Βιβλιο

«Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» του Χέρμαν Έσσε: Το ταξιδιωτικό βιβλίο ενός απρόθυμου ταξιδευτή

Ο γερμανός συγγραφέας αφηγείται τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει ποιητής, μιλά για την τέχνη της αφήγησης, τα πρότυπα για τους χαρακτήρες του, τη ζωγραφική.

Άρης Σφακιανάκης
ΤΕΥΧΟΣ 1006
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναγνώστης με αιτία: Παρουσίαση του βιβλίου «Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» του Χέρμαν Έσσε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Αχ, ο Χέρμαν Έσσε της χρυσής μου νιότης! Αυτή την εποχή διαβάζω ξανά τα βιβλία του χάρη στην επανακυκλοφορία τους από τις εκδόσεις Διόπτρα. Εκτός από την αναγνωστική απόλαυση, βιώνω και τη νοσταλγία του χαμένου για πάντα εκείνου χρόνου. Κι αφού από τα ελάχιστα πράγματα που εξακολουθώ να απολαμβάνω είναι τα βιβλία και τα ταξίδια, θα αναφερθώ σε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο του Χέρμαν Έσσε με τίτλο «Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» (σε μετάφραση Βασίλη και Κλεοπάτρας Τσάλη).

Ομολογώ ανερυθρίαστα πως στη Νυρεμβέργη δεν έχω φτάσει μέχρι τις μέρες μας – και το πιθανότερο είναι πως δεν θα φτάσω ποτέ. Οπότε, βρήκα ιδανική ευκαιρία να ταξιδέψω σ’ εκείνα τα μέρη διαμέσου της πένας του μεγάλου συγγραφέα, που πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1946, και να ζήσω μαζί του τη διαδρομή και τα συναισθήματα που του δημιούργησε.

Η αφορμή για το ταξίδι του Έσσε είναι η πρόσκληση να διαβάσει κείμενά του στο αναγνωστικό κοινό της πόλης. Ο συγγραφέας βαριέται. Καμία αίσθηση δεν του προκαλούν αυτές οι εκδηλώσεις. Τα καλοκαίρια προτιμά να βγαίνει στις εξοχές και να ζωγραφίζει. Αλλά, ας ακούσουμε τον ίδιο:

«Για έναν συγγραφέα, έναν ήσυχο κάτοικο της υπαίθρου και άνθρωπο του γραφείου που ταξιδεύει ελάχιστα, η σκέψη ότι τη δωδεκάτη του μεθεπόμενου μήνα πρέπει ανυπερθέτως να κάνει μια ανάγνωση στην τάδε ή στη δείνα πόλη είναι υπό ορισμένες συνθήκες φρικτή. Δεν είναι διόλου απίθανο να είναι κανείς άρρωστος εκείνη την εποχή! Δεν είναι διόλου απίθανο εκείνη ακριβώς η στιγμή να είναι μια ευνοϊκή περίοδος για την εργασία του, να είναι η κατάλληλη στιγμή που μάταια περίμενε τόσο καιρό – και τότε πρέπει στη μέση της καλύτερης δουλειάς του να τα αφήσει όλα στην άκρη για πολλές ημέρες, να φτιάξει τις βαλίτσες του, να μελετήσει δρομολόγια, να ταξιδέψει, να κοιμηθεί σε αφιλόξενα κρεβάτια ξενοδοχείων σε ξένες πόλεις και να διαβάσει τα ποιήματά του σε ξένους ανθρώπους, ποιήματα με τα οποία τη δεδομένη στιγμή μπορεί να μην τον συνδέει τίποτα, που να τα θεωρεί ξεπερασμένα και ανόητα! Κι έτσι συχνά ο ποιητής με το δίκιο του μετανιώνει οικτρά όταν, έρμαιο της ματαιοδοξίας του, της φιλοχρηματίας του ή του πάθους του για τα ταξίδια, πέφτει στην παγίδα να κάνει μια ανάγνωση ενώπιον κοινού».

Το ταξιδιωτικό κείμενο του Έσσε είναι γεμάτο χιούμορ. Ιδού τι γράφει για τα ταξίδια με το τρένο: «Ένας από τους κανόνες της ζωής πολλών σοφών είναι η ρήση: Ζήσε την κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου! Οπότε ποιος θα ήθελε την τελευταία του μέρα να ανασαίνει την κάπνα, να κουβαλάει βαλίτσες, να στριμώχνεται στα κιγκλιδώματα στις αποβάθρες και να περνάει απ’ όλες αυτές τις γελοίες διαδικασίες που απαιτούνται για ένα ταξίδι με τρένο;»

Τον κατανοώ απολύτως. Και πού να φανταζόταν τι θα τον περίμενε σε έναν σημερινό αερολιμένα με τα καινούργια ταξιδιωτικά μέτρα. Βέβαια, εσείς μπορείτε πάντα, ενώ περιμένετε υπομονετικά στις ουρές να διαβάσετε το «Ταξίδι στη Νυρεμβέργη».