Κριτική βιβλίων και κριτικοί: Όταν οι αναγνώστες προσφέρουν απλόχερα απόψεις για βιβλία και συγγραφείς
Παύει ένα έργο να «ανήκει» στον συγγραφέα μόλις τελειώσει η συγγραφή του;
Κριτική βιβλίων και κριτικοί: «Όλες οι καλές κριτικές βιβλίων μοιάζουν, ενώ κάθε κακή κριτική είναι κακή με τον δικό της τρόπο»
*Με στοιχεία από The Conversation
Μια πολύ γρήγορη ματιά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σήμερα ― κυρίως στο Instagram και το TikTok ― μας πείθει για το γεγονός ότι όλοι, μα όλοι, έχουν άποψη για κάτι, και κάποιοι έχουν για όλα. Αν εξαιρέσουμε όμως τους γνωστούς «ξερολάκηδες» που απλά λένε το μακρύ τους και το κοντό τους, κάτι το οποίο κατά πάσα πιθανότητα κάνουν και στη ζωή τους γενικότερα, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι ανά τον κόσμο οι οποίοι έχουν ένα συγκεκριμένο προφίλ ― σε μία ή περισσότερες πλατφόρμες ― και έχουν αφιερωθεί στο να προσφέρουν κριτική για ένα πράγμα, π.χ. βιβλία, αρώματα, καλλυντικά, ταινίες, φαγητό, μουσική, κτλ.
Από κάποιον αριθμό ακολούθων και πάνω δε ― ο οποίος αριθμός βεβαίως ποικίλλει ανάλογα τη χώρα, το κοινό και το περιεχόμενο ― πετυχαίνουν ένα ιδιαίτερο στάτους, αυτό του influencer, το οποίο συνήθως σημαίνει συνεργασία με εταιρίες, καταστήματα, εκδοτικούς οίκους, κτλ., σχετικά πάντα με το περιεχόμενο που δημιουργούν και το αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται.
Όντας και εγώ ενεργή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακολουθώ κάποιους δημιουργούς περιεχομένου οι οποίοι κάνουν κριτική βιβλίων και αρωμάτων, και στις δύο περιπτώσεις ξένους και όχι Έλληνες, γιατί και στα δύο αυτά αντικείμενα, η ποικιλία είναι μακράν μεγαλύτερη στο εξωτερικό.
Πρόσφατα δε, πριν περίπου δύο μήνες, ξεκίνησα διστακτικά, μετά από σκέψη μηνών, να δημιουργώ και εγώ περιεχόμενο στο Instagram, στα Αγγλικά, κάνοντας κριτική βιβλίων. O κύριος λόγος που το έκανα στα Αγγλικά είναι γιατί διαβάζω σχεδόν εξολοκλήρου στα Αγγλικά, και αυτό είναι γιατί έχω πολλές φορές απογοητευτεί από ελληνικές μεταφράσεις. Και κάθε φορά που λέω «μα κάνε μια προσπάθεια ακόμα», το μετανιώνω. Οπότε με εξαίρεση βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, διαβάζω στα Αγγλικά.
Αν και δεν είμαι ο τύπος του ανθρώπου που θα μπω ενεργά σε μια συζήτηση κάτω από μια ανάρτηση και θα σχολιάσω, έχω τα τελευταία χρόνια ανακαλύψει πολλά ωραία βιβλία από τέτοιους κριτικούς βιβλίων στο Instagram, βιβλία τα οποία δεν θα είχαν πέσει στην υπόληψή μου αλλιώς. Γιατί ενώ διαβάζω ξένο και ελληνικό τύπο, και ενώ ακολουθώ και αρκετούς εκδοτικούς οίκους, οι πιο «επαγγελματικές», ας το πούμε, κριτικές βιβλίων είναι αρκετές φορές ή πιο στεγνές και γενικές, ή πιο υπερβολικές χωρίς όμως ιδιαίτερη ουσία. Επίσης, συνήθως δεν συμπεριλαμβάνουν βιβλία που δεν είναι γνωστά, από επιφανείς συγγραφείς, που δεν έχουν γίνει bestsellers, ή που δεν έχουν ενταχθεί σε κάποια λίστα κάπου (τύπου New York Times Bestseller list).
Αντιθέτως, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα βρεις απ’ όλα. Κυριολεκτικά, απ’ όλα. Τους τελευταίους μήνες μόνο, ανακάλυψα δύο ιδιαίτερα βιβλία τα οποία δεν είχα ακούσει ποτέ, και δεν είχα δει ποτέ να «διαφημίζονται» πουθενά, και ήταν το «The House of Leaves» του Mark Z. Danielewski, και το «A Fig for All the Devils» του C.S. Fitz. Και ναι είναι όλα υποκειμενικά, και ναι τα γούστα του καθένα ποικίλλουν, και ναι έχω αγοράσει βιβλίο του οποίου η κριτική με κέρδισε αλλά το βιβλίο με άφησε αδιάφορη. Δεν είναι αυτή η ουσία όμως.
Πριν δέκα χρόνια, ο Τζον Ντέιλ, καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Διευθυντής στο Centre for New Writing, στο University of Technology Sydney, έγραψε ένα άρθρο για το The Conversation στο οποίο μιλάει για την κριτική βιβλίων. Ξεκινά με την πρόταση: «Όλες οι καλές κριτικές βιβλίων μοιάζουν, ενώ κάθε κακή κριτική είναι κακή με τον δικό της τρόπο». Η πρόταση αυτή προφανώς μοιάζει πολύ με την περίφημη αρχική πρόταση του Τολστόι στο μυθιστόρημα Άννα Καρένινα: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο.»
Το άρθρο του βέβαια επικεντρώνεται σε και πηγάζει από ένα εθνικό πρόβλημα που υπήρχε στην Αυστραλία τότε με κριτικές βιβλίων, το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι απόρροια του γεγονότος ότι οι περισσότερες γραφόντουσαν από συνταξιούχους καθηγητές αγγλικής φιλολογίας και γηραιούς δημοσιογράφους.
Λέει όμως επίσης ότι λίγο-πολύ όλοι μας γνωρίζουμε τι σημαίνει καλή κριτική, και αυτό είναι όταν είναι συναρπαστική, ζωντανή, και ευχάριστη, και δίνει στους αναγνώστες μια γεύση του είδους της πεζογραφίας και της αφήγησης, ώστε να μπορούν οι αναγνώστες να αποφασίσουν αν θα αγοράσουν το βιβλίο. Για τον συγγραφέα, μια καλή κριτική είναι οτιδήποτε θετικό γραμμένο από κάποιον που κατανοεί τις προθέσεις του έργου του.
Για τον Ντέιλ, μια καλή κριτική μπορεί να είναι κακή εάν επαινεί το έργο υπερβολικά, και θεωρεί ότι ο υπερβολικός θαυμασμός είναι κάτι κακό και για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Τέλος, πριν απαριθημήσει τους 5 κανόνες που έγραψε ο μυθιστοριογράφος και κριτικός Τζον Άπνταϊκ, ο Ντέιλ ισχυρίζεται ότι η διδασκαλία της γραφής σε ένα πανεπιστήμιο και η κριτική μυθοπλασίας δεν διαφέρουν και πολύ. Σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής υπάρχουν κανόνες που βοηθούν στην εποικοδομητική κριτική και επιτρέπουν στους φοιτητές να κατανοήσουν πλήρως τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία του δικού τους έργου, καθώς και τη διαδικασία της γραφής.
Οι 5 κανόνες του Άπνταϊκ είναι:
- Προσπαθήστε να καταλάβετε τι ήθελε να κάνει ο συγγραφέας και μην τον κατηγορείτε που δεν πέτυχε αυτό που δεν επιχείρησε.
- Δώστε αρκετές άμεσες παραθέσεις – τουλάχιστον ένα εκτενές απόσπασμα – από την πρόζα του βιβλίου, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να σχηματίσει τη δική του εντύπωση, να αποκτήσει τη δική του γεύση.
- Επιβεβαιώστε την περιγραφή του βιβλίου με παραθέσεις από το βιβλίο, έστω και με μεγάλες φράσεις, αντί να προχωρήσετε με ασαφείς περιγραφές.
- Μην πείτε πολλά στην περίληψη της πλοκής και να μην αποκαλύπτετε το τέλος.
- Αν το βιβλίο κριθεί ελλιπές, αναφέρετε ένα επιτυχημένο παράδειγμα με τον ίδιο τρόπο, από άλλα έργα του ίδιου του συγγραφέα ή από άλλον. Προσπαθήστε να κατανοήσετε την αποτυχία. Είναι σίγουρα δική τους και όχι δική σας;
Όταν ο Ντέιλ έγραψε αυτό το άρθρο το 2014 προφανώς δεν υπήρχε η κουλτούρα και η μόδα του BookTok και του Bookstagram, που ουσιαστικά απαρτίζεται από (όχι πάντα, αλλά κυρίως) απλούς αναγνώστες οι οποίοι προσφέρουν απλόχερα και συχνά όμορφα τις προσωπικές τους απόψεις για βιβλία και συγγραφείς. Θα είχε όμως ενδιαφέρον να ακούγαμε την άποψή του για αυτό τώρα και για το πως έχει εξελιχθεί και διαμορφωθεί ή pop κριτική βιβλίων τη σήμερον ημέρα.
Για όσους δεν γνωρίζουν καθόλου ή έχουν περιορισμένη ή και λανθασμένη γνώση για την κοινότητα αυτή των βιβλιόφιλων, θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν υπάρχουν μόνο κριτικές για ρομαντική λογοτεχνία ή λογοτεχνία του φανταστικού, ή το γνωστό Romantasy ή Dark Fantasy, που ενδεχομένως να έχετε ακούσει, αλλά κυριολεκτικά για όλα τα είδη λογοτεχνίας, μυθοπλαστική και μη μυθοπλαστική, και το υπόβαθρο των ανθρώπων που κάνουν αυτές τις κριτικές ποικίλλει επίσης σε τεράστιο βαθμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Τζακ Έντουαρντς (Jack Edwards), γνωστός ως «the internet’s resident librarian», ο οποίος μετά από δέκα χρόνια παρουσίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει τώρα 738,000 ακολούθους μόνο στο Instagram, και ξεκίνησε πρόσφατα να εργάζεται ως Contributing Literary Editor στην Βρετανική έκδοση του περιοδικού Esquire.
Ο Ρολάντ Μπαρτ μίλησε για τον θάνατο του συγγραφέα και τη γέννηση του αναγνώστη στο γνωστό δοκίμιό του το 1967, αναφερόμενος στο γεγονός ότι ένα έργο παύει να «ανήκει» στον συγγραφέα μόλις τελειώσει η συγγραφή του, και ανήκει πια στους αναγνώστες, και είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν για το νόημα του εκάστοτε έργου, και όχι ο ίδιος ο συγγραφέας ή ένας κριτικός λογοτεχνίας ο οποίος βασίζεται στον σκοπό του συγγραφέα και τη δική του προσωπική ιστορία.
Εξήντα χρόνια μετά το δοκίμιο αυτό, ενδεχομένως ο Μπαρτ να είχε εκπλαγεί (από χαρά ή λύπη δεν γνωρίζω) με την εξέλιξη αυτή που βιώνουμε σήμερα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είχε πολλά να πει, και ότι σίγουρα ο ανοιχτός και δημόσιος διάλογος που πλέον υπάρχει μεταξύ αναγνωστών, συγγραφέων, και κριτικών είναι γνήσιος, σε μεγάλο βαθμό ειλικρινής, και ωφέλιμος.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε για παιδιά αλλά κατέκτησε τα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο
Παύει ένα έργο να «ανήκει» στον συγγραφέα μόλις τελειώσει η συγγραφή του;
Τα βιβλία τους «Απεταξάμην» και «Παλμαρέ» αντίστοιχα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Μίνωας
Οι λέσχες ανάγνωσης γίνονται η πιο όμορφη αφορμή για νέες γνωριμίες, συζητήσεις και έμπνευση στην πόλη
Διαβάσαμε το βιβλίο «Flesh» του Ντέιβιντ Σολόι που κέρδισε το βραβείο Booker 2025
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Ποικίλες αναγνωστικές προτάσεις για τις αρχές του 2026
Δύο βιβλία που ξεχώρισα το 2025: «Μαύρο Χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα (εκδόσεις Ίκαρος) και «Δεν θ’ αργήσω» της Βασιλικής Πέτσα (εκδόσεις Πόλις)
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
Ένα ποίημα του Σάββα Σαββόπουλου για τις ιδιαιτερότητες της περιόδου των εορτών
Η βιβλιοθήκη δίνει την ευκαιρία για γνώση μέσα από μια ξεχωριστή πρωτοβουλία
Θέλουμε ελευθερία από ή ελευθερία για; Κι έχει άραγε κόστος η απάντηση;
Στον κόσμο της Τεχνητής Νοημοσύνης ο πιονιέρος της κυβερνητικής είναι πιο επίκαιρος από ποτέ
Το Βιβλίο της Ημέρας, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο
Το Βιβλίο της Ημέρας, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Δείτε αναλυτικά τα βραβεία για τις κατηγορίες Μυθιστόρημα, Δοκίμια, Ποίηση και Παιδική λογοτεχνία
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.