Βιβλιο

Ίαν ΜακΓιούαν, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Πατάκη

Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Ίαν ΜακΓιούαν, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (μετάφραση Κατερίνα Σχινά, 464 σελίδες, Εκδόσεις Πατάκη)

Το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» του Ίαν ΜακΓιούαν είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα, και πιο παράξενα, βιβλία της ύστερης περιόδου του μεγάλου αυτού συγγραφέα. Είναι ένα μετα-αποκαλυπτικό δίπτυχο μυθιστόρημα —δίπτυχο: η αφήγηση δομείται σε δύο μέρη που απέχουν μεταξύ τους έναν αιώνα και εξετάζουν τα ίδια γεγονότα από αντίθετες οπτικές γωνίες— που καταφέρνει να συνδυάσει διάφορα υποείδη: campus novel, ερωτικό δράμα, και λογοτεχνικό μυστήριο, μεταξύ των άλλων.

Ξεχωρίζει, ασφαλώς, για την κομψή και ακριβή πρόζα του ΜακΓιούαν, που καταφέρνει να συνδυάσει τη μελαγχολία ενός κατεστραμμένου κόσμου με το λεπτό ακαδημαϊκό χιούμορ. Κλασικό ψυχολογικό δράμα σχέσεων από την άλλη, μια βαθιά, ώριμη αλλά και εξαιρετικά επίκαιρη στοχαστική δημιουργία πάνω στη γνώση, την απώλεια και την τέχνη.

Η κεντρική υπόθεση τοποθετείται στον 22ο αιώνα, μετά από μια οικολογική και πυρηνική καταστροφή που έχει μετατρέψει τη Βρετανία σε μια ζώνη από διάσπαρτα νησιά. Ένας ακαδημαϊκός, ο Τομ Μέτκαλφ, ερευνά ένα χαμένο ποίημα του 2014, και, μέσα από αυτή την αναζήτηση, αρχίζει να ξετυλίγει ένα ισχυρό πλέγμα σχέσεων, προδοσιών και ιστορικών παρερμηνειών.

Όπως όλα τα βιβλία του είδους —αυτός είναι πάντα ο τρόπος της επιστημονικής φαντασίας έτσι κι αλλιώς—, ο ΜακΓιούαν χρησιμοποιεί βέβαια το μέλλον για να μιλήσει για το σήμερα, για τη σύγχρονη Ευρώπη, και, μεταξύ των άλλων, για την ασύγγνωστη αδυναμία μας να αντιληφθούμε το βάρος και την έκταση της κλιματικής καταστροφής. Το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» είναι όμως επίσης ένα βιβλίο για την ποίηση, την ιστορία, τη μνήμη, για τα ίχνη που όλοι αφήνουμε πίσω μας στο διαδίκτυο, και για την αδυναμία μας να γνωρίσουμε το παρελθόν με ακρίβεια, παρά την αφθονία των (ψηφιακών) δεδομένων. Ο ΜακΓιούαν δείχνει πώς η ιστορία παραποιείται, πώς οι προσωπικές σκοπιμότητες διαστρεβλώνουν τα γεγονότα, και πώς οι επόμενες γενιές τείνουν να εξιδανικεύουν ή να παρερμηνεύουν τις προηγούμενες.

Μολονότι ο Ίαν ΜακΓιούαν δεν θεωρείται συγγραφέας του Φανταστικού με τη στενή έννοια —καθώς το μεγαλύτερο μέρος του έργου του ανήκει στον ψυχολογικό ρεαλισμό, στο λογοτεχνικό θρίλερ και στο κοινωνικό μυθιστόρημα—, έχει παρ’ όλα αυτά τιμήσει ουκ ολίγες φορές την επιστημονική φαντασία, τη δυστοπία, και το weird, ενώ οι δύο πρώιμες συλλογές διηγημάτων του περιέχουν ιστορίες body horror, παραμόρφωσης, σεξουαλικού grotesque και weird λογοτεχνίας. (Εξ ου και ο νεαρός ΜακΓιούαν είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «Ian Macabre»).

Τα βασικά έργα του που εντάσσονται στο Φανταστικό, μαζί και με το τελευταίο του, είναι τα εξής:

  • «Ο τσιµεντόκηπος» (1978). Κλειστοφοβικό, gothic μυθιστόρημα με ατμόσφαιρα φθοράς και ψυχολογικού τρόμου.
  • «Χαμένο παιδί» (1987). Ένα από τα πρώτα βιβλία του όπου εισέρχονται μεταφυσικά ή παραεπιστημονικά στοιχεία. Περιλαμβάνονται επεισόδια χρονικής απορρύθμισης, οράματα κ.τ.π. Θα λέγαμε πως είναι «υπαρξιακή φαντασία».
  • «The Daydreamer» / «Ο ονειροπόλος» (1994). Παιδικό βιβλίο με καθαρά φανταστικά στοιχεία. Ένα αγόρι μεταμορφώνεται, αλλάζει σώματα, και ζει αλλόκοτες εμπειρίες. Το πιο ανοιχτά φανταστικό βιβλίο του πριν από τη δεκαετία του 2010.
  • «Solar» (2010). Αυτό είναι ένα καθαρό Near-future climate fiction (ή «cli-fi»).
  • «Καρυδότσουφλο» (2016). Εδώ αφηγητής είναι ένα έμβρυο μέσα στη μήτρα της μητέρας του.
  • «Μηχανές σαν κι εμένα» (2019). Επίσης καθαρό science fiction (alternate history και AI fiction). Εναλλακτική εκδοχή της δεκαετίας του ’80, όπου ο Άλαν Τούρινγκ έχει επιβιώσει και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ανδροειδή.
  • «Η κατσαρίδα» (2019). Σατιρική νουβέλα με στοιχεία καφκικού παραλόγου: μια κατσαρίδα μεταμορφώνεται σε… πρωθυπουργό της Βρετανίας.
  • «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (2025). Επίσης καθαρό science fiction. Μετα-αποκαλυπτικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται τον 22ο αιώνα μετά από μια κλιματική και πυρηνική κατάρρευση.

Πολύ σημαντικός σύγχρονος συγγραφέας, αγαπημένος πάρα πολλών, και έξοχη —φυσικά— για ακόμη μία φορά η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά

  • Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Όταν βγήκα από τη σκηνή στις επτά, η Ρόουζ ήταν σκυμμένη πάνω από την γκαζιέρα κι έφτιαχνε καφέ σικορέ, σπάνια πολυτέλεια. Κουβεντιάζοντας ευχάριστα και χαλαρά, φάγαμε πάλι ψωμί και μπάρα πρωτεΐνης, μαζί με τα σπογγώδη, πλέον, μήλα του περασμένου καλοκαιριού. Μάλλον πείραξαν τη Ρόουζ, γιατί αργότερα, όταν ντυθήκαμε κι ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε, πήγε στους θάμνους κι έκανε εμετό. Αφού της έφερα νερό και περίμενα να συνέλθει, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ήμουν καθισμένος σ’ ένα υγρό κούτσουρο στον κήπο των Μπλάντυ. Η απαλή κλίση του εδάφους μού ψιθύρισε ότι το σπίτι μάλλον βρισκόταν στα αριστερά μου. Η πορτούλα προς το μονοπάτι που οδηγούσε στο ρυάκι θα ήταν πάνω από εκατό μέτρα δεξιά μου. Φαντάστηκα μια αγανακτισμένη Βίβιεν, με την μπουκιά του πρωινού της στο στόμα, να ξεχύνεται από τον Αχυρώνα για να διώξει εμάς, τους ξεθεωμένους ταξιδιώτες, από την πελούζα της. Βασισμένος σε παλιές ταινίες, την έβαλα να μιλάει με τον επίπεδο, καλά αρθρωμένο τόνο της αγγλικής ελίτ του εικοστού αιώνα. Καθώς σηκώνομαι, της εξηγώ ότι ερχόμαστε από το μέλλον, ότι είμαστε πανεπιστημιακοί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση του συζύγου της. Αυτό δεν της αρέσει καθόλου και δεν μ’ αφήνει να τελειώσω. Μας προστάζει να φύγουμε αμέσως. Δεν θα βοηθούσε αν της εκμυστηρευόμουν τα συναισθήματά μου για εκείνην, ή αν της έλεγα ότι έχω διαβάσει τα ημερολόγιά της και γνωρίζω τις ημερομηνίες και τις συνθήκες θανάτου και του συζύγου της και εκείνης. Οι βρόμικοι εισβολείς πρέπει να φύγουν και να πάρουν μαζί τους τα συμπράγκαλά τους, συμπεριλαμβανομένων της αξίνας και του φτυαριού.

Η Ρόουζ είχε ξεκουραστεί στη σκηνή και τώρα ήταν έτοιμη. Παραπονεθήκαμε για τις μικροενοχλήσεις μας. Η πλάτη μου πονούσε, το μάτι μου ήταν μια χαρά, η φτέρνα της δεν την ενοχλούσε ιδιαίτερα, ο καρπός της όμως την πονούσε από το κουβάλημα της αξίνας. Ετοιμαζόμουν να της προτείνω να φορέσει τα γάντια μου στην επιστροφή, όταν η φράση πνίγηκε προτού την ξεστομίσω. Η ματιά μου περνούσε μέσα από τους λεπτούς, λευκούς κορμούς των σημύδων κι έβλεπα κάτι που νόμιζα πως ήταν ένα κομμάτι απότομου πράσινου λόφου στο βάθος. Έγειρα λίγο στο πλάι, και καθώς άλλαξε το οπτικό μου πεδίο κατάλαβα τι ήταν. Ένα απομεινάρι τοίχου, σκεπασμένο με βρύα. Το είδε και η Ρόουζ και σηκώθηκε. Πήγαμε αργά προς τα εκεί, σαν να θέλαμε να καθυστερήσουμε την απογοήτευση. Με ξερά κλαδιά στα χέρια, παραμερίσαμε την μπλεγμένη μάζα από πεσμένες φτέρες, βάτα και τσουκνίδες του περασμένου καλοκαιριού. Ο χτισμένος με πέτρα των Κότσγουολντς τοίχος υψωνόταν κάπου ενάμισι μέτρο και σχημάτιζε ένα μεγάλο ορθογώνιο μ’ ένα φαρδύ άνοιγμα εκεί που κάποτε ήταν η διπλή είσοδος. Κάτω από τα αγριόχορτα, διακρίνονταν τα σάπια δοκάρια της στέγης. Δεν υπήρχαν κεραμίδια. Ίσως είχαν αφαιρεθεί εδώ και χρόνια, για να χρησιμοποιηθούν αλλού. Σημύδες και μικρότερα φυτά είχαν αποικίσει το εσωτερικό του κτίσματος. Ο χώρος ήταν μεγάλος. Τα πόδια μας πατούσαν σπασμένα τούβλα που πρέπει να σχημάτιζαν τους εσωτερικούς τοίχους. Κάπου εκεί μέσα, η Βίβιεν καθόταν στο γραφείο της και ονειρευόταν το βιβλίο που δεν θα έγραφε ποτέ. Τώρα, έξω από το απομονωτήριό της, τα πυκνά βρύα είχαν καταλάβει τον τελευταίο πέτρινο τοίχο, μεταμορφώνοντάς τον σε μια περίπλοκη μορφή φυτικής ζωής.

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

2014: Κατά τη διάρκεια του πάρτι γενεθλίων της Βίβιεν Μπλάντυ, o σύζυγός της Φράνσις απαγγέλλει το ποίηµα «Μια κορόνα για τη Βίβιεν» σαγηνεύοντας τους παρευρισκόµενους. Αυτή είναι η πρώτη και τελευταία φορά που το έργο διαβάζεται µεγαλόφωνα και η περίσταση θεωρείται κορυφαίο λογοτεχνικό γεγονός. Εκατό χρόνια µετά, φίλοι της ποίησης, ερευνητές και µελετητές κάνουν εικασίες για το µήνυµα του ποιήµατος, ωστόσο κανένα αντίγραφό του δεν έχει ακόµη εντοπιστεί.

2119: Οι πεδινές περιοχές του Ηνωµένου Βασιλείου έχουν βυθιστεί εξαιτίας της ανόδου της στάθµης της θάλασσας µετατρέποντας τη χώρα σε ένα αρχιπέλαγος µε πολλά διάσπαρτα νησιά. Οι επιζήσαντες κουβαλούν την ανάµνηση της ποικιλίας και του πλούτου του καταποντισµένου αυτού πολιτισµού.

Ο Τοµ Μέτκαλφ, ερευνητής στο Πανεπιστήµιο Σάουθ Ντάουνς, µε έδρα ένα από τα νησιά του βρετανικού αρχιπελάγους, µελετά τα αρχεία των πρώτων δεκαετιών του εικοστού πρώτου αιώνα, γοητευµένος από τις ελευθερίες και τις δυνατότητες της ανθρώπινης ζωής πριν από την καταστροφή. Η τυχαία ανακάλυψη, ωστόσο, ενός στοιχείου που ελπίζει να τον οδηγήσει στο µεγάλο χαµένο ποίηµα φέρνει στο φως περιπεπλεγµένους έρωτες και ένα έγκληµα, ανατρέποντας τις βεβαιότητές του για µια ιστορία που πίστευε ότι γνώριζε σε βάθος.

Το «Τι µπορούµε να γνωρίζουµε» είναι ένα αριστούργηµα: µυθοπλαστικός άθλος, ερωτική ιστορία που µιλάει τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τις λέξεις που αφήνουν πίσω τους, λογοτεχνικό θρίλερ που συλλαµβάνει το παρόν µας απαλλαγµένο από την αίσθηση της επικείµενης καταστροφής και φαντάζεται έναν µελλοντικό κόσµο στον οποίο δεν έχουν χαθεί ακόµη τα πάντα.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

O Ίαν ΜακΓιούαν (γενν. 1948) έχει γράψει δύο συλλογές διηγηµάτων («First Love, Last Rites» και «In Between the Sheets») και τα µυθιστορήµατα «Ο τσιµεντόκηπος» (Γράµµατα, 1982), «Ξένοι στη Βενετία» (Σέλας, 1991), «Ο αθώος» (Σέλας, 1993), «Μαύρα σκυλιά» (Σέλας, 1994), «Έµµονη αγάπη» (Νεφέλη, 1999), «Σάββατο» (Νεφέλη, 2006), «Εξιλέωση» (Νεφέλη, 2008, νέα έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, 2024), «Στην ακτή» (Εκδόσεις Πατάκη, 2007, 2021), «Solar» (Εκδόσεις Πατάκη, 2010), «Χαµένο παιδί» (Εκδόσεις Πατάκη, 2013), «Επιχείρηση Zάχαρη» (Εκδόσεις Πατάκη, 2013), «Νόµος περί τέκνων» (Εκδόσεις Πατάκη, 2015), «Καρυδότσουφλο» (Εκδόσεις Πατάκη, 2017), «Μηχανές σαν κι εµένα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2019), «Η κατσαρίδα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2019), «Μαθήματα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2023). Το «Άµστερνταµ» (Νεφέλη, 1999, νέα αναθεωρηµένη έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, 2021) απέσπασε το βραβείο Booker το 1998.

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.