Βιβλιο

Στέφανος Γερουλάνος: Η καταγωγή του ανθρώπου είναι μια ιστορία για το ποιοι είμαστε σήμερα

Γιατί κάθε εποχή ξαναγράφει την προϊστορία για να καταλάβει το παρόν της

Λουκάς Βελιδάκης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο ιστορικός των ιδεών Στέφανος Γερουλάνος μιλά στην ATHENS VOICE για την προϊστορία, την ανθρώπινη φύση και τους νέους μύθους της εποχής της AI

Κάθε φορά που σκύβουμε πάνω από ένα κρανίο ή ένα εργαλείο εκατομμυρίων ετών, νομίζουμε ότι ρωτάμε από πού ερχόμαστε, αλλά στην πραγματικότητα ρωτάμε ποιοι θέλουμε να είμαστε τώρα. Αυτή είναι, μέσες άκρες, η πρόκληση που κομίζει ο Στέφανος Γερουλάνος – κι ο λόγος που το βιβλίο του διαβάζεται λιγότερο σαν παλαιοανθρωπολογία και περισσότερο σαν ακτινογραφία του παρόντος.

Γεννημένος στην Αθήνα, με καταγωγή από το Ληξούρι, ο Γερουλάνος διδάσκει ιστορία των ιδεών και των επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και διευθύνει το Ινστιτούτο Remarque. 

Το βιβλίο του «Η καταγωγή του ανθρώπου» (The Invention of Prehistory) τιμήθηκε με το βραβείο Ralph Waldo Emerson. 

Τον συνάντησα στο Καφέ της Εθνικής Πινακοθήκης λίγες μέρες αφότου η «Οδύσσεια» του Νόλαν γέμισε τις αίθουσες.

Ο καθρέφτης

Το ξεκαθαρίζει από την αρχή. Το από πού κατάγεται ο άνθρωπος είναι ακριβώς αυτό που δεν τον ενδιαφέρει. Εστιάζει στο πώς συζητάμε την καταγωγή, πώς κάνουμε πολιτική πάνω σε αυτήν, πώς φτιάχνουμε μια ολόκληρη μυθολογία για το ποιοι είμαστε. 

Η εικόνα μας για τους πρώτους ανθρώπους, εξηγεί, δεν έρχεται μόνο από τα κόκαλα, αλλά από τρεις πηγές που μοιάζουν ασύνδετες: τα βιβλία τύπου Χαράρι, που μας λένε ποιοι είμαστε. Τους επιστήμονες που καλούνται να βγάλουν έναν ολόκληρο κόσμο από ένα κοκαλάκι, δυο δόντια, ένα κρανίο. Και, σε μεγάλο βαθμό, από τις ταινίες και τις σειρές.

«Εμείς που μεγαλώσαμε στη δεκαετία του ’80 είχαμε συγκεκριμένες εικόνες που μας κόλλησαν», σημειώνει, θυμίζοντας τον προϊστορικό ήρωα του «Μια φορά κι έναν καιρό... ο Άνθρωπος», με τη γενειάδα μεγαλύτερη από το σώμα του. 

Οι εικόνες μένουν. Και μετά «διαβάζουμε το παρελθόν, αλλά και το μέλλον, με βάση τις πιέσεις που έχουμε σήμερα».

Ο Νόλαν και το τώρα

Η Οδύσσεια του Νόλαν τού δίνει το τέλειο παράδειγμα. Μεγάλο μέρος απ’ αυτή τη μυθολογία πατάει σε σοβαρή δουλειά – όπως το «1177 π.Χ.», το βιβλίο για τη χρονιά που κατέρρευσε ο πολιτισμός, με τους Λαούς της Θάλασσας που διέλυσαν κράτη της εποχής. Κι όμως το αποτέλεσμα μιλάει για μας.

«Είναι απολύτως για το τώρα. Περιγράφει έναν δυτικό άνθρωπο, κουρασμένο από τη βία με την οποία χτύπησε τους εχθρούς του, που ξαφνικά ανακαλύπτει ότι κι ο δικός του κόσμος είναι διαλυμένος, ότι δεν έχει πια πού να κρυφτεί».

Σήμερα, συνεχίζει, τη θέση της παλιάς μυθολογίας την παίρνει η τεχνητή νοημοσύνη. Ο Χαράρι χτίζει μια εύπεπτη ιστορία της ανθρωπότητας: είμαστε επικοινωνία και φαντασία, γι’ αυτό φτάσαμε να φτιάχνουμε τους θεούς μας. 

Το πρόβλημα, υποστηρίζει ο Γερουλάνος, «δεν είναι μόνο εκλαΐκευση, είναι και πολιτικοποίηση: σου λέει ότι αυτός που μπορεί να εφεύρει το αύριο είναι ο καινούριος Θεός», τύπου Ζάκερμπεργκ.

Τα βιβλία τα οποία ψάχνουν να βρουν ένα τεράστιο κοινό, προσθέτει, χτίζονται πάνω σε μια παρήγορη υπόσχεση: έχεις δίκιο που ανησυχείς, απλώς ανησυχείς για τα λάθος πράγματα.

Τι πραγματικά ξέρουμε

«Ξέρουμε ελάχιστα για την ανθρώπινη προϊστορία. Έχουμε κόκαλα, κάποια εργαλεία, οστεολογία κυρίως». Δεν ξέρουμε πώς σκέφτονταν, δεν ξέρουμε την καθημερινότητά τους. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι των σπηλαίων έδιναν σημασία στα έργα που άφησαν στους τοίχους – αλλά όχι σε ποια. Κι όμως τα δημοφιλή βιβλία γι’ αυτούς είναι γεμάτα σαμάνους και τελετές.

«Έχουμε ορισμένα στοιχεία και μετά γεμίζουμε την υπόλοιπη εικόνα κατά το δοκούν, συχνά με τις καλύτερες προθέσεις».

Το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου χωράει σε λίγες λέξεις: «Η προϊστορία είναι θέμα ιδεολογικό». Κι ο Γερουλάνος εξηγεί ότι η εικόνα που κατασκευάζουμε για την προϊστορία υφαίνεται μέσα στην πολιτική και τη μυθοπλασία κάθε εποχής.

Για δύο περίπου αιώνες από το 1760 ως τη δεκαετία του 1950 αυτή η ιδεολογία είχε συγκεκριμένη πηγή: την αποικιοκρατία.

«Περιέγραφαν τους ανθρώπους του παρελθόντος με βάση τους ιθαγενείς λαούς που έβλεπαν. Οι Νεάντερταλ έμοιαζαν είτε με ιθαγενείς είτε με γορίλες». Το παρελθόν διαβαζόταν μέσα από τον «φυσικό άνθρωπο» του παρόντος, δηλαδή μέσα από λαούς που, υποτίθεται, ζούσαν χωρίς πολιτισμό, χάνοντας ολόκληρη τη διαδρομή που ενώνει το τότε με το τώρα.

Υπήρχε και μια αντίστροφη κίνηση, η πιο σκοτεινή. Όπως οι αυτόχθονες περιγράφονταν ως λαοί που «εξαφανίζονται», έτσι έμοιαζε να εξαφανίζεται και το παρελθόν.

Αν καταστρέφεις ολόκληρους λαούς και τους περιγράφεις ως εξαφανιζόμενους, όπως τάχα εξαφανίστηκαν και στο παρελθόν, δεν έχεις κανένα ηθικό ή πολιτικό πρόβλημα. Εσύ είσαι μια χαρά.

Έτσι, συμπληρώνει, νομιμοποιήθηκαν η αποικιοκρατία, ο ρατσισμός, οι πολιτικές της ανισότητας.

Παρομοίως λειτουργούσε και η ιδέα ότι ο «πολιτισμένος άνθρωπος» είναι ένα λεπτό βερνίκι: ότι κάτω από τον πολιτισμό βρίσκεται πάντα έτοιμος να εμφανιστεί ένας πρωτόγονος, βίαιος άνθρωπος.

Ο άνθρωπος και οι μηχανές του

Από το 1945 και μετά κάτι άλλαξε: «Μετά το Ολοκαύτωμα δεν ήταν πια εύκολο να μιλάς για ανθρώπινη φύση» αν την περιέγραφες, έπρεπε να αφορά όλους.

Έτσι, η ανθρώπινη φύση έγινε «τα κοινά μας»: από πού ερχόμαστε και πού είμαστε. Και σιγά σιγά άρχισε να ταυτίζεται με τις μηχανές που φτιάξαμε. Ήδη από τη δεκαετία του ’60 συζητούσαν αν τα εργαλεία είναι εξωτερικευμένα οστά ή εξωτερικευμένος εγκέφαλος.

Θυμάται μια λεπτομέρεια: όταν η Apple παρουσίασε τον Macintosh, το ετήσιο report προς τους μετόχους έγραφε απέξω «man is still the greatest computer of them all» (σ.σ.: «Ο άνθρωπος είναι ακόμα ο καλύτερος υπολογιστής απ’ όλους»). Το κλειδί, λέει, είναι το «still (σ.σ.: ακόμα)».

Ζούμε πια σε έναν διαρκή ντετερμινισμό: τι μπορούμε ακόμα να κάνουμε εμείς, τι δεν μπορούν ακόμα οι μηχανές. Μόνο που δεν είναι πλέον επιστημονική φαντασία.

Δύο αιώνες τώρα, ο άνθρωπος ταυτίζεται με την εργασία του. Και ξαφνικά δεν ξέρουμε τι θα σημαίνει η εργασία σε πέντε ή δέκα χρόνια.

Η ίδια αβεβαιότητα γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν μιλά για τον ίδιο τον άνθρωπο. «Είμαστε πλέον λίγο cyborg».

Το μηχάνημα λειτουργεί ήδη σαν «ένα έξτρα χέρι και έξτρα μάτια», μια προέκταση του σώματός μας, ενώ μπορούμε να αλλάζουμε μεγάλα κομμάτια του σώματός μας ώστε να επιβιώνουμε. Δεν ζούμε πια όπως ζούσαν οι άνθρωποι ούτε πριν από σαράντα χρόνια: η τροφή που φτάνει από την άλλη άκρη του κόσμου, τα φάρμακα, οι βιταμίνες, οι τεχνολογίες που ενσωματώνονται στην καθημερινότητά μας αλλάζουν τον ίδιο τον οργανισμό και τον τρόπο με τον οποίο ζει.

Το παράδοξο είναι ένας άνθρωπος που «παριστάνει ότι είναι όλο και πιο δυνατός και όλο και πιο μεγάλος», ενώ ταυτόχρονα γίνεται «όλο και πιο ανήμπορος μπροστά στα πράγματα τα οποία έχει δημιουργήσει».

Οι μεγάλες αφηγήσεις

Πίσω απ’ όλα αυτά κρύβονται οι μεγάλες αφηγήσεις γιατί είναι πιο εύκολο να πεις «αυτή είναι η μεγάλη μας ιστορία, παρά αυτή είναι η ανθρώπινη φύση». 

Για τη σοβιετική αφήγηση υπήρχε ο «πρωτόγονος κομμουνισμός», ένας κόσμος πριν από τον καπιταλισμό, με διαφορετικές οικογενειακές και κοινωνικές ιεραρχίες. Από την άλλη, στις αντικομμουνιστικές και καπιταλιστικές αφηγήσεις κυριαρχούσε περισσότερο η εικόνα του δημιουργικού ανθρώπου και των ηγετών που ανοίγουν τον δρόμο προς το μέλλον.

Και από το 1989 και μετά, στον νεοφιλελευθερισμό και σε μια μερίδα της δεξιάς, ο δημιουργικός άνθρωπος έγινε ο entrepreneur που, σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, καταπιέζεται απ’ όλους τους άλλους. 

Από εκεί, προειδοποιεί, ο δρόμος για την επιστροφή παλιών δαιμόνων είναι σύντομος: «επιστρέφουν στην ευγονική, στον ρατσισμό».

Όταν λες πως ο άνθρωπος είναι «φαντασία και επικοινωνία», «καταλήγεις να δημιουργείς αυτά τα ιδεώδη... και λέμε αυτός είναι καλύτερος, ο άλλος δεν μας λέει κάτι».

Ο Τραμπ ως σύμπτωμα

Τον ρωτάω αν ο Τραμπ προσωποποιεί αυτή την ιδεολογία. Δεν τον βλέπει σαν πρόσωπο, τον βλέπει σαν σύμπτωμα. «Ο Τραμπ είναι κατά κάποιον τρόπο το τέλειο σύμπτωμα μιας συγκεκριμένης εποχής, όπου έχουν διαλυθεί τα παλιότερα κόμματα».

Οι Δημοκρατικοί υπόσχονταν επί χρόνια στους εργάτες των ορυχείων μια καλύτερη ζωή· τα ορυχεία έκλειναν κι ο κόσμος κάποτε έπαψε να πιστεύει.  

Ο Τραμπ ενσάρκωσε έναν χαρακτήρα νέων ανδρών που θέλει να πει «I made it» και ταυτόχρονα, αν δεν τα κατάφερε, φταίει κάποιος άλλος.

Είναι ένας τρόπος να λένε τόσοι άνθρωποι πως δεν φταίνε οι ίδιοι, κι ας διαλυθεί λίγο το σύστημα, μπας και βγει κάτι καλύτερο 

Πάνω σε αυτό ανθίζουν οι θεωρίες συνωμοσίας. «Δεν ξέρουμε αν έστω και τα μισά απ’ όσα βλέπουμε στο YouTube είναι αληθινά ή προϊόν τεχνητής νοημοσύνης».

Πού πάμε

«Ειλικρινά, δεν ξέρω πού πάμε», παραδέχεται όταν του ζητώ μια πρόβλεψη για το «αύριο». Ζούμε σε μια ρευστότητα που δεν προλαβαίνουμε να αντιληφθούμε, με επικεφαλής της υπερδύναμης τον ίδιο τον ορισμό της αβεβαιότητας και μια χούφτα τεχνολογικών ηγετών, ο ένας πιο παράξενος από τον άλλο από τον Μασκ και τον Άλτμαν ως τον Αμοντέι ή τον Χασάμπις. 

Κάποιες βεβαιότητες, προειδοποιεί, θα τις ξεχάσουμε: «Τα πανεπιστήμια σε τριάντα-πενήντα χρόνια θα μοιάζουν με τα μοναστήρια σήμερα».

Η έρευνα περνάει στα χέρια των μεγάλων εταιρειών, η επιστήμη υποχωρεί μπροστά στην τεχνολογία, κι ένα κομμάτι της Ευρώπης αποπροσανατολισμένο, χωρίς την αμερικανική στήριξη τρέχει βιαστικά προς μια δική του αυτονομία.

Στο ίδιο γεωπολιτικό τοπίο εντάσσει και τη διαφορετική πορεία ΗΠΑ και Κίνας στην τεχνητή νοημοσύνη. Επισημαίνει ότι στην Κίνα η AI αναπτύσσεται σε πλατφόρμες που δίνονται open source και το συνδέει με τη γενικότερη μετατόπιση πολιτικής και τεχνολογικής ισχύος προς την Ασία.

Και δίπλα σ’ αυτό βάζει ένα πρόβλημα που δεν εξαφανίζεται: «Η κλιματική αλλαγή δεν φεύγει επειδή οι techno brothers θα ήθελαν να την ξεχάσουμε».

Κατά τον ίδιο, η πίεση αυτή αφορά πλέον περισσότερο την Κίνα και την Ευρώπη, την ώρα που οι τεχνολογικές και πολιτικές ανακατατάξεις συνεχίζονται.

Για την Ευρώπη είναι ακόμη πιο αιχμηρός. Περιγράφει μια ήπειρο που «δεν ξέρει τι είναι, δεν ξέρει πού πάει», που έχει χάσει την προηγούμενη αμερικανική στήριξη και αναζητά ξανά την ταυτότητά της.

Δεν θεωρεί απαραίτητα κακό το ότι αναζητά ταυτότητα, αλλά βλέπει μια Ευρώπη που έχει γίνει περισσότερο reactive παρά δύναμη που καθορίζει την κατεύθυνση των πραγμάτων.

«Όταν μεγαλώναμε, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ο ορίζοντας του μέλλοντος. Τώρα είναι δύσκολο να το δει κανείς αυτό».

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συμπεριφορά του Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη, προσθέτει, την αναγκάζουν να κινηθεί πολύ γρήγορα προς μεγαλύτερη αυτονομία.

Το πιο εύθραυστο  

Τον ρωτάω τι θα ήθελε να κρατήσει ένας αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο. «Ο κόσμος της γνώσης που έχουμε δημιουργήσει είναι από τα πιο σημαντικά και πιο εύθραυστα πράγματα που έχουμε». 

Είναι ό,τι πιο δημιουργικό διαθέτουμε η ικανότητά μας να φτάνουμε κάπου υπεράνω, χωρίς να παύουμε να είμαστε άνθρωποι με όρια. Και είναι, την ίδια στιγμή, αυτό που μας ξέφυγε από τα χέρια: μια γνώση που ξεκίνησε από την επιστήμη και κατέληξε σε μια τεχνολογία δομική και λίγο καταπιεστική.

«Είναι κάτι που μας έχει ξεπεράσει και μας έχει, κατά κάποιον τρόπο, κολλήσει στη γωνία».

Ο άνθρωπος, πλέον, βρίσκεται σε μια κατάσταση που ξεπερνιέται. Και για να αντιληφθούν οι κοινωνίες τι σημαίνει αυτό το ξεπέρασμα «θα χρειαστούν να έχουν μια ιδέα τού τι και ποιοι είμαστε ως άνθρωποι».