατέλειψα. Αν ήξερα περισσότερα πράγματα για τις ιστορίες μου, δεν θα τα έκρυβα, δεν είναι ένα κόλπο που κάνω. Κι όταν κάτι φαίνεται δίσημο ή ελλειπτικό, αυτό σημαίνει ότι έχω σταματήσει στο επίπεδο αφαίρεσης που είναι πιο σίγουρο, πιο στιβαρό.

Ένας σκηνοθέτης, ο οποίος σήμερα είναι καλός μου φίλος, μου συζητούσε πριν από μερικά χρόνια να κάνει το «Δεν βλέπω τη γυναίκα μου» ταινία μικρού μήκους. Θέλοντας να αναπτύξει τον χαρακτήρα, με ρωτούσε τα βιογραφικά στοιχεία του, τι δουλειά κάνει, πώς είναι το σπίτι που στο κείμενο αναφέρεται απλά ως «σπίτι». Πάγωσα εντελώς και δεν ήθελα να πω τίποτα. Αυτό που συνέβη εκεί ήταν ότι, με αυτή τη συζήτηση, δημιουργούσαμε ένα καινούργιο έργο, κι εγώ δεν ήμουν έτοιμη να απομακρυνθώ από το υπάρχον. Όταν, πιο πρόσφατα, είχα μια παρόμοια κουβέντα με μια σκηνοθέτρια, για διαφορετική ιστορία, ήξερα την αδυναμία μου κι είπα ότι προτιμώ να μην εμπλακώ στο σενάριο.

Όταν τελειώνει ένα βιβλίο, νιώθω ότι έχω πει αυτό που ήθελα – δηλαδή ότι έχω πει καλά την ιστορία, όχι κάτι που κρύβεται πίσω της. Τα κείμενα που δεν μου δίνουν αυτή την αίσθηση δεν έχουν καταφέρει να μπουν στο βιβλίο. Για τον αναγνώστη θέλω φιλία και κοινότητα. Θέλω να είμαστε μαζί.