Βιβλιο

Ήρκος Αποστολίδης: Δεν μπορώ να βγάλω ένα βιβλίο όποτε θέλει ο εκδότης ή το αναγνωστικό κοινό

Ο συγγραφέας και ιστορικός μιλάει για τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Ζαρατούστρα και την κληρονομιά του ονόματός του

Γιώργος Δήμος
Γιώργος Δήμος
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ήρκος Αποστολίδης: Δεν μπορώ να βγάλω ένα βιβλίο όποτε θέλει ο εκδότης ή το αναγνωστικό κοινό
Ήρκος Αποστολίδης © Κωνσταντίνος Βορβής

Ήρκος Αποστολίδης: Οι μεταφράσεις των κειμένων του Νίτσε στα ελληνικά, ο Ρένος Αποστολίδης και η επιρροή της οικογένειας στα ελληνικά γράμματα

«Σα γίνηκε ο Ζαρατούστρας τριάντα χρονώ, παράτησε την πατρίδα του, και τη λίμνη της πατρίδας του, και τράβηξε στα βουνά. Εδώ, το πνεύμα του απόλαυσε και τη μοναξιά του, και δέκα χρόνια δε βαρέθηκε. Τέλος, όμως, άλλαξ’ η διάθεση της καρδιάς του, κ’ ένα πρωί, το γλυκοχάραμα, πετάχτηκε ορθός, βάδισε κατάματα στον ήλιο, και του μίλησε έτσι: “Σύ άστρο τρανό! Δίχως κείνους που φωτάς —ποια η ευτυχία σου;”»

Έτσι ξεκινάει η νέα μετάφραση του κλασικού έργου «Τάδε έφη Ζαρατούστρας», του Φρίντριχ Νίτσε — ίσως του επιδραστικότερου φιλοσόφου όλων των εποχών — με την οποία ο φιλόλογος, ιστορικός και συγγραφέας Ήρκος Ρ. Αποστολίδης ασχολείται τα τελευταία επτάμισι χρόνια. Έχοντας ξεκινήσει το μεταφραστικό του έργο με την μνημειώδη «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου» σε 6 τόμους, του Γερμανού ιστορικού Γιόχαν Γκούσταφ Ντρόυζεν, την οποία μετέφρασε, μεταξύ των ετών 1985 και 2009, από κοινού μαζί με τον αδελφό του Στάντη, αλλά και τον πατέρα του, τον θρυλικό συγγραφέα και δημοσιογράφο Ρένο Αποστολίδη, ο Ήρκος Αποστολίδης, σε συνεργασία με τον αδελφό του και τον εκδοτικό οίκο Gutenberg, ασχολείται από το 2012 με ακριβείς (και γι’ αυτό ιδιαίτερα χρονοβόρες) μεταφράσεις θεμελιωδών έργων της αρχαίας Ελληνικής και της νεότερης ευρωπαϊκής Γραμματείας, οι οποίες πάντα συμπεριλαμβάνουν και τον ενδελεχή σχολιασμό τους.

Συναντώ τον Ήρκο Αποστολίδη στο γραφείο του, στον Χολαργό, που, όπως μου λέει, είναι «αφιερωμένο στον Νίτσε», καθώς είναι γεμάτο από εκδόσεις του έργου του σε διάφορες γλώσσες, αλλά και έργα που σχετίζονται με τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο. Ο μεταφραστής του «Ζαρατούστρα» μίλησε στην Athens Voice για την μακρά και επίπονη διαδικασία της απόδοσης —που συχνά προϋποθέτει και την ερμηνεία— ενός κειμένου, ούτως ώστε να διαβάζεται σαν κείμενο που έχει γραφτεί στα ελληνικά, χωρίς, ωστόσο, να χάνει λέξη από το πρωτότυπο, αποδίδοντας το νόημα «εκατό προς εκατό» —εκατό ελληνικές λέξεις για εκατό γερμανικές.

Έχετε δηλώσει ότι οι μεταφράσεις σας δεν είναι απλές μεταφορές από τη μία γλώσσα στην άλλη, αλλά «αποδώσεις» των κειμένων. Ποια είναι ακριβώς η μέθοδος που χρησιμοποιείτε;
Όταν σε ένα κείμενο υπάρχουν πάρα πολλά νεόπλαστα, εκεί τι κάνεις; Ποιος είναι ο σωστός τρόπος να το αποδώσεις; Η μετάφραση, με την στενή έννοια, είναι η μεταφορά ενός κειμένου από μία γλώσσα σε μια άλλη. Πρέπει, όμως, να βγαίνει και ένα νόημα. Το νόημα αυτό, κατά την δική μου τακτική/πρακτική πρέπει να είναι εντελώς ακριβές. Εάν δεν μου αρέσει ο συγγραφέας δεν τον μεταφράζω. Το να πάω να τον αλλάξω και να τον διαμορφώσω, ούτως ώστε να ταιριάζει στο δικό μου ύφος, το θεωρώ αλλοίωση. Την ίδια γνώμη έχω και για τις θεατρικές παραστάσεις. Αν ο θεατρικός συγγραφέας έχει επιλέξει να βάλει έξι πρόσωπα, θέλω να υπάρχουν έξι πρόσωπα —ούτε πέντε, ούτε επτά. Το κείμενο είναι κείμενο και γράφτηκε έτσι για κάποιο λόγο. Από ‘κει και πέρα, ο μεταφραστής μπορεί να γράψει ό,τι θέλει ως σχόλιο ή στην εισαγωγή του βιβλίου. Στη μετάφραση, δεν θέλω να παραλείπεται ούτε ένα «και». Ένα κείμενο από τα γερμανικά, σε μια καλή μετάφραση που δεν πλατειάζει, συνήθως έχει μια αντιστοιχία «εκατό προς εκατόν είκοσι», δηλαδή, εκατόν είκοσι νεοελληνικές λέξεις προς εκατό γερμανικές. Αυτό γιατί η γερμανική γλώσσα είναι πιο σύνθετη. Σε εμένα η αντιστοιχία είναι «εκατό προς εκατό». Αυτό είναι νόμος.

Επίσης, σε ένα κείμενο με ενδιαφέρει περισσότερο ο ρυθμός και όχι το μέτρο, αν υπάρχει. Επομένως, κριτήριά μου είναι η ακρίβεια, η μη-περιττολογία, ο ρυθμός (η μουσικότητα του λόγου) και το πώς θα αποδώσω στα ελληνικά τους φιλοσοφικούς και τους ποιητικούς γερμανικούς όρους. Ακόμα, βέβαια, και απλούστεροι όροι, όπως η «λίμνη», για παράδειγμα, στην εισαγωγική πρόταση του «Ζαρατούστρα», στο πρωτότυπο κείμενο είναι «See», που σημαίνει και «λίμνη», αλλά και «θάλασσα». Εδώ, ο μεταφραστής καλείται να πάρει μίαν απόφαση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ξέρουμε από άλλο γραπτό του Νίτσε, πως το κείμενο αναφέρεται στην Λίμνη Ούρμια, όπου υποτίθεται πως ήταν και η γενέτειρα του «ιστορικού» προσώπου Ζαρατούστρα, που μας άφησε το ιερό κείμενο —την «Αβέστα»— που ενέπνευσε και τον Νίτσε. Η πιστότητα και η διερμηνεία, λοιπόν, του κειμένου πρέπει να είναι τέτοια, ούτως ώστε να έρχεται στα ελληνικά και να μην καταλαβαίνεις ότι είναι μετάφραση από άλλη γλώσσα —σαν να είχε γραφτεί στα ελληνικά. Ο καλός μεταφραστής οφείλει να μπει στο κρανίο του συγγραφέα, να συνταυτιστεί μαζί του γλωσσικά και να μπορέσει να καταλάβει τι θέλει να πει σε κάθε σημείο.

Ο «Ζαρατούστρας», στα ελληνικά, έπεσε πρώτη φορά στα χέρια μου σε μια μετάφραση της Γεωργίας Αλεξίου-Πρωταίου (εκδόσεις Δαμιανός). Ποιες είναι οι ελληνικές μεταφράσεις του έργου που έχουν, κατά τη γνώμη σας, κάποια αξία και που υστερούν;
Δεν γνωρίζω την συγκεκριμένη μετάφραση, όμως, όλες οι μεταφράσεις που έχουν γίνει έως σήμερα έχουν μία κοινή καταγωγή: Την μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη του 1913. Από εκεί και πέρα, οι καλύτερες εξ αυτών, προσπαθούν, πάνω-κάτω, να «διορθώσουν» τον Καζαντζάκη. Απευθείας, λοιπόν, η πρώτη ολοκληρωμένη μετάφραση έχει έναν αναμφισβήτητα λογοτεχνικό χαρακτήρα, που απετέλεσε ένα πρότυπο. Προηγουμένως, το 1894, ο Παλαμάς είχε δημοσιεύσει ανωνύμως κάποια κομμάτια περί Νίτσε (προφανώς παίρνοντας από τον γαλλικό Τύπο, τον οποίο γνωρίζουμε ότι διάβαζε), μιλώντας για πρώτη φορά για την φιλοσοφία του, επίσης με λογοτεχνική διάθεση. Ακόμα και στον τίτλο «Τάδε έφη Ζαρατούστρας», που δεν τον έδωσε, βέβαια, από μόνος του ο Καζαντζάκης —το «τάδε» να εμφανίζεται ήδη το 1900 στην αποσπασματική μετάφραση του Παύλου Νιρβάνα για το περιοδικό «Τέχνη»— εισήγαγε τον νεοτερισμό «έφη», ο οποίος έμεινε και κατά τη γνώμη μου είναι εύστοχος, γιατί παραπέμπει σε κάτι το προφητικό. Ο Καζαντζάκης, επίσης, εξελληνίζει τον Ζαρατούστρα και γράφει «ο Ζαρατούστρας», πράγμα που είναι επίσης σωστό, καθώς και στα αρχαία λεγόταν «Ζωροάστρης». Και ο Καζαντζάκης, βέβαια, μεταφράζει από τα Γαλλικάˑ από την μετάφραση του Αρτούρ Αντόλφ Αλμπέρ. Εγώ κρατάω εκείνη του Καζαντζάκη. Έχω, φυσικά, επηρεαστεί από το γεγονός ότι με αυτήν ξεκίνησα στα 18 μου, όταν πρωτοδιάβασα το έργο, αλλά πέραν αυτού, πιστεύω πως αντικειμενικά είναι η καλύτερη μετάφραση. Ακόμα και εκείνη του Κουκούλα, που ήρθε αργότερα (το 1924), και γίνεται για πρώτη φορά απευθείας από τα γερμανικά, παρ’ ότι διορθώνει τον Καζαντζάκη σε μερικά σημεία όπου είχε παραλείψεις, είναι λιγότερο λογοτεχνική. Ενώ, λοιπόν, ο πατέρας μου συνιστούσε την μετάφραση του Κουκούλα —αν και ο ίδιος είχε διαβάσει πρώτα εκείνη του Καζαντζάκη— βρίσκω ότι είναι πολύ πιο ψυχρή. Ακολούθησαν πολλές, όπως αυτή του Δικταίου, ή εκείνη του Μουσαίου (ψευδώνυμο) από την δεκαετία του 1940, που, αν και έχουν ορισμένα «επιτεύγματα», χτίζουν πάνω στην πρώτη μετάφραση του Καζαντζάκη και βέβαια η κάθε μία έχει τα δικά της ζητήματα —άλλες έχουν λάθη, άλλες είναι βαρετές, άλλες είναι γλωσσικά απαρχαιωμένες κλπ. Καμία δεν φτάνει να δώσει συνολικά μία εικόνα που να είναι ικανοποιητική. Αν δεν είχαν ζητήματα, δεν θα καθόμουν επτάμισι χρόνια, που έχω αφιερώσει μέχρι στιγμής, για να μεταφράσω αυτό το έργο. Από τον «Ζαρατούστρα» του Καζαντζάκη, για δική μου διασκέδαση, έχω συγκεντρώσει για να παρουσιάσω κάποια στιγμή (ίσως αφότου ολοκληρώσω το βιβλίο), τα 250 «πολύ βαριά» μεταφραστικά του λάθη. Όταν λέμε βαριά, εννοούμε από το να παραλείπει δύο παραγράφους ολόκληρες, μέχρι το να παρεξηγεί το νόημα και να μεταφράζει το ανάποδο από αυτό που λέει το κείμενο. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να λέω ότι η συγκεκριμένη μετάφρασή του είναι «φαγώσιμη». Όταν πρόκειται για Δάντη ή για Όμηρο, οι μεταφράσεις του δεν τρώγονται με τίποτα.

Νομίζω πως απέκτησα μια καλύτερη αίσθηση της αξίας του Νίτσε όταν διάβασα το «Λυκόφως των Ειδώλων» στα αγγλικά. Γιατί είναι καλύτερες οι αγγλικές μεταφράσεις του έργου του; Τι συμβαίνει με τις λατινογενείς γλώσσες;
Η γενική μου γνώμη είναι ότι οι αγγλικές μεταφράσεις είναι οι πιο κοντινές στα γερμανικά. Εκείνοι οι μεταφραστές που θέλουν να αποδώσουν το κείμενο, ει δυνατόν χρησιμοποιώντας ομόρριζες λέξεις, στα αγγλικά τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα, γιατί, όπως ξέρουμε, η αγγλική γλώσσα είναι μία γερμανική γλώσσα. Διαθέτει, βέβαια, και λατινικές λέξεις —πολύ περισσότερες από την γερμανική— αλλά πάντως έχει πολλές γερμανικές. Τώρα, οι μεταφράσεις στις νεολατινικές γλώσσες (γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά) είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Η μετάφραση του «Ζαρατούστρα» από τον Αλμπέρ —που είναι και η πρώτη γαλλική— έχει την εξής ιδιομορφία: Ο Αλμπέρ ήταν Αλσατός, που σημαίνει ότι είχε και γερμανικές και γαλλικές ρίζες. Άλλωστε, και το ίδιο το όνομά του μάλλον προέρχεται από το γερμανικό «Άλμπερτ», οπότε τα γερμανικά ήταν και αυτή μητρική του γλώσσα. Γι’ αυτό τον λόγο, η μετάφρασή του είναι μία από τις καλύτερες αποδώσεις του Νίτσε στα γαλλικά. Ένας άλλος σταθμός στις μεταφράσεις του έργου, πανευρωπαϊκά, είναι οι ιταλικές των Μοντινάρι και Τζιαμέτα. Ο Μοντινάρι ήταν ουσιαστικά εκείνος που επανέφερε το κείμενο στην πραγματική του μορφή, κατά τη δεκαετία του 1970, αφαιρώντας τις τρισάθλιες επεμβάσεις της αδελφής του Νίτσε. Η Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε έκανε τα πάντα για να «ναζιστοποιήσει» τα κείμενα, πριν ακόμα διαμορφωθεί πλήρως η ιδεολογία του ναζισμού. Ο ίδιος ο Νίτσε, βέβαια, ήταν έξω φρενών με αυτό και η ιδεολογία του ουδεμία σχέση είχε με ρατσισμό ή με παγγερμανισμό. Αυτή είναι και η μεγάλη παρεξήγηση που έγινε με το έργο του, που δεν ξέρω σε ποιο βαθμό μπορεί να ήταν και εσκεμμένη.

Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε ότι τα ιταλικά έχουν μεγαλύτερη σχέση με τα ελληνικά, απ' ότι με τα αγγλικά; Τι ρόλο έπαιξαν οι μεταφράσεις αυτές στην προσέγγιση του κειμένου από τους Έλληνες μεταφραστές;
Οι Κόλι και Μοντινάρι —δύο, ας πούμε, «γερμανιστές»— πήγανε στο αρχείο Νίτσε, στη Βαϊμάρη, επί Ανατολικής Γερμανίας, με ό,τι αυτό εσήμαινε, και εργάστηκαν εκεί πολλά χρόνια για να δώσουν ένα κείμενο το οποίο θα είναι φιλολογικά πιστό. Μαζί με το επιτελείο τους, προέβησαν σε μια μετάφραση του συνόλου των έργων του Νίτσε, εκδεδομένων και ανέκδοτων. Η σειρά αυτή κυκλοφορεί από την δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, σε μια σειρά βιβλίων των εκδόσεων Adelphi με κίτρινο εξώφυλλο. Αυτός ο εκδοτικός οίκος, αν και πολύ μικρός, χρηματοδότησε την διαμονή τους στη Γερμανία και την έρευνα. Τα μετά θάνατον έργα του Νίτσε, που είχε αρχίσει να εκδίδει η αδελφή του —και εκεί πραγματικά έσβηνε και έγραφε ό,τι ήθελε— είναι περίπου ισάριθμα με εκείνα που εξέδωσε όσο ήταν εν ζωή. Οι Κόλι-Μοντινάρι τα αποκατέστησαν και κάναν βέβαια και την μετάφραση. Εννοείται πως βοήθησαν οι μεταφράσεις αυτές στην ελληνική απόδοση των έργων του Νίτσε, καθώς προέρχονται από μια επίσης Μεσογειακή κουλτούρα. Είναι πιο κοντά στη δική μας ψυχονοοτροπία.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο ίδιος ο Νίτσε είχε επιλέξει να ζήσει στην Ιταλία για ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του. Του άρεσε ο ήλιος της Μεσογείουˑ το φως. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε να αντέξει τους συμπατριώτες του —αυτό το αυστηρό, μιλιταριστικό ύφος. Ήταν πολύ ελεύθερο πνεύμα για να μπορέσει να ζήσει στην Γερμανία του Βίσμαρκ. Πρέπει, λοιπόν, κάνεις να τα λάβει όλα αυτά υπόψη του: τις σημειώσεις που κρατούσε την εποχή που έγραφε τον «Ζαρατούστρα» —το μόνο ποιητικό-φιλοσοφικό του έργο. Κανένα άλλο έργο του δεν «παντρεύει» και τις δύο αυτές ιδιότητες. Ο «Ζαρατούστρας» δεν έχει αφορισμούς ή δοκιμιακή μορφή. Είναι γεμάτος συμβολισμούς, από την αρχή μέχρι το τέλος, και παρηχήσεις.

Ήρκος Αποστολίδης: Δεν μπορώ να βγάλω ένα βιβλίο όποτε θέλει ο εκδότης ή το αναγνωστικό κοινό

Στην Ελλάδα, φαίνεται πως προτιμάμε γενικά τα μικρότερα σε έκταση βιβλία. Το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» είναι ένα από τα μεγαλύτερα του Νίτσε, ενώ οι δικές σας μεταφράσεις διακρίνονται και για τον εκτενή σχολιασμό τους. Τι έκταση θα έχει η συγκεκριμένη έκδοση και ποια είναι η άποψή σας για αυτό το ελληνικό φαινόμενο;
Η έκδοση αυτή θα έχει έκταση περίπου 950 σελίδες. Θα κυκλοφορήσει οπωσδήποτε κάποια στιγμή μέσα στο 2026. Αυτό είναι οριστικό, σε αντίθεση με τις προσωρινές ημερομηνίες που έδινα ως τώρα, οι οποίες συνεχώς αναβάλλονταν. Εγώ, δεν μπορώ να βγάλω ένα βιβλίο όποτε θέλει ο εκδότης ή το αναγνωστικό κοινό. Η πορεία της δουλειάς μου είναι συγκεκριμένη και οι καθυστερήσεις είχαν τους λόγους τους, όμως αυτό τελικά θα αποβεί προς όφελος του αναγνωστικού κοινού. Δυστυχώς, στην Ελλάδα έχουμε μια σκληρή πραγματικότητα των αριθμών. Έχει να κάνει με το τι πουλάει σήμερα στην αγορά και ο εκδότης δεν ρισκάρει να χάσει κεφάλαιο. Επομένως, το 90% των βιβλίων που τυπώνονται, ίσως και παραπάνω, έχουν κριτήριο να μην υπερβαίνουν την τιμή πώλησης μεταξύ 15 και 18 ευρώ. Αυτά τα νούμερα συχνά βασίζονται σε στατιστικές που δείχνουν πόσο πουλάνε τα μεγάλα βιβλία, με πολλά σχόλια και παραρτήματα, συγκριτικά με τα μικρότερα σε έκταση που εμπεριέχουν μόνο το κείμενο του έργου. Είναι κάτι που προσωπικά δεν με αφορά. Δεν με απασχολεί και δεν με απασχόλησε ποτέ. Στον «Ζαρατούστρα» ξεκίνησα πιστεύοντας πως θα ήμασταν γύρω στις 500 σελίδες και τελικά φτάσαμε να έχουμε τις διπλές. Αυτό, γιατί στο τέλος του βιβλίου υπάρχει πλέον ένα ολόκληρο λεξικό (πάνω από 150 σελίδες), το οποίο βοηθάει τον αναγνώστη να βρει ό,τι μπορεί να σκεφτεί. Οι υποσημειώσεις, από την άλλη, είναι περίπου 1.900, αλλά δεν είναι όλες σύντομες. Μερικές από αυτές πιάνουν μισή σελίδα. Ύστερα, υπάρχουν 14 παραρτήματα και άλλα πολλά, συν την εισαγωγή την οποία δεν έχω ακόμα ολοκληρώσει. Εκεί κατέληξε το βιβλίο, δεν υπήρχε κάποιος προσχεδιασμός. Φυσικά, ο αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να διαβάσει κανένα από αυτά τα σχόλια. Εγώ είμαι ο άνθρωπος των υποσημειώσεων και έχω κατηγορηθεί γι' αυτό, ειδικά στον «Σαίξπηρ» του Μπλουμ, όπου έχω 1.700 υποσημειώσεις. Νομίζω πως μια χαρά τα έχω γράψει και το ίδιο θα έκανα αν το ξανάγραφα σήμερα. Δεν έχει βρει κανείς κάποιο λάθος. Αν δεν τους αρέσουν οι κρίσεις μου, μπορούν απλά να τις αγνοήσουν. Μερικές φορές νιώθω πως πρέπει να εξηγήσω κάτι ιδιαίτερο. Στην ίδια την μετάφραση, όμως, υπάρχουν όλα τα ερμηνευτικά κλειδιά για να μπορέσει ο αναγνώστης να κατανοήσει το κείμενο. Τα σχόλια είναι για εκείνους που αναζητούν το ένα βήμα παραπέρα, είτε είναι ειδικοί, είτε μη ειδικοί.

Κατά τον 20ο αιώνα, χάρη στην τεχνολογία, έχουμε ηχογραφήσεις και βίντεο από συγγραφείς που διαβάζουν οι ίδιοι το έργο τους, πράγμα το οποίο μας δίνει μια καλύτερη εικόνα σχετικά με τον χαρακτήρα τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ήθελαν να διαβάζονται τα κείμενά τους. Αυτό σίγουρα ισχύει για τον Ρένο Αποστολίδη, που, στην εκπομπή του από την δεκαετία του '90 για το κανάλι του Κουρή, διαβάζει τόσο δικά του, όσο και έργα άλλων συγγραφέων. Πόσο μας έχει «στοιχίσει» το γεγονός ότι δεν έχουμε τέτοιου είδους ντοκουμέντα από συγγραφείς όπως τον Νίτσε;
Εν μέρει ναι, έχει σημασία το γεγονός ότι υπάρχει το ντοκουμέντο. Εγώ έχω μάθει να διαβάζω από τον πατέρα μου, χάρη στις άπειρες φορές που τον έχω ακούσει να απαγγέλει. Δεν το είχα ασκήσει αυτό ιδιαίτερα όσο ζούσε. Ντρεπόμουν να διαβάσω μπροστά σε εκείνον που με είχε διδάξει να διαβάζω Καβάφη —θεωρούσα ότι θα ήταν αστείο. Σήμερα, όμως, όταν διαβάζω, είναι λες και ακούω την φωνή του μέσα μου. Έχει, λοιπόν, μεταδώσει, τόσο σε εμένα, όσο και στον αδελφό μου, την παραστατικότητα της απαγγελίας. Η απαγγελία του ήταν πάρα πολύ καλή. Επειδή είχε υπάρξει και δάσκαλος, διάβαζε μπροστά σε κοινό, είτε στο σπίτι, είτε στο σχολείο, επί ολόκληρες δεκαετίες. Ήταν μέρος της «ανθολογικής» του δουλειάς, όπως ήταν και του Ηρακλή. Ο παππούς μου, βέβαια, είχε διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης, πιο γλυκό από τον Ρένο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου. Πολλές φορές, καθώς εκείνη μας έχει ακούσει όλους να απαγγέλουμε, βρίσκει ομοιότητες και διαφορές και μου λέει πως εγώ της θυμίζω περισσότερο τον πατέρα μου, ενώ ο Στάντης μοιάζει περισσότερο στον Ηρακλή. Αυτό, βέβαια, είναι ως ένα βαθμό και κυτταρικό. Είναι μια δύσκολη τέχνη αυτή της απαγγελίας, που διαφέρει από εκείνη του ηθοποιού. Εδώ, πρέπει να μπεις μέσα στο κείμενο. Τόσο ο Ηρακλής, όσο και ο Ρένος γνώριζαν τους ίδιους τους ποιητές —γνώριζαν τον κόσμο και τις ιδέες τους. Έπειτα, πολλές φορές, επειδή κάποιος έχει γράψει ένα ποίημα δεν σημαίνει ότι ξέρει και να το διαβάσει καλά. Θυμάμαι τον Νικηφόρο Βρεττάκο, που ερχόταν συχνά στο σπίτι, ο οποίος δεν ήταν καλός στην ανάγνωση. Ο πατέρας μου, που ήταν μάλιστα και μικρότερός του, του έλεγε: «Νικηφόρε, φερ' το εδώ γιατί δεν το διαβάζεις καλά» και του έπαιρνε το βιβλίο από τα χέρια και το διάβαζε εκείνος. Επίσης, έχοντας εντρυφήσει στο έργο του Καβάφη, ο πατέρας μου διάβαζε ποιήματά του με τον δικό του τρόπο, αλλά και μιμούμενος τον τρόπο που θα τα διάβαζε ο ίδιος ο Καβάφης. Επομένως, για να το φέρουμε όλο αυτό στον Νίτσε, νομίζω πως, γνωρίζοντας τα προβλήματα υγείας που είχε —ειδικά προς το τέλος της ζωής του— δεν θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να έχουμε ηχογραφημένη μια απαγγελία του έργου του από τον ίδιο. Άλλωστε, είμαστε ιδιαίτερα τυχεροί, γιατί, παρά τα όσα κακά έκανε η αδελφή του, το μόνο ίσως καλό που έκανε ήταν να μαζέψει σχεδόν όλες του τις επιστολές και όλα του τα τετράδια, τα πρόχειρα και τις σημειώσεις, τα οποία είναι άλλα τόσα, όσα το υπόλοιπο έργο του σε όγκο. Αυτά, λοιπόν, είναι τόσο διαφωτιστικά και ερμηνευτικά για τη σκέψη του, ώστε να αναπληρώνουν την οποία απώλεια θα είχαμε από την έλλειψη μαγνητοφωνημένου υλικού του. Ούτως ή άλλως, τα πυκνά στρώματα συμβολισμού στο έργο του δεν θα γίνονταν πιο κατανοητά, απλά και μόνο αν ακούγαμε τον ίδιο να διαβάζει το κείμενο.

Η οικογένεια των «Αποστολίδηδων» συνεχίζει να επηρεάζει τα ελληνικά γράμματα εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Στην «Ανθολογία», ωστόσο, έχουν πάψει να προστίθενται νέα ποιήματα και πεζά από την δεκαετία του 1970. Θα συνεχιστεί αυτή η οικογενειακή παράδοση και τον επόμενο αιώνα;
Αυτή τη στιγμή υπάρχει αρκετό υλικό —όχι πολύ— ούτως ώστε στην επόμενη έκδοση της «Ανθολογίας» να υπάρξει ένα συμπλήρωμα που να προχωράει και σε μεταγενέστερα χρόνια από το 1972 που εκδόθηκε τελευταία φορά. Τα κριτήρια τώρα πια είναι πολύ πιο αυστηρά και άλλωστε δεν έχει τόση πολλή σημασία το πόσα ποιήματα θα προσθέσεις, αλλά το πόσο ποιοτικά θα είναι αυτά. Φυσικά, οι μεγάλες ποιητικές μονάδες που υπήρχαν δεν επαναλαμβάνονται. Μόνο της Δημουλά θα προστεθούν κάποια σημαντικά ποιήματα που δεν είχε προλάβει να τα ανθολογήσει ο Ρένος. Μετά πηγαίνουμε σε ελάσσονες τόνους, που όμως πρέπει να σημειωθούν γιατί είναι χαρακτηριστικοί μιας εποχής. Μόλις θα κλείσουμε τα μάτια ο αδελφός μου και εγώ, η κληρονομιά των «Αποστολίδηδων» θα τελειώσει στην τρίτη γενιά, καθώς τα ανίψια μου έχουν επιλέξει να ασχοληθούν με άλλους κλάδους. Δεν θα υπάρξει, λοιπόν, συνέχεια, και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να υπάρξει. Νομίζω, όμως, πως θα υπάρξει μια μεταφύτευση ιδεών, θέσεων, απόψεων και (ας το πούμε) μια σχολή, ή μάλλον διάφορες σχολές που ξεκινάνε από την επαφή με την οικογένεια Αποστολίδη, σε διαφορετικούς χώρους ο καθένας. Πρόκειται για ανθρώπους που υπήρξαν κοντινοί και συνεργάτες, και είναι ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά αυτά που τους ενώνουν, είτε βρίσκονται στον επιστημονικό, είτε στον μεταφραστικό χώρο. Η εξέλιξη είναι κάτι το οποίο δεν προσδιορίζεται με απόλυτη ακρίβεια. Είχε επηρεάσει πολλούς ανθρώπους ο πατέρας μου και ακόμα επηρεάζει —κυρίως νέους. Δεν έχουν σημασία, άλλωστε, τα ονόματα. Δεν χρειάζεται να λέγεσαι ντε και καλά «Αποστολίδης». Αυτό που αρκεί είναι να έχεις πάρει τον σπόρο.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY