Βιβλιο

Νάσια Διονυσίου - Κωνσταντία Σωτηρίου: Δύο νέες «πένες» της κυπριακής λογοτεχνίας

Η νέα γενιά της κυπριακής λογοτεχνίας μιλάει στην ATHENS VOICE

Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Νάσια Διονυσίου και η Κωνσταντία Σωτηρίου μιλούν στην ATHENS VOICE για τη γραφή, τη μνήμη, το τραύμα και τη θέση της κυπριακής λογοτεχνίας σήμερα

Διαβάζουμε τους συγγραφείς μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους· γνωρίζουμε τις σκέψεις τους, τους ήρωες και τον κόσμο που δημιουργούν. Κι όμως, πάντα θέλουμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για τους ίδιους: πώς γεννήθηκαν οι ιστορίες τους, τι τους διαμόρφωσε, πώς βλέπουν τον τόπο και την εποχή τους, τι είναι αυτό που τους κάνει να γράφουν.

Με αφορμή την παρουσία δύο βιβλίων στις μικρές λίστες των βραβείων λογοτεχνίας του «Αναγνώστη», τα οποία υπογράφουν οι συγγραφείς από την Κύπρο Νάσια Διονυσίου και Κωνσταντία Σωτηρίου, βρίσκω σημαντικό να τις ακούσουμε να μιλούν για τις διαδρομές τους. Δύο διαφορετικές συγγραφικές φωνές, που όμως συναντιούνται στην ευαισθησία με την οποία κοιτούν τους ανθρώπους και τον τόπο τους και μέσα από τις οποίες η κυπριακή λογοτεχνία ακούγεται όλο και πιο μακριά.

- Πάντα υπάρχει μια αρχή. Θυμάστε τι ήταν αυτό που έκανε εσάς να αποφασίσετε πως αυτά που γράφατε δεν θέλατε πια να τα κρατάτε μόνο μέσα σας; Και πώς αυτή η ανάγκη έκφρασης διοχετεύτηκε τελικά μέσα από τη λογοτεχνία;

Κωνσταντία: Γράφω (και διαβάζω) από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Για μένα η λογοτεχνία ήταν πάντα για πολλές ερωτήσεις η απάντηση. Νομίζω πάντα υπάρχει εκείνη η μαγική στιγμή που νιώθεις πως αυτό που γράφεις δεν μπορεί να μένει πλέον στα συρτάρια σου. Δεν μπορώ να προσδιορίσω πότε έγινε αυτό σε μένα ακριβώς. Ίσως η κατάλληλη στιγμή σημαίνει να μπορείς να νιώσεις την έκθεση της έκδοσης και την αγωνία της ανταπόκρισης. Δηλαδή, αν αυτά που γράφεις μπορούν να αφορούν και κάποιους άλλους.

Νάσια: Κι εγώ, όπως η Κωνσταντία κι ίσως οι περισσότεροι συγγραφείς, γράφω και διαβάζω από πάντα. Εκείνο, όμως, που με έκανε να θέλω να δοκιμάσω, πιο οργανωμένα και συστηματικά, να συγκροτήσω ένα λογοτεχνικό έργο ήταν τα πολλά κι αξεδιάλυτα συναισθήματα μέσα μου και η ανάγκη τους να πάρουν μορφή και φωνή, να εκφραστούν, να σημαίνουν – πρώτα και κύρια σε εμένα. Ο μοναδικός τρόπος που γνώριζα για να μην μείνουν σκιές ήταν να τα μετατρέψω σε λέξεις.

- Κύπριες συγγραφείς μέσα στον ευρύτερο κόσμο της ελληνικής λογοτεχνίας· έτσι νιώθετε ότι σας αντιμετωπίζουν; Πιστεύετε πως μια συγγραφέας από την Κύπρο χρειάζεται συχνά να ξεπεράσει πρώτα την αίσθηση ότι προέρχεται από μια μικρή λογοτεχνία;

Νάσια: Καθόλου. Πιστεύω πως η λογοτεχνία που γράφεται στην Κύπρο αντιμετωπίζεται στην Ελλάδα όπως κάθε λογοτεχνία που γράφεται στην ελληνική γλώσσα. Η λογοτεχνία που θέλω να γράφω, άλλωστε, παρότι εμπεριέχει τον τόπο μου, δεν εγκλωβίζεται ούτε εξαντλείται σε αυτόν, αλλά προσεγγίζει την εκτός τόπου και χρόνου ανθρώπινη συνθήκη, μέσα από τη δύναμη, την ομορφιά και την ευαισθησία των λέξεων. Κι αποτελεί τιμή μου που τα βιβλία μου βρήκαν ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό, τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου.

Κωνσταντία: Δεν ένιωσα ποτέ να με αντιμετωπίζουν έτσι, ίσως επειδή κιόλας δεν αντιμετωπίζω κι εγώ έτσι τον εαυτό μου. Είμαι μια συγγραφέας από την Κύπρο που γράφει και παλεύει με την ελληνική γλώσσα. Η λογοτεχνία που γράφω ανήκει στην ευρύτερη ελληνική λογοτεχνία αλλά ταυτόχρονα και στην κυπριακή λογοτεχνία. Όπως και η Νάσια, εμπεριέχω τον τόπο μου, αλλά δεν εγκλωβίζομαι σε αυτόν. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πριν από μας υπήρξαν και άλλοι Κύπριοι συγγραφείς που άνοιξαν για μας τον δρόμο να γράφουμε, να εκδίδουμε τα βιβλία μας στην Ελλάδα και να συνομιλούμε όχι μόνο με σύγχρονους συγγραφείς από την Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως.

- Τα βιβλία σας έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Υπάρχουν πλευρές της κυπριακής εμπειρίας που αισθάνεστε ότι δύσκολα γίνονται αντιληπτές από έναν ξένο αναγνώστη; Είναι μήπως και ο Έλληνας αναγνώστης ξένος;

Κωνσταντία: Θέλω να πιστεύω πως τα γραπτά μου έχουν την απαραίτητη αίσθηση οικουμενικότητας που τα κάνει οικεία στον ξένο αναγνώστη. Η μέχρι τώρα πορεία τους αυτό δείχνει. Ωστόσο, υπάρχουν πάντα τα κρυμμένα μυστικά της εντοπιότητας, εκείνες οι μικρές λεπτομέρειες που μόνο ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στην Κύπρο μπορεί να νιώσει. Ένα κλείσιμο του ματιού, αν θέλετε, που μπορεί να το νιώσει μόνο εκείνος με τον οποίο μοιράστηκες τα οικεία και τα αγαπημένα πράγματα. Ο Έλληνας αναγνώστης δεν είναι ποτέ ξένος, ο Ελλαδίτης μπορεί να είναι.

Νάσια: Τα περισσότερα μεταφρασμένα βιβλία που κι εμείς διαβάζουμε δεν κουβαλούν την ιστορική και γεωγραφική εμπειρία του δημιουργού τους; Είναι, ωστόσο, καλά βιβλία, στον βαθμό που αξιοποιούν αυτή την εμπειρία για να δημιουργήσουν συνδέσεις με τις εμπειρίες άλλων χρόνων, άλλων τόπων, άλλων ανθρώπων. Η δημιουργία μιας τέτοιας σχέσης μεταξύ του τοπικού με το οικουμενικό και του προσωπικού με το πανανθρώπινο αποτελεί επιδίωξη και των δικών μου βιβλίων. Να καθιστούν, τελικά, κοινά τα ξένα, καταργώντας την όποια έννοια «ξενότητας».

- Στα βιβλία και των δυο σας υπάρχουν συχνά άνθρωποι που η Ιστορία, η κοινωνία ή ακόμη και η καθημερινότητα μοιάζει να προσπερνά. Σας απασχολεί συνειδητά αυτή η ανάγκη να δοθεί χώρος σε φωνές ή χαρακτήρες που συνήθως μένουν στο περιθώριο;

Νάσια: Μα αυτό ακριβώς κάνει η λογοτεχνία: Μεταφέρει το άτομο, το κάθε μεμονωμένο άτομο, από τα παρασκήνια της Ιστορίας στην κεντρική σκηνή της και φωτίζει την προσωπική του ιστορία, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις μικρές και μεγάλες επιτυχίες, ματαιώσεις και αγωνίες του, τη δική του μοναδική αλήθεια. Τον καθιστά, όπως γράφει κάπου ο Κούντερα, «αναντικατάστατο», κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία ιδίως σε εποχές που μονόχνοτες ιδεολογίες και δογματικές βεβαιότητες αμφισβητούν τη μοναδικότητα και την αξία του κάθε ανθρώπου.

Κωνσταντία: Ναι, για μένα είναι πολύ σημαντικό να δώσω χώρο και φωνή σε ανθρώπους που η επίσημη ιστορία ή το εθνικό αφήγημα ξεχνούν και αφήνουν στο περιθώριο. Είτε αυτοί είναι γυναίκες είτε ο περιβόητος «άλλος». Με ενδιαφέρουν επίσης οι μικρές λεπτομέρειες, οι προσωπικές απώλειες, το προσωπικό τραύμα. Αυτά πιστεύω συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα και κάνουν αυτά που γράφουμε να αφορούν και κάποιους άλλους.

- Η πολύ έντονη παρουσία γυναικών στον σύγχρονο ελληνόφωνο λογοτεχνικό χώρο είναι, πιστεύετε, αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που έγινε πιο έτοιμη να τις ακούσει ή αποτέλεσμα γυναικών που αποφάσισαν πιο δυναμικά να μιλήσουν μέσα από αυτόν;

Κωνσταντία: Κανένα από τα δύο. Οι γυναίκες πάντα έγραφαν και θα γράφουν όταν μπορέσουν να βρουν μια γωνιά, το περιβόητο δικό τους δωμάτιο.

Κωνσταντία Σωτηρίου - Νάσια Διονυσίου

Νάσια: Εγώ, αντιθέτως, θα έλεγα και τα δύο! Η δική μου αντίληψη είναι ότι πράγματι εμφανίζεται μια πιο χειραφετημένη έμφυλη οπτική στη σύγχρονη λογοτεχνία, που αφενός αντανακλά τις κοινωνικές και ταυτοτικές διεργασίες εντός της κοινωνίας, και αφετέρου αποζητά να υπονομεύσει τις καθιερωμένες, στη λογοτεχνία και ευρύτερα, μονοδιάστατες απεικονίσεις του φύλου και των επιτελέσεων της θηλυκότητας. Συμπίπτουν στην ανάγκη να ξαναγραφτούν τα πράγματα πρωτογενώς μέσα από τη βιωμένη εμπειρία, τη συνειδητή αυτοδιάθεση κι ένα ιδιότυπο αίσθημα γυναικείας αλληλεγγύης.

- Για πολλά χρόνια, το Κυπριακό — ο πόλεμος, η εισβολή, η απώλεια, η μνήμη — βρισκόταν σχεδόν στο κέντρο της κυπριακής λογοτεχνίας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρατηρήθηκε — και σχολιάστηκε αρκετά — η εμφάνιση μιας νεότερης γενιάς συγγραφέων που προσεγγίζει τον τόπο από διαφορετικές αφετηρίες: πιο προσωπικές, πιο κοινωνικές, κάποτε και πιο απενοχοποιημένες απέναντι στην ανάγκη να συνομιλούν συνεχώς με το εθνικό τραύμα. Αισθάνεστε κι εσείς αυτή τη διαφοροποίηση; Και αν ναι, γίνεται συνειδητά από μέρους σας; Μήπως αυτή η αλλαγή εκφράζει τελικά μια διαφορετική ωρίμανση της σχέσης με το ίδιο το τραύμα;

Νάσια: Η γενιά μου έχει σημαδευτεί από τα γεγονότα του ’74 και τις συνέπειές τους. Ωστόσο, για εμένα η λογοτεχνία δεν διερευνά την πραγματικότητα, αλλά την ύπαρξη – έννοια πολύ πιο σύνθετη, πιο αμφίρροπη, πιο δυναμική. Για να μπορέσω, λοιπόν, να μιλήσω για την ύπαρξη του τόπου μου και των ανθρώπων του –να τη γνωρίσω, να την εξηγήσω, να συμφιλιωθώ μαζί της, να εντοπίσω και να αναδείξω τις διαδρομές, τις αντιφάσεις και τις ιδιαιτερότητές της– αισθάνομαι πως πρέπει να κοιτάξω πιο πίσω, να ψάξω πιο βαθιά, να δω πιο σφαιρικά κι άρα από μεγαλύτερη απόσταση. Αυτή είναι η μοναδική διαφοροποίηση, η οποία με αφορά.

Κωνσταντία: Ο καθένας γράφει μέσα από το δικό του πρίσμα, τη δική του πραγματικότητα και τα δικά του προσωπικά τραύματα. Το Κυπριακό, η εισβολή, όλα όσα έζησε ο τόπος μας, όχι μόνο το 1974 αλλά και το 1963 και το 1967 με τις διακοινοτικές ταραχές, αποτελούν πληγή στη συνείδηση, στη μνήμη, στο σώμα και στην ψυχή μας. Προσωπικά δεν γράφω έχοντας στο μυαλό μου να διαφοροποιηθώ. Γράφω πρωτίστως για να καθαρίσω τη δική μου ψυχή και να αντιμετωπίσω τα δικά μου κληροδοτούμενα τραύματα. Η γραφή είναι μια διαδικασία ιαματική, δύσκολη, ψυχοφθόρα. Πόσο μάλλον όταν γράφεις για θέματα τόσο δύσκολα και τόσο επώδυνα. Το πώς προσεγγίζει κάποιος το (δικό του ή το εθνικό) τραύμα είναι ένα θέμα βαθύ και καθαρά προσωπικό, όπως και ο τρόπος που γράφει γι’ αυτό.

- Μεγαλώνοντας, μπορεί ένας συγγραφέας να πλησιάσει κάποια πράγματα διαφορετικά μέσα στη γραφή; Κι αν ναι, πιστεύετε ότι αυτό μας φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια μας ή πιο κοντά στην επιδεξιότητά μας;

Κωνσταντία: Γράφω διαφορετικά σε σχέση με το πώς έγραφα όταν ξεκίνησα. Το σκεφτόμουν πρόσφατα, πως έχασα κάτι από την αθωότητά μου. Την πιο κοριτσίστικη ματιά μου. Την ίδια στιγμή νιώθω πως η γραφή με βοήθησε να μεγαλώσω με κάποιον τρόπο. Κατάφερα να δω μέσα από το πρίσμα των λέξεων πολλά πράγματα. Το πολιτικό πρόβλημα στην Κύπρο μπορεί να είναι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά η αλήθεια (μου) είναι πως η γραφή με βοήθησε να κατανοήσω τη θνησιμότητα των πραγμάτων, των τόπων και των ανθρώπων.

Νάσια: Γράφω πια με μεγαλύτερη μεθοδικότητα, αλλά και με μεγαλύτερη ελευθερία. Συνεπώς ναι: και πιο κοντά στην επιδεξιότητά μου, και πιο κοντά στην αλήθεια μου.

- Και τέλος: αν είχατε τώρα την ευκαιρία να κάνετε μία ερώτηση η μία στην άλλη — ως συγγραφείς που πορεύονται παράλληλα μέσα στον ίδιο τόπο και την ίδια εποχή — ποια θα ήταν;

Νάσια: Νιώθω τυχερή που πορεύομαι όχι απλώς παράλληλα, αλλά μαζί με την Κωνσταντία, με την οποία μοιράζομαι και αποφορτίζω πολλές από τις αμφιβολίες και τις αγωνίες της πάλης μου με τη γραφή. Αυτό που θα τη ρωτούσα είναι: Έχεις συναίσθηση μέχρι πόσο πιο ψηλά μπορείς ακόμα να φτάσεις;

Κωνσταντία: Η Νάσια δεν είναι απλά μια συνοδοιπόρος στον δύσκολο δρόμο της γραφής, είναι μια φίλη πραγματική με την οποία μοιράζομαι κοινές αξίες, κοινά βιώματα, κοινές αγωνίες. Η συγγραφή είναι ένας δρόμος μοναχικός και δύσκολος και το να βρίσκεσαι παράλληλα με έναν άνθρωπο που μπορεί να αντιληφθεί την πάλη των λέξεων, την αγωνία της λευκής σελίδας, τις αμφιβολίες και τις δυσκολίες που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε σημαίνει περισσότερα από όσα θα μπορούσα να περιγράψω. Τι θα τη ρωτούσα; Αν θα το ξανάκανε με τον ίδιο τρόπο το γράψιμο, όλη αυτή την τρελή περιπέτεια που είναι η συγγραφή.

***

Μου έδωσαν τις ερωτήσεις τους, έτσι, χωρίς απάντηση. Κάτι θα θέλουν να μας πουν. Αλλιώτικη αυτή η νέα γενιά· το βλέπω. Με δύναμη και αποφασιστικότητα κι ας κρατάει ακόμα καλά τα μυστικά της. Γι’ αυτό κι εγώ ελπίζω πως θα βρουν τον τρόπο να χτίσουν τον κόσμο που χαλάσαμε εμείς.

* Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε και ζει στη Λευκωσία και εργάζεται στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχει γράψει τη νουβέλα «Μη γράφετε Αρθούρος» (Εκδ. Πόλις, 2025), τη νουβέλα «Τι είναι ένας κάμπος» (Εκδ. Πόλις, 2021), η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας Ελλάδας και μεταφράστηκε στα γαλλικά, ουκρανικά και σέρβικα, και τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά» (Εκδ. Ροδακιό, 2017), η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας Κύπρου και μεταφράστηκε στα σέρβικα. Έχει παρουσιάσει το λογοτεχνικό έργο της σε διεθνή φεστιβάλ, συμπεριλαμβανομένων των φεστιβάλ Μασσαλίας (2025), Παρισιού (2025), Γκέτεμποργκ (2024), Αθηνών-Επιδαύρου (2023), Χανίων (2022) και Βουδαπέστης (2021).

* Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και κάτοχος μεταπτυχιακού στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το μυθιστόρημά της «Η Αϊσέ πάει διακοπές» (Εκδόσεις Πατάκη, 2015) βραβεύτηκε με το Athens Prize for Literature και ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Κύπρου και Ελλάδας· οι «Φωνές από χώμα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2017) ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Κύπρου και Ελλάδας. Η νουβέλα της «Πικρία χώρα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2019) βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Κύπρου στην κατηγορία Διήγημα/Νουβέλα και ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 2021. Το «Brandy Sour» (Εκδόσεις Πατάκη, 2022) βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Κύπρου στην κατηγορία Μυθιστόρημα, ενώ κυκλοφόρησε στα αγγλικά (Foundry Editions, Ιούνιος 2023) και στα γαλλικά (Editions Heloise d’Ormesson). Το πιο πρόσφατο έργο της που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη είναι το μυθιστόρημα «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» (2025). Αναδείχθηκε νικήτρια του λογοτεχνικού Βραβείου της Κοινοπολιτείας 2019 της περιφέρειας Ευρώπης και Καναδά, αλλά και παγκόσμια νικήτρια του διαγωνισμού για το διήγημά της «Έθιμα θανάτου» που αποτελεί μέρος της «Πικρίας χώρας». Έχει επίσης γράψει το παιδικό βιβλίο «Η κουβέρτα του Τζον» (Τελεία, 2024), καθώς και θεατρικά έργα για ανεξάρτητες σκηνές και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες διηγημάτων στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ιαπωνικά, στα σέρβικα, στα δανέζικα και στα ιταλικά.