Βιβλιο

Μαριάνα Ενρίκες: Μιλώντας με τους νεκρούς

Υπερφυσικός τρόμος σε καθημερινές καταστάσεις: Ένα μπουκέτο επικίνδυνων ιστοριών από την Αργεντινή

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μαριάνα Ενρίκες: Μιλώντας με τους νεκρούς

Για τη συλλογή διηγημάτων της Μαριάνα Ενρίκες, «Οι κίνδυνοι του να καπνίζεις στο κρεβάτι» (μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, 232 σελίδες, Εκδόσεις Πατάκη)

Είχαμε πολύ καιρό να διαβάσουμε μία τόσο εντυπωσιακή συλλογή διηγημάτων τρόμου. Γεννημένη το 1973 στην Αργεντινή, η Μαριάνα Ενρίκες παραδίδει δώδεκα ιστορίες που έρχονται για να στοιχειώσουν τον κόσμο μας. Κι αν αυτό ακούγεται κλισέ, τα διηγήματα αυτά μόνο κλισέ δεν είναι. Έχουν όλα τα στοιχεία του γνήσιου, παραδοσιακού τρόμου, μεταφερμένα με άνεση στο σήμερα, με πρωταγωνίστριες κορίτσια και νεαρές γυναίκες, σαν ένα κόκκινο βαμμένο στόμα να σου ψιθυρίζει μέσα στο σκοτάδι, αφήνοντας να φανούν λίγο τα δόντια του από πίσω. Κι εσύ βέβαια το ακολουθείς. Η μοναξιά της πόλης, παλιές κατάρες, προδοσίες, φαντάσματα, παιδιά που έχουν υποφέρει και δεν γίνεται να σταματήσουν να κλαίνε, διαλυμένες οικογένειες, παράδοξες καταστροφές, δολοφονικά ένστικτα, παρείσακτοι και ξένοι, βασανισμένες ψυχές και παντοδύναμες υπάρξεις που παραμονεύουν στις γωνίες.

Μαριάνα Ενρίκες: Μιλώντας με τους νεκρούς

Η Ενρίκες ξέρει να γράφει ατμοσφαιρικά, να παίρνει τις σύγχρονες ηρωίδες της και να τις παρουσιάζει όπως είναι (όπως είμαστε) και μετά να τις πετάει σε ένα γεμάτο τρόμο πουθενά. Μοντέρνο, συναρπαστικό, άβολο, άκρως ανατριχιαστικό γκόθικ αστικό περιβάλλον, και μια φαντασία που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Πολύ σπάνια στον αιώνα μας τα όρια ανάμεσα στη φρίκη μιας δυσβάσταχτης πραγματικότητας και στον τρόμο τού επέκεινα περιγράφονται με τέτοια αφηγηματική ευχέρεια – σαν να σε έχουν πετάξει σε ένα σκοτεινό φιλμ τρόμου και να σε έχουν ξεχάσει εκεί. Και να ακούς κάποιον να έρχεται.

Για τους ρέκτες του είδους που πρέπει οπωσδήποτε να την ανακαλύψουν, αλλά και για όποιον επαρκή αναγνώστη αγαπά το σύγχρονο διήγημα και τις (γυναικείες) φωνές από τη Λατινική Αμερική: τη νέα μεγάλη δύναμη της λογοτεχνίας.

Επίσης από τον Πατάκη και ξανά από την ίδια μεταφράστρια (η δουλειά της, όπως γρήγορα θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, είναι εκπληκτική), κυκλοφορεί και η χρονολογικά μεταγενέστερη συλλογή διηγημάτων της Μαριάνα Ενρίκες, με τίτλο: «Όσα χάσαμε στις φλόγες». Θα την αναζητήσουμε οπωσδήποτε. Και θα διαβάσουμε με χαρά το μυθιστόρημά της, «Η δική μας πλευρά της νύχτας», που είναι υπό έκδοση.

* * *

Ας διαβάσουμε όμως ένα μικρό απόσπασμα από το πέμπτο διήγημα της συλλογής, με τίτλο «Ράμπλα Τρίστε». Διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη. Και είναι ανατριχιαστικό.

[…] Το επόμενο βράδυ η Σοφία και η Χουλιέτα βγήκαν έξω μόνες τους. Ήθελαν μια βραδιά μόνο για εκείνες. Ο Ντανιέλ τις άφησε πανευτυχής να πάνε οι δυο τους, γιατί έτσι μπορούσε να μείνει στο διαμέρισμα και να παρακολουθήσει όλα τα επεισόδια των αγαπημένων του σειρών που είχαν μαζευτεί. Προτιμούσε να δει τηλεόραση παρά να βγει έξω νυχτιάτικα στη Βαρκελώνη, έλεγε, και έμοιαζε ειλικρινής.

Όταν η Χουλιέτα έκλεισε την πόρτα του κτιρίου, άρπαξε τη φίλη της από το χέρι, πολύ σφιχτά. «Δεν θέλω να πάω στη Λα Κόντσα να βλέπω τις ντραγκ κουίν» της είπε. Όπως και να είχε, τα σόου δεν ήταν πια όπως παλιά, τώρα τα έκαναν σε μπάτσελορ πάρτι για γυναίκες και τη μισή ώρα την περνούσαν χαιρετώντας τις μέλλουσες νύφες. Πήγαιναν ακόμα και μικρά παιδιά. Ήταν παρακμιακό, πολύ λυπηρό. Αυτές, που ήταν τόσο υπέροχες και άγριες πριν, ήταν καταθλιπτικό να τις βλέπεις ντυμένες Μαρίσα Παρέδες, να δίνουν μια παράσταση για όλες τις ηλικίες. Όχι και πάλι όχι. Η Χουλιέτα ήθελε να πάει σε μπαρ. Ήθελε να μιλήσει. Ήθελε να της πει πράγματα που δεν θα τολμούσε ποτέ να της πει ούτε στα μέιλ ούτε στα γράμματα ούτε στις σπάνιες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις. «Πέρασα πολύ δύσκολα πέρυσι», είπε και άρχισε να κλαίει έτσι όπως έκλαιγε εκείνη, ξαφνικά και με βαριά δάκρυα, που τα συγκρατούσε πολύ καιρό. Η Σοφία την έσυρε στο πρώτο μπαρ που είδε ανοιχτό και της πρόσφερε τα χαρτομάντιλά της. Η μυρωδιά πλανιόταν στάσιμη, σταθερή, αλλά η Χουλιέτα δεν έδειχνε να την προσέχει. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να ρωτήσει τη φίλη της αν τη μύριζε κι εκείνη.

Παράγγειλαν καφέ. Καμία από τις δύο δεν ήθελε να πιει αλκοόλ. Η Χουλιέτα μπόρεσε να μιλήσει όταν ηρέμησε κάπως. Είχε τρελαθεί, είπε. Ίσως επειδή σκεφτόταν έντονα τους τρελούς της Βαρκελώνης.

«Σε αυτή την πόλη υπάρχει πάντα κάποια εκδήλωση, κάποια Μπιενάλε, κάποια συνάντηση προέδρων, οι αγώνες της Μπάρτσα. Γεμίζει από ελικόπτερα, πετούν χαμηλά, δεν φαντάζεσαι πόσο αφόρητο είναι».

Η Σοφία έγνεψε καταφατικά, μπορούσε να το φανταστεί.

«Και πέρυσι με τον Ντανιέλ θέλαμε να… Τέλος πάντων, εγώ ήθελα να μείνω έγκυος. Είχα τρελαθεί για τα καλά, σοβαρά. Τώρα μου φαίνεται σκέτη παράνοια, να μεγαλώνεις ένα παιδί χωρίς λεφτά, σκέτη καταστροφή. Και μετά… μετά αυτό».

Η Χουλιέτα κοίταξε πίσω, σαν να αισθάνθηκε μια παρουσία. Αναστέναξε με ανακούφιση και συνέχισε να μιλάει:

«Το θέμα είναι ότι πέρυσι ήθελα πάση θυσία να κάνω παιδί. Όταν αρχίσαμε τις προσπάθειες όμως, μου κατέβηκε η ιδέα ότι τα ελικόπτερα έρχονταν να με πάρουν. Ότι πετούσαν μόνο και μόνο για να παρακολουθούν εμένα».

«Αχ, Χουλιέτα».

«Το ξέρω, δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα, απλώς είχα παρανοήσει. Μόλις τον περασμένο μήνα σταμάτησα να παίρνω τους σταθεροποιητές διάθεσης. Μου λείπουν λίγο, αλλά πρέπει να αντέξω. Τέλος πάντων, νόμιζα ότι έρχονταν να με βρουν για να πάρουν εμένα και το μωρό για πειράματα, ένα παραλήρημα επιστημονικής φαντασίας. Ή για να μου κλέψουν το μωρό μου. Ήταν, πώς να σ’ το εξηγήσω, σαν κομάντο που απαγάγουν παιδιά από την πόλη της Βαρκελώνης. Τόσο σοβαρό ήταν το θέμα. Ο Ντανιέλ το έμαθε πολύ αργά. Δούλευα όλη τη μέρα εκείνη την εποχή, δεν θυμάμαι καν τι έκανα, ένα σημαντικό βίντεο. Κρυβόμουν απ’ τα ελικόπτερα κάτω απ’ το κρεβάτι μου. Ή έφτιαχνα σκηνές με τα σεντόνια. Δεν ήθελα να βγω έξω. Ο Ντανιέλ με βρήκε μια φορά να κρύβομαι και, βέβαια, με πήγε σε ψυχίατρο. Τρόμαξε πολύ ο καημένος».

«Έμεινες έγκυος τελικά;»

«Όχι. Περίεργο, γιατί δεν προσέχαμε περίπου για έξι μήνες. Ίσως ένας από τους δυο μας να μην μπορεί να κάνει παιδιά. Τέλος πάντων, όταν ξεκίνησα τη θεραπεία έπρεπε να σταματήσω τις προσπάθειες, γιατί τα χάπια αντενδείκνυνται για την εγκυμοσύνη. Εξάλλου, συνειδητοποίησα ότι η επιθυμία να κάνω παιδιά ήταν μέρος της τρέλας».

Η Χουλιέτα ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ και χαμήλωσε τη φωνή της.

«Δεν πρέπει να έχει κανείς παιδιά στη Βαρκελώνη. Είδες τι μας είπε ο Μανουέλ χθες το βράδυ; Δεν πρέπει να κάνει κανείς παιδιά εδώ».

«Τι πράγμα;»

«Αυτό! Νομίζεις ότι το μωρό της Γιασμίν είναι το μόνο τέτοιο παιδί που κυκλοφορεί στη Βαρκελώνη; Ο Μανουέλ σου το είπε».

Τα μάτια της Χουλιέτα ήταν εντελώς θαμπά και το χαμόγελό της είχε παγώσει με μια ακαμψία που βρισκόταν στο διαμετρικά αντίθετο άκρο της χαράς. Η Σοφία σκέφτηκε ότι η φίλη της εξακολουθούσε να είναι τρελή, ότι έπρεπε να μιλήσει στον Ντανιέλ μόλις επέστρεφαν στο διαμέρισμα. Η Χουλιέτα της έπιασε το χέρι πάνω στο τραπέζι. Τα δάχτυλά της ήταν κρύα και έτρεμε.

«Το έχεις ήδη αντιληφθεί» της είπε.

«Ποιο πράγμα, Χούλι, για όνομα του Θεού».

«Έχεις μυρίσει τη μυρωδιά. Τη μυρωδιά των παιδιών. Σε είδα να σουφρώνεις τη μύτη σου».

Μαριάνα Ενρίκες: Μιλώντας με τους νεκρούς

Η Σοφία ρίγησε. Η Χουλιέτα της είπε ότι έπρεπε να τα μάθει όλα. Της είπε ότι όταν εκείνη και ο Ντανιέλ είχαν φτάσει στη Ραβάλ το 1997, η γειτονιά βρισκόταν σε αναταραχή. Το σημαντικότερο κύκλωμα παιδεραστίας στην Ευρώπη είχε απλώσει ένα από τα κύρια πλοκάμια του εκεί και γινόταν λόγος για παιδιά που φωτογραφίζονταν σε δωμάτια, που τα παρέδιναν οι πόρνες μητέρες τους, παιδιά που τα άφηναν στα χέρια του παιδεραστή Σαβιέρ Ταμαρίτ Ταμαρίτ φτωχές γυναίκες. Παιδιά που οι παιδόφιλοι πήγαιναν να ψαρέψουν στην Πλάθα Νέγρα. Ένα ορφανοτροφείο είχε διαλυθεί, δεν είχε γίνει γνωστό ποια ήταν τα παιδιά· οι ιερείς και οι μοναχές είχαν σκίσει τα αρχεία. Παιδιά που δεν είχαν πάει ποτέ στο σχολείο, παιδιά μαχαιροβγάλτες, παιδιά που εκδίδονταν. Ένα απ’ αυτά βρομοκοπούσε, γιατί τα μοναδικά ρούχα του, αυτά που φορούσε, του χρησίμευαν για στρώμα. Αυτό το αγόρι περιφερόταν σε όλη την πόλη, γέμιζε την πόλη με δυσωδία, για να μην το ξεχάσουν. Έλεγαν ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί δεν μπορούσαν να του βγάλουν τα ρούχα, γιατί ήταν κολλημένα στο σώμα του απ’ τη λίγδα. Έλεγαν πως είχε ψείρες αλλά και λευκά σκουλήκια στο τριχωτό της κεφαλής, και πληγές κάτω απ’ τα χέρια από τη βρόμα· δεν το είχαν κάνει ποτέ μπάνιο, ένα ζωάκι, τα έκανε πάνω του απ’ τον φόβο και δεν καθαριζόταν. Ήταν το παιδί που έβλεπαν οι περισσότεροι άνθρωποι, το δημοφιλές φάντασμα, αυτό που σε άγγιζε με τα μαύρα χέρια του, αυτό που ακουμπούσε ξυστά το τζάκετ σου που κρεμόταν από την καρέκλα του μπαρ και άφηνε πάνω του τη μυρωδιά της νεκρής σάρκας. Παιδιά που έπεφταν από μπαλκόνια, παρατημένα εκεί από μανάδες πρεζόνια. Τρίχρονα, τετράχρονα παιδιά, με κρεμασμένο το κλειδί στον λαιμό τους. Παιδιά που σκότωναν ταξιτζήδες και πέθαιναν από υπερβολική δόση, εκδίδονταν, κυνηγούσαν μόνο το χρήμα. Τους είχαν δώσει σαράντα χιλιάδες πεσέτες για να φύγουν από τα διαμερίσματα. Ήταν η πιο πυκνοκατοικημένη γειτονιά στον κόσμο, ύστερα από μια συνοικία στην Καλκούτα. Τα σπίτια κατέρρεαν, δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, όποιος είχε μπάνιο ήταν τυχερός, δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό.

Να εξαλειφθεί το Μπάριο Τσίνο. Επιχείρηση Ίλια Νέγρα: οδοί Νόου, Σαντ Ραμόν, Μαρκές δε Μπαρμπερά. Ένα γκράφιτι έγραφε «συσσωρευμένη οργή». Η περίπτωση της Ραβάλ ήταν μια ποινικοποίηση του κινήματος της γειτονιάς που ενορχήστρωσαν οι υπεύθυνοι για τη μεταρ­ρύθμιση της Σιουτάτ Βέλια. Ο Ταμαρίτ δεν είναι επιθετικός, εξετάζοντάς τον διαπίστωσα ότι έχει ικανότητα αναστολής, εκλογικεύει την παιδοφιλία του, ωστόσο έχει υποστεί θεραπεία χημικού ευνουχισμού για να μειώσει τα επίπεδα της λίμπιντό του, ανατομική μείωση του μεγέθους του πέους, συρρίκνωση, ίνωση, στένωση της ουρήθρας, αρκετές επεμβάσεις.

Η υπόθεση ήταν στημένη, της εξήγησε η Χουλιέτα, μια απάτη. Χρησιμοποιήθηκε για να διώξουν πολλούς ανθρώπους, για να καθαρίσουν τη γειτονιά. Κάποιοι ήταν από μια παράταξη της γειτονιάς, άλλοι από μια άλλη, δεν το καταλάβαινε και πολύ καλά, πάντως ήταν προβλήματα της Χενεραλιτάτ, του Δημοτικού Συμβουλίου, εξήγησε, για να καταλάβει η Σοφία. Μια πολιτική υπόθεση.

Όμως κανείς δεν μιλούσε πια για την υπόθεση της Ραβάλ. Γιατί; Η Χουλιέτα ήξερε. Επειδή, αν επρόκειτο να ξαναμιλήσουν γι’ αυτό, έπρεπε να μιλήσουν για τα παιδιά. Όχι για τα βιασμένα παιδιά, γιατί προφανώς δεν υπήρχαν βιασμένα παιδιά, μόνο εκβιασμός. Για τα άλλα παιδιά. Αυτά που δεν ήταν ζωντανά. […]

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Οι κράχτες, ένα μυθιστόρημα νοσταλγίας
Οι κράχτες, ένα μυθιστόρημα νοσταλγίας

Ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό, όπως εξηγεί η συγγραφέας Κάρα Χόφμαν, και αναμνήσεις από μια Αθήνα, όχι και τόσο παλιά, από γειτονιές που έχουν αλλάξει αλλά όχι τόσο, από επαγγέλματα που ανήκουν στο παρελθόν

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.