Tο 1901, όταν η Ακαδημία Νόμπελ επρόκειτο να απονείμει το πρώτο βραβείο λογοτεχνίας του κληροδοτήματος, οι υποψήφιοι που είχαν μείνει στην τελική επιλογή ήταν δύο. Ο ένας ήταν ο Γάλλος Εμίλ Ζολά και ο άλλος ο Ρώσος Λέων Τολστόι.
Τα μέλη της επιτροπής, καθότι αισθάνονταν ελαφρώς επαρχιώτες και λίγο εκτός διεθνούς λογοτεχνικής πιάτσας, προκειμένου να μην αρχίσουν την καριέρα τους με κάνα χοντρό λάθος, αποφάσισαν να ζητήσουν την γνώμη των Γάλλων ακαδημαϊκών. Σοφότεροι και πιο ψυλλιασμένοι αυτοί, θα τους γλίτωναν από την ενδεχόμενη γκάφα.
Μια αντιπροσωπεία τους λοιπόν ταξίδεψε ως το Παρίσι, όπου και διεπίστωσε ότι τα πράγματα ήσαν εντελώς διαφορετικά από ό,τι φαίνονταν από μακριά. Το όνομα Εμίλ Ζολά προκάλεσε αλλεργικές αντιδράσεις στους Γάλλους ακαδημαϊκούς, που τον θεωρούσαν αναρχικό επειδή είχε υποστηρίξει τον Ντρέιφους. Το δε όνομα Λέων Τολστόι δεν τους προκάλεσε καμία απολύτως αντίδραση, διότι απλούστατα δεν το είχαν ξανακούσει.
Στη θέση τους αντιθέτως πρότειναν στους Σουηδούς έναν «εξαιρετικό» Γάλλο ποιητή που άκουγε στο όνομα Σιλί Πριντόμ, το οποίο, ως γνωστόν φιγουράρει έκτοτε στην πρώτη θέση της χρονολογικής λίστας των βραβείων. Οι Σουηδοί, αν είχαν κάνει του κεφαλιού τους, όποιον απ’ τους δύο κι αν διάλεγαν σίγουρα δεν θα είχαν πέσει έξω. Έπεσαν έξω γιατί άκουσαν τις συμβουλές των σοφότερων Γάλλων και βράβευσαν έναν ποιητή του οποίου έκτοτε αγνοείται η τύχη κάπου στα ράφια των βιβλιοθηκών. Ποιος διαβάζει σήμερα τον Πριντόμ; Ποιος τον ξέρει ; Ακόμη και οι Γάλλοι μαθητές τον ξέχασαν αφού, αν δεν κάνω λάθος, το ένα και μοναδικό ποίημα στις ανθολογίες του γυμνασίου έχει κι αυτό εξαφανισθεί.
Αληθινή ιστορία ή διδακτικό ανέκδοτο, δεν έχει σημασία. Ό,τι κι αν είναι, πάντως, λέει πολλά. Se non è vero è ben trovato.
Πάντως δεν λέει αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να λέει, ότι δηλαδή η ακαδημία Νόμπελ έπεσε για μία ακόμη φορά έξω βραβεύοντας ένα δευτεροκλασάτο Γάλλο συγγραφέα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί δεν θεωρώ τον Λε Κλεζιό δευτεροκλασάτο συγγραφέα, αλλά και γιατί πιστεύω πως στις αρχές του 21ου αιώνα οι ισορροπίες των δυνάμεων δεν έχουν καμία σχέση με τις σχέσεις που όριζαν τα λογοτεχνικά πράγματα στις αρχές του 20ού.
Καταρχάς η γαλλική δεν είναι πλέον η παγκόσμια γλώσσα της λογοτεχνίας, όπως ήταν τότε. Έπειτα η Ακαδημία μοιάζει μάλλον με ένα γραφικό γκρουπούσκουλο φανατικών περιθωριακών μέσα σε ένα λογοτεχνικό κόσμο, όπου την εξουσία την έχουν καταλάβει διάφοροι ημιμαθείς ατζέντηδες που προσπαθούν πάση θυσία να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του «μεγάλου τους κοινού».
Η αγγλοσαξωνική κυριαρχία στη λογοτεχνία είναι καταθλιπτική. Όχι, βέβαια, όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τους μεγάλους της συγγραφείς, όπως ο Φίλιπ Ροθ για παράδειγμα, αλλά όταν βρίσκεσαι μπροστά στην ευκολία με την οποία παράγει μιμητές. Πόσα από τα ελληνικά μυθιστορήματα που κυκλοφορούν δεν παλεύουν πάση θυσία να μιλήσουν «αγγλικά» με τις πολιτικώς ορθές τους απόψεις και τις ορθές τεχνικές αφήγησης;
Η αγγλοσαξωνική κυριαρχία στη λογοτεχνία είναι θλιβερή επειδή προσπαθεί να ορίσει κανόνες σε μία από τις ελάχιστες αναρχικές δραστηριότητες που επιτρέπουν στο μυαλό μας να ανασαίνει κάπως οξυγόνο ελευθερίας. Κι απ’ αυτή την άποψη, η βράβευση του Λε Κλεζιό δίνει μια ανάσα σε ένα παγκόσμιο στερέωμα που βυθίζεται όλο και περισσότερο στο νέφος της ομοιογένειας.
Είναι βαρετός ο Λε Κλεζιό; Εξαρτάται από ποια οπτική γωνιά θέλεις να τον διαβάσεις. Και θα ήθελα να δω κάποιον απ’ αυτούς που τον λένε βαρετό όλο αυτό τον καιρό, να προσπαθήσει να διαβάσει κάποιο από τα μυθιστορήματα του Μπέκετ. Μεγαλοφυής πλην όμως άκρως «βαρετός», αν τον κρίνουμε με τα αναγνωστικά κριτήρια του περίφημου εκείνου και ανύπαρκτου μαλάκιου που ακούει στο όνομα «μέσος αναγνώστης». Είναι ξεπερασμένος με την ανθρωπολογική αντίληψη του κόσμου που έχει, με τον σχεδόν τριτοκοσμικό ανθρωπισμό του; Μπορεί, από μια άποψη, όμως δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα πρέπει να προτιμήσω τον «μπλερικό» ανθρωπισμό που προβάλλει ο Μακ Γιούαν στο πολυδιαβασμένο του «Σάββατο»; Μήπως επειδή είναι καλύτερα κρυμμένος κάτω από τους αγγλοσαξωνικούς αφηγηματικούς ρυθμούς του;
Τέλος πάντων. Με τούτα και με κείνα, πάντως, το Νόμπελ αποδεικνύεται πολιτικά ζωντανό – και το βραβείο στον Λε Κλεζιό είναι μια καθαρά πολιτική κίνηση στην πολιτισμική σκακιέρα. Ευτυχώς, γιατί αν μας μείνει μόνο το Μπούκερ, τότε τη λογοτεχνία θα τη γράφουν οι διάφοροι εμπορικοί διευθυντές των μεγάλων διανομέων. l
Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα κυκλοφορούν τα βιβλία του Λε Κλεζιό «Άνοιξη και άλλες εποχές», «Ονίτσα, «Το μεξικανικό όνειρο»
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η μετάφραση του Παπαδιαμάντη ξεκίνησε το 1889
Ο συγγραφέας μιλάει στην Athens Voice για αθηναϊκές ιστορίες με ρεαλισμό και φαντασία
Τι συμβαίνει όταν μια σαρανταπεντάρα επιτυχημένη συγγραφέας αποφασίζει να κάνει μια ανατροπή στη ζωή της και να αναζητήσει μια νέα μορφή ελευθερίας;
Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στον κόσμο των πάγων, των ανθρώπων της Γροιλανδίας και ενός τοπίου που αλλάζει για πάντα
Ο συγγραφέας και ιστορικός μιλάει για τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Ζαρατούστρα και την κληρονομιά του ονόματός του
Η δικαιοσύνη δεν είναι υπόθεση συναισθήματος, είναι αρχιτεκτονική.
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
Μια πολιτισμική-ιστορική «εγκυκλοπαίδεια» φοβιών και εμμονών
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Κέδρος
Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε για παιδιά αλλά κατέκτησε τα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο
Παύει ένα έργο να «ανήκει» στον συγγραφέα μόλις τελειώσει η συγγραφή του;
Τα βιβλία τους «Απεταξάμην» και «Παλμαρέ» αντίστοιχα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Μίνωας
Οι λέσχες ανάγνωσης γίνονται η πιο όμορφη αφορμή για νέες γνωριμίες, συζητήσεις και έμπνευση στην πόλη
Διαβάσαμε το βιβλίο «Flesh» του Ντέιβιντ Σολόι που κέρδισε το βραβείο Booker 2025
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Ποικίλες αναγνωστικές προτάσεις για τις αρχές του 2026
Δύο βιβλία που ξεχώρισα το 2025: «Μαύρο Χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα (εκδόσεις Ίκαρος) και «Δεν θ’ αργήσω» της Βασιλικής Πέτσα (εκδόσεις Πόλις)
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.