- CITY GUIDE
- PODCAST
-
11°
Μπήκε στο καφενείο με τον αέρα βουνού, σαν φοβερίζει να ξετινάξει τις στέγες κι αναγκάζει τα δέντρα να τον προσκυνούν. «Καλησπέρα!» είπε και στάθηκε ανάμερα, σιμά στην πόρτα. Έξω πίσσα το σκοτάδι. Στη μέση του καφενείου έκαιγε η ξυλόσομπα κι ολόγυρά της κάθονταν καμιά δεκαριά άντρες, με άσπρα μαλλιά οι περισσότεροι. Μπόλικος καπνός, στριφτά τσιγάρα κι επάνω στα σκαμνιά ρακοπότηρα και στραγάλια σε τενεκεδένια πιατελάκια για μεζέ.
Κάμποσες καρέκλες έτριξαν, καθώς στράφηκαν κατά την πόρτα όσοι δε θωρούσαν, τα φρύδια έσμιξαν απροκάλυπτα και τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Εκείνη ακούμπησε σε μια ψάθινη καρέκλα τη μεγάλη τσάντα της κι αράδιασε στο τραπέζι αναπτήρα, τσιγάρα, κλειδιά αυτοκινήτου κι ένα σημειωματάριο. Έβγαλε το παλτό της και κάθισε με το ’να πόδι πάνω στ’ άλλο, έχοντας φάτσα τους θαμώνες. «Κέρνα την κυρία!» φώναξε ο Ανέστης και κατόπιν πρόσθεσε: «Πούθε μας έρχεσαι, αν επιτρέπεται;» Άλλα ήθελε να ρωτήσει, όπως κι οι υπόλοιποι. Ποια είσαι; Τι ζητάς εδώ τέτοια ώρα; Πώς τριγυρνάς μονάχη σου, εσύ μια γυναίκα, και μπαίνεις στο καφενείο; «Απ’ την Αθήνα», απάντησε και για λίγο δεν ακουγόταν τίποτε.
Ωστόσο, αν διέθεταν φωνή τα μάτια θα γινόταν σαματάς. Και δεν ήταν μόνο το παράξενο της νυχτερινής επίσκεψης μες στο καταχείμωνο, αλλά κι οι ομορφάδες της άγνωστης γυναίκας, κατά το πρότυπο μάλλον παλαιότερων εποχών, που έκαναν μέχρι και την αποστρατευμένη αντρική φύση των πιο ηλικιωμένων να σκιρτά και να γλυκανασαίνει. Όσο για το ντύσιμό της, συνέδραμε στο λαμπάδιασμα των κορμιών και του νου. Προπαντός η κόκκινη φούστα της, η οποία, όπως είχε τραβηχτεί πάνω απ’ το γόνατο, παρακίνησε τον μπαρμπα-Λάμπρο να σχολιάσει στα μουλωχτά: «Ρε σεις, τι γυναίκα είναι τούτη!»
Ο καφετζής στάθηκε δίπλα της και καρτερούσε παραγγελία.
«Ένα τσίπουρο! Έτσι δε λέτε τη ρακή;»
«Άλλο τσίπουρο, άλλο ρακή» πέταξε ο Βουρλιός.
«Αποστάγματα είναι όλα» αντέτεινε ο Τίμος, ο συνταξιούχος δάσκαλος.
«Εσύ τι λες, κυρία;» επέμεινε ο Βουρλιός, μα δεν του απάντησε.
«Σαν κάποια να μου θυμίζεις. Μπας κι είσαι απ’ τα μέρη μας; Τίνος είσαι;» είπε ο Ανέστης, κι ούτε αυτός έλαβε απόκριση.
«Αφήστε ήσυχη την κοπέλα» επενέβη ο Στέφος με προσποιητό ύφος και κάτι ψαχούλευε στις τσέπες του.
Με τις κοφτές κουβέντες, αλλά και με το ύφος της που φυλάκιζε θαρρείς το θηλυκό, επέβαλλε ολοφάνερα τους δικούς της όρους στη στιχομυθία. Έτσι καθώς στέκεται ο υπάλληλος μπροστά στον αυστηρό διευθυντή, ο οποίος πότε επιτρέπει να διαφανεί το ανθρώπινο πρόσωπό του και πότε ανασύρει τη μάσκα της εξουσίας.
Ο καφετζής σερβίρισε το τσίπουρο, κείνη άναψε τσιγάρο κι έπειτα σήκωσε το ποτήρι.
«Στην υγειά σας!»
«Γεια! Γεια!» αποκρίθηκαν εν χορώ τα γερόντια κι οι δυο τρεις μεσόκοποι.
«Ποιος καλός άνεμος σας έφερε στον τόπο μας;» τόλμησε την ερώτηση ο Τίμος.
«Άνεμος; Κατά κάποιο τρόπο. Μάλλον θα τον βάφτιζα λίμα».
Οι θαμώνες αλληλοκοιτάζονταν παραξενεμένοι και δυο τρεις έξυναν τα κεφάλια τους.
«Μήπως θέλετε να πείτε λίβας;»
«Λίμα δεν ονομάζεται το εργαλείο που τροχίζει;»
«Εμείς το λέμε πριάκονο και τροχίζουμε μαχαίρια, τσεκούρια κι ό,τι κόβει» πετάχτηκε ο Βουρλιός.
«Απ’ το πριονίζω και το ακονίζω. Ορθή ονομασία. Όμως η λίμα που μ’ οδήγησε ως εδώ δεν ακονίζει μαχαίρια».
«Και τι ακονίζει;»
«Μνήμες!»
Οι άντρες σιώπησαν κι άλλαζαν κλεφτές ματιές. Πότε αμήχανα και πότε σαν να επιβεβαίωναν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε καθένας μονάχος του: Δε βαστά καλά στα μυαλά της. Ωστόσο κανείς δε βιάστηκε να πει οτιδήποτε. Ένας δυο ξερόβηξαν, άλλοι ρουφούσαν τα τσιγάρα τους κι άλλοι πιπίλισαν τα ρακοπότηρα, ενώ ο καφετζής τροφοδοτούσε τη σόμπα με ξύλα.
«Τι πράμα είπες ότι ακονίζει;» ρώτησε επιτέλους ο Βουρλιός με απορημένη έκφραση και μισόκλειστο το ’να μάτι.
Η γυναίκα δεν αποκρίθηκε. Τράβηξε την τσάντα της, έβγαλε ένα δέμα και άρχισε να ξετυλίγει με αργές κινήσεις το μαύρο πανί που κάλυπτε το περιεχόμενό του. Στην παρέα των θαμώνων φούντωσε η περιέργεια, ώσπου εξακοντίστηκε στα ύψη και μπλέχτηκε μ’ ακατανόητα μουρμουρητά και μερικά σταυροκοπήματα.
«Τι ’ναι αυτό;» αναφώνησε ο Βουρλιός, σάμπως να μη θωρούσε.
«Λίμα, ακόνι, πριάκονο, όπως θέλετε ονομάστε το. Ακονίζει μνήμες!» απάντησε και πάσχιζε ν’ ανιχνεύσει στα πρόσωπά τους τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απροσδόκητη ενέργειά της.
Πάνω στο τραπέζι, κει όπου καρφώθηκαν τα έκπληκτα βλέμματα όλων, είχε ακουμπήσει μια νεκροκεφαλή.

Το βιβλίο κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία στις 3/4.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε για παιδιά αλλά κατέκτησε τα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο
Παύει ένα έργο να «ανήκει» στον συγγραφέα μόλις τελειώσει η συγγραφή του;
Τα βιβλία τους «Απεταξάμην» και «Παλμαρέ» αντίστοιχα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Μίνωας
Οι λέσχες ανάγνωσης γίνονται η πιο όμορφη αφορμή για νέες γνωριμίες, συζητήσεις και έμπνευση στην πόλη
Διαβάσαμε το βιβλίο «Flesh» του Ντέιβιντ Σολόι που κέρδισε το βραβείο Booker 2025
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Ποικίλες αναγνωστικές προτάσεις για τις αρχές του 2026
Δύο βιβλία που ξεχώρισα το 2025: «Μαύρο Χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα (εκδόσεις Ίκαρος) και «Δεν θ’ αργήσω» της Βασιλικής Πέτσα (εκδόσεις Πόλις)
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
Ένα ποίημα του Σάββα Σαββόπουλου για τις ιδιαιτερότητες της περιόδου των εορτών
Η βιβλιοθήκη δίνει την ευκαιρία για γνώση μέσα από μια ξεχωριστή πρωτοβουλία
Θέλουμε ελευθερία από ή ελευθερία για; Κι έχει άραγε κόστος η απάντηση;
Στον κόσμο της Τεχνητής Νοημοσύνης ο πιονιέρος της κυβερνητικής είναι πιο επίκαιρος από ποτέ
Το Βιβλίο της Ημέρας, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο
Το Βιβλίο της Ημέρας, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Δείτε αναλυτικά τα βραβεία για τις κατηγορίες Μυθιστόρημα, Δοκίμια, Ποίηση και Παιδική λογοτεχνία
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.