Βιβλιο

Η ζωή ενός βιβλιοφάγου και τα 13 διαφορετικά είδη περιηγητών βιβλιοπωλείων

«Μέσα από το διάβασμα επιμηκύνεται, διευρύνεται και εμπλουτίζεται η ζωή μου»

eleni_helioti_1.jpg
Ελένη Χελιώτη
ΤΕΥΧΟΣ 824
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ένα κορίτσι κρατάει ένα βιβλίο.
© Unsplash

Πόσα βιβλία θα πάρεις μαζί σου στις διακοπές, τι τύπος περιηγητή είσαι σε ένα βιβλιοπωλείο και πόσος χρόνος χρειάζεται για να διαβάσεις όλα τα βιβλία που θες.

Με ένα γρήγορο google search μαθαίνουμε ότι υπάρχουν, αυτή τη στιγμή, περίπου 130.000.000 μοναδικά βιβλία. Πολλά παραπάνω απ’ ό,τι προλαβαίνουμε να διαβάσουμε σε μια ζωή. Ακόμα και αν βγάλουμε τα 2/3, γιατί σίγουρα κάποια δεν θα μας αρέσουν, άλλα γιατί δεν θα είναι γραμμένα ή μεταφρασμένα σε γλώσσα που γνωρίζουμε, και άλλα στα οποία απλά δεν έχουμε πρόσβαση… μένουν και πάλι… υπερβολικά πολλά. Too many, λέμε.

Εισπνοή, εκπνοή. Τι να κάνουμε, μια ζωή την έχουμε (με την κακή, εν προκειμένω, έννοια).

Για εκείνους που διαβάζουν ο πόνος είναι αβάσταχτος. Οι υπόλοιποι… μάλλον μας κοιτάνε τώρα με δυσπιστία, λίγο συνοφρυωμένοι, ενώ σταυροκοπιούνται. Δεν θα μας καταλάβετε ποτέ εις βάθος. Επιτρέψτε μου όμως να προσπαθήσω τουλάχιστον να σας εξηγήσω. Ξέρω εκ των πρότερων ότι δεν θα καταφέρω να σας προσηλυτίσω, ωστόσο μπορεί να καταφέρω να με κοιτάτε στο τέλος με συμπόνια και να μου κάνετε ένα απαλό pat-pat στην πλάτη, αντί να ψάχνετε παπά να με διαβάσει.

Ο Jeff Deutsch έγραψε ένα άρθρο στην ιστοσελίδα Slate πριν λίγες μέρες, ρωτώντας «What kind of book store browser are you?». Όχι, όχι, δεν μας ρωτάει εάν είμαστε team Chrome ή team Safari. Το ρήμα «browse» στα αγγλικά είναι μια λέξη για την οποία, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχουμε αντίστοιχη στα ελληνικά. Το αγγλικό λεξικό μας λέει το εξής: survey goods for sale in a leisurely and casual way. Είναι αυτό που όταν μας ρωτάνε σε ένα κατάστημα εάν μπορούν να μας βοηθήσουν με κάτι τους λέμε «όχι, ευχαριστώ, απλά κοιτάω» (ή χαζολογάω για τους πιο τολμηρούς).

Ο Deutsch όμως ρωτούσε τι είδος browser (περιηγητής σε κατάστημα, ας το πούμε) είμαστε συγκεκριμένα σε ένα βιβλιοπωλείο. Αναφέρει 13 διαφορετικά είδη περιηγητών: ο flâneur που ελίσσεται μέσα από τις στοίβες, παρατηρώντας, περιπλανώμενος, ανακατεύοντας, ο sandpiper που βλέπει τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου, ο town crier που προαναγγέλλει τα τελευταία νέα από τις σελίδες των βιβλίων στο μπροστινό τραπέζι, ο ruminator που αναμασά τα ίδια, ο pilgrim ο οποίος αναζητά τη σοφία, δεν ξέρει ποια ή πού, αλλά γνωρίζει ότι πρέπει να τη βρει, ο devotee που προσεύχεται καθημερινά, ανεξάρτητα από την εποχή, ο penitent που δεν έζησε όπως έπρεπε και τώρα αναζητά λύτρωση ή τουλάχιστον συγχώρεση, ο palimpsest που διαβάζει και ξαναδιαβάζει και ξέρει ότι κάθε ανάγνωση αφήνει το ανεξιχνίαστο σημάδι της, ο chef που εμπιστεύεται τις αισθήσεις του για να τον βοηθήσει να εντοπίσει τα πιο απολαυστικά συστατικά, ο initiate που δεν γνωρίζει τα ήθη του τόπου, αλλά ελπίζει ότι μπορεί σύντομα να ανήκει και αυτός εκεί, ο stargazer ο οποίος παρατηρεί τον ουρανό με πολλή προσοχή, ο general που βλέπει τις στοίβες ως κάτι που πρέπει να κατακτηθεί, και οidler που θέλει απλώς να περάσει την ώρα του ανάμεσα στα βιβλία.

Ομολογώ πως τους βρήκα πολλούς σε πρώτο ανάγνωσμα, too many και αυτοί, και μου φάνηκε ότι κάποιες κατηγορίες είναι αρκετά παρόμοιες ώστε να μπορούν να συγχωνευτούν σε μία. Εγώ νομίζω ότι εναλλάσσομαι μεταξύ του chef (που είμαι τις περισσότερες φορές όταν έχω χρόνο), και του hunter. Αχά! Δεν την έχει αυτή, την επινόησα μόλις γιατί δεν με κάλυπτε κάποια άλλη… ίσως τελικά δεν είναι πολλές, αλλά λίγες. Ο κυνηγός, λοιπόν, είναι αυτός που ξέρει ακριβώς τι θέλει, το σκέφτεται μέρες, το έχει επεξεργαστεί, και είναι έτοιμος να το αποκτήσει. Φτάνει λοιπόν η στιγμή, μπαίνει, το ψάχνει, το βρίσκει, αλλά στην πορεία… είτε πριν το βρει… είτε μετά (είτε γιατί δεν το βρήκε), τον κυριεύει η ανάγκη να περιμένει σιωπηλά και να παρατηρήσει λίγο ακόμα μέσα από την διόπτρα του, γιατί ξέρει ότι κάπου εκεί, ανάμεσα στα άπειρα ράφια, βρίσκεται ένα ακόμα «θύμα».

Φροντίζω όπου πάω να μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο. Φροντίζω όπου πάω να έχω τουλάχιστον ένα βιβλίο μαζί μου, και ας γυρίσω με τρία, και ας μη διαβάσω ούτε μία σελίδα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Με μια απλή μόνο ανάκληση μνήμης μπορώ να σκεφτώ ένα μικρούλι βιβλιοπωλείο στη Ναύπακτο, ένα τεράστιο στο Λονδίνο στο οποίο είχα «χαθεί» για ώρες, ένα αρχαίο και σκοτεινό στο Πόρτο, και ένα που έχω ήδη εντοπίσει στο Βερολίνο το οποίο θα επισκεφθώ τις επόμενες ημέρες. Μπορεί να είμαι σε φάση που κάνω οικονομία, να βάζω χρήματα στην άκρη, αλλά να παραγγέλνω 3 βιβλία με την ίδια φυσικότητα και ευκολία που θα αγόραζα καπνό (σε αντίθεση με το διάβασμα, ένας κακός εθισμός). Μια ζωή την έχουμε, όμως, είπαμε.

Ήρθαν λοιπόν τα 3 βιβλία που είχα παραγγείλει (δεν ήταν τρόπος του λέγειν, όντως το έκανα), και ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο. Είναι πολύ καλό. Όχι, όχι, δεν είναι απλά πολύ καλό, με έχει συνεπάρει. Είναι τόσο καλό που σε 1,5 μέρα έχω διαβάσει το μισό, και αυτή τη στιγμή καταπιέζομαι να μη διαβάσω το υπόλοιπο γιατί θέλω να το κρατήσω για το ταξίδι μου αύριο. Ταυτόχρονα επίσης φοβάμαι ότι θα το τελειώσω στην πτήση οπότε πρέπει να πάρω και ένα δεύτερο για να έχω κάτι για την επιστροφή. Αλλά αν αγοράσω κανένα εκεί, που θα τα κουβαλάω όλα; Με ένα carry on θα είμαι η χριστιανή. Ουφ.

Και τώρα έρχεται το δίλημμα ποιο από τα άλλα δύο να πάρω. Ταυτόχρονα με βρίζουν 4-5 ακόμα που έχω μισοδιαβασμένα από δω και από κει σε όλο το σπίτι. Το βιβλίο που διαβάζω τώρα όμως… αυτό που καταπιέζομαι να μη συνεχίσω μέχρι αύριο, μέχρι να φτάσω στην πύλη του αεροδρομίου… μιλά στην ψυχή μου. Θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ. Σε ένα βαθμό το έχω ζήσει εγώ. Γυρνάω τις σελίδες αχόρταγα ενώ γνέφω καταφατικά σε κάθε πρόταση με την οποία ταυτίζομαι, και γελάω δυνατά σε ότι είναι πραγματικά αστείο και το φαντάστηκα να συμβαίνει μπροστά μου ή να το βιώνω εγώ γνωρίζοντας ότι έτσι θα αντιδρούσα, ή θα έλεγα την ίδια ατάκα. Θέλω να το απολαύσω αργά λες και είναι το τελευταίο βιβλίο στη γη, και ταυτόχρονα να το καταβροχθίσω για να δω τι γίνεται.

Θα ήθελα να πω ότι είναι λίγα τα βιβλία αυτά που με έχουν κάνει να νιώσω έτσι, αλλά δεν είναι. Έχω διαβάσει εκατοντάδες πια, ούτε ξέρω πόσα, η 3x2 (μέτρα) βιβλιοθήκη μου έχει διπλές σειρές σε όλα της τα ράφια, και δεν χορταίνω. Θα αποφύγω το κλισέ «έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και έχω ζήσει πόσες ζωές μέσα από τα βιβλία που αγάπησα». Ναι είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι ο λόγος που τα αγαπώ. Δεν είναι ο λόγος που συνεχίζω να διαβάζω με την ίδια μανία (και ας έχω περάσει μικρές περιόδους που δεν θέλω να διαβάσω τίποτα).

Όχι, δεν είναι.

Ο λόγος είναι ότι, διαβάζοντας, ζω περισσότερο, μαθαίνω περισσότερο, νιώθω περισσότερο. Διαβάζω γιατί μέσα από το διάβασμα επιμηκύνεται, διευρύνεται και εμπλουτίζεται η ζωή μου, κυριολεκτικά. Διαβάζω γιατί μέσα από τις εκατομμύρια αυτές λέξεις νιώθω πιο άνθρωπος από ποτέ. Γιατί μπαίνω στο μυαλό και τη συνείδηση των εκατοντάδων αυτών συγγραφέων και των χιλιάδων αυτών χαρακτήρων. Γιατί αναπτύσσω περισσότερη ενσυναίσθηση και κατανόηση, και γιατί μαθαίνω πως ο δικός μου τρόπος σκέψης και αντιμετώπισης πραγμάτων και συνθηκών δεν είναι ο μόνος, και δεν είναι απαραίτητα ο (πιο) σωστός.    

Και δεν θα σταματήσω ποτέ.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθείτε είτε τυχαία είτε οικειοθελώς σε ένα βιβλιοπωλείο, κάντε μου μια χάρη… κάντε τον κόπο και περιηγηθείτε. 

ΠΡΟΣΦΑΤΑ