Βιβλιο

Στην εποχή του Όθωνα: Αναμνήσεις του παππού μου Γεωργίου Ι. Νικολαΐδη

Με την έκδοση του παρόντος και τις παιδικές μνήμες αυτού του τρυφερού παππού εκπληρώνω μέρος του χρέους μου για την αγάπη του.

Στράτης Στρατήγης
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Στράτης Στρατήγης γράφει για το βιβλίο του παππού του «Η ζωή μου - Γεώργιος Ι. Νικολαΐδης»

Προδημοσίευση του βιβλίου «Η ζωή μου - Γεώργιος Ι. Νικολαΐδης»
Ένας αξιοσημείωτος όγκος νέου ανέκδοτου υλικού, που βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, μας ταξιδεύει στην Ελλάδα της εποχής του Όθωνα. Πρόκειται για τις αναμνήσεις του Γεωργίου Ι. Νικολαΐδη, παππού του Στράτη Στρατήγη. Με λιτό τρόπο χαρτογραφεί την αθηναϊκή κοινωνία της εποχής του, περιγράφει τις εμπειρίες του από τον Ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897, αποκαλύπτοντας την ψυχολογία των ανδρών του ελληνικού στρατού μετά την περιπέτεια, καθώς και τις συνθήκες που διαμόρφωσαν και προετοίμασαν το έδαφος για όσα ακολούθησαν τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Συνοδεύεται από πολύτιμο φωτογραφικό υλικό που φυλάσσεται στη συλλογή του αρχείου Στρατήγη και καλύπτει την πορεία της οικογένειας από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι τις ημέρες μας.


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αυτό το βιβλίο, παρά λίγο να μην εκδοθεί ποτέ.

Ήταν ένα δερματόδετο τετράδιο, στο οποίο είχε αρχίσει να καταγράφει ιδιόγραφα το 1938 την ζωή του ο παππούς μου, πατέρας της μητέρας μου, Αντιστράτηγος Γεώργιος Ιωάννου Νικολαΐδης, από αναμνήσεις και σημειώσεις του που τηρούσε τακτικά. Το αφιέρωνε, στην πρώτη σελίδα, σε μένα.

Ήταν σ’ ένα κιβώτιο με προσωπικά του αντικείμενα που είχε φυλάξει, μετά τον θάνατο του, την 1η Μαΐου 1947 η μητέρα μου και είχε αποθηκεύσει σε μια δυσπρόσιτη και ξεχασμένη αποθήκη στη στέγη της κατοικίας μας στην οδό Σόλωνος 98 στην Αθήνα, μια διπλοκατοικία των αρχών του περασμένου αιώνα, όπου έζησαν από το 1902 οι γονείς της και μετά και εμείς. Εκεί στεγαζόταν και το δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου, Ευάγγελου Στρατήγη, του οποίου διαδέχθηκα μετά τον θάνατό του το 1980.

Το 1997, μετά την πώληση του σπιτιού στον Εκδοτικό Οίκο Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ και την εκκένωσή του, βρέθηκε, μεταξύ άλλων και το παλαιό κιβώτιο εκστρατείας του, μαζί με το τετράδιο, τα οποία είδαν και πάλι το φως της ημέρας, ύστερα από 50 χρόνια.

Ήμουν το 1938 - όταν άρχισε να γράφει αυτές τις αναμνήσεις - πέντε ετών. Το μοναδικό εγγόνι του από την κόρη του Ντέπη, όπως ονόμαζαν χαϊδευτικά τη μητέρα μου Δέσποινα, σύζυγο Ευαγγέλου Στρατήγη. Η άλλη του κόρη –μικρότερη κατά 11 μήνες της μητέρας μου– η Θεοδώρα ή Ντόλα, παντρεμένη με τον Ιωάννη Λύδη, επιχειρηματία, δεν είχε τότε παιδιά και τελικά έμεινε άτεκνη. Ως μοναδικό εγγόνι του, συγκέντρωσα την αμέριστη αγάπη και προσοχή του. Ζούσε τότε μόνος, αφού είχε χωρίσει από τη δεκαετία του ΄20 από τη σύζυγό του και εκ μητρός γιαγιά μου Ελένη. Η τελευταία υπήρξε κόρη του νομισματολόγου και ιστορικού Ιωάννου Λάμπρου, της γνωστής από τους Καλλαρίτες της Ηπείρου, μοσχοβλάχικης οικογένειας, αδελφού του γνωστού πανεπιστημιακού καθηγητή της ιστορίας και μεσαιωνοδίφη Σπυρίδωνα Λάμπρου.

Ο παππούς κατοικούσε στη μονοκατοικία στην Πλάκα -όπου ζω κι εγώ τώρα-, που είχε κληρονομήσει από τη θεία του Παρασκευή, χήρα του τελευταίου απογόνου των Γάλλων προξένων στην Αθήνα, Ηρακλέους Γάσπαρη, σύζυγος μετά Κωνσταντίνου Βουσάκη, καθηγητή της φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Με «χαλούσε», όπως του παραπονιόντουσαν οι γονείς μου. Δεν έχανε ευκαιρία να με δει και, όταν είχα λίγο μεγαλώσει εύρισκε πάντα αφορμές για να με παίρνει μαζί του, ακόμη και σε επίσημες τελετές, όταν μετά το 1938 μέχρι το 1941, στην Κυβέρνηση του Ι. Μεταξά, ήταν Υπουργός Σιδηροδρόμων και Αυτοκινήτων, όπως είχε αποκληθεί τότε το σημερινό Υπουργείο Μεταφορών. Σημειώνω εδώ, ότι ο παππούς μετά την αποστράτευσή του το 1923, λόγω των τότε γεγονότων και της δικής του προσήλωσης προς τους Βασιλείς και ιδίως τον Κωνσταντίνο, του οποίου υπήρξε και υπασπιστής, ιδιώτευσε, έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος μεγάλων ξένων εταιρειών και έμεινε μακριά από την πολιτική και τα συχνά στρατιωτικά κινήματα της δεκαετίας του ΄20 και του ΄30.

Η υπουργοποίησή του οφειλόταν στην παλαιά φιλία του με τον Ι. Μεταξά και την εκτίμηση, της οποίας του είχε ως επιτελικό αξιωματικό ειδικευμένο κυρίως σε θέματα εφοδιασμού και μεταφορών. Είχε μάλιστα υπηρετήσει υπό τις διαταγές του Μεταξά, από το 1910 έως το 1911, στο Γενικό Επιτελείο, Τμήμα Επιστρατεύσεως και Δ’ Γραφείον Μεταφορών. Ήταν, όπως έμαθα αργότερα, από τους πρώτους στους οποίους ο Μεταξάς, βλέποντας τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να πυκνώνουν, εκμυστηρεύθηκε την απόφασή του να κρατήσει την Ελλάδα στο πλευρό των μετέπειτα Συμμάχων και όχι με τις δυνάμεις του Άξονα. Έπεισε τον παππού μου να αναλάβει το Υπουργείο Μεταφορών, κυρίως για να προετοιμασθεί η χώρα για την αναμενόμενη επίθεση από Βορρά και να αποκτήσει ικανή σιδηροδρομική μεταφορική υποδομή από το Νότο, μέχρι τις οχυρώσεις στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τις γνωστές ως «Γραμμή Μεταξά». Επί υπουργείας του, κατασκευάσθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε την Μυρίνη -στην έξοδο των Τεμπών- με το Τσάγεζι. Εκεί συναντούσε την σιδηροδρομική γραμμή του ORIENT EXPRESS από Θεσσαλονίκη προς Κωνσταντινούπολη και προς Βουλγαρία. Μέχρι τότε λόγω διαφορετικής σιδηροτροχιάς οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι σταματούσαν στα σύνορα που είχε η Ελλάδα το 1912, πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Είναι αυτονόητη η ιστορική και, συγχρόνως, επετειακή σημασία της παρούσας έκδοσης των αναμνήσεων του παππού μου, κυρίως λόγω της λεπτομερούς περιγραφής -μέρα με την ημέρα– της προ 100 ετών συγκέντρωσης του Στρατού μας στη Λάρισσα και της εντός τριών εβδομάδων ( από τις 5 έως τις 26 Οκτωβρίου του 1912), κατατρόπωσης του τουρκικού στρατού, μαζί με τη σύγχρονη απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και τη σθεναρή (ισχυρή) εγκατάσταση της ηγεσίας του τότε ελληνικού Κράτους σ’ αυτήν.

Η ειδικότερη όμως αξία των αναμνήσεων αυτών έγκειται, στο γεγονός, ότι προέρχονται από γόνο μιας αστικής οικογενείας της Αθήνας του 19ου αιώνα. Η ακόλουθη περικοπή των απομνημονευμάτων μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση :

«Ἄν καί ἐφαίνετο ὅτι εἶχον μᾶλλον κλῖσιν διά μηχανικός καί ἀρχιτέκτων καί ὁ πατήρ μου ἤθελε νά σπουδάσω νομικά ὅπως ἐξακολουθήσω τό ἐπάγγελμά του, προφανῶς ἐπηρεάσθην ἀπό πολλούς συμμαθητές μου τῆς τελευταίας τάξεως τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου οἱ ὁποῖοι ἐσκόπευαν νά δώσουν ἐξετάσεις εἰς τά Σχολεῖα Εὐελπίδων καί δοκίμων, ἀμφότερα τότε εἰς Πειραιά, καί ἀπεφάσισα νά δώσω ἐξετάσεις διά τό Στρατιωτικόν Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων».

Ήταν η εποχή, όπου οι άρρενες γόνοι των ολιγάριθμων αστικών οικογενειών της Αθήνας, του Πειραιά και των άλλων πόλεων του τότε μικρού ακόμη Βασιλείου, καθώς και των Ελληνικών Κοινοτήτων των μεγάλων εμπορικών κέντρων της Ανατολικής Μεσογείου, του Εύξεινου Πόντου, της Αδριατικής, ακόμη και της Μασσαλίας, αστικών ως επί το πλείστον και αυτών, εμπνεόμενοι από το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας», δηλαδή την απελευθέρωση του υπόδουλου ελληνισμού και την απομάκρυνση των Οθωμανών από τα ελληνικά εδάφη, επέλεγαν αντί άλλων σταδιοδρομιών, να καταταγούν στις Στρατιωτικές Σχολές.

Με τη μόρφωση και παιδεία, την οποία είχαν αποκτήσει, τις ξένες γλώσσες, τις οποίες κατείχαν, τον κοσμοπολιτισμό πολλών εξ αυτών, αποτέλεσαν τότε μια ομάδα νέων στρατιωτικών ηγετών, ικανών για επιτελικά καθήκοντα, ακόμη και για διπλωματικές αποστολές παρ’ όλο που εμάχοντο και στην πρώτη γραμμή με τους στρατιώτες τους. Χάρις σ’ αυτούς οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας μας, με σύγχρονο πλέον οπλισμό από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, εμπλουτισμένο και με τις μεγάλες δωρεές των Ελλήνων της διασποράς και άριστα εκπαιδευμένοι από τους Γάλλους αξιωματικούς της Γαλλικής Εκπαιδευτικής Αποστολής που με νόμο είχε μετακληθεί το 1910 - ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της τότε νεοπαγούς Κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου- απέπλυναν το όνειδος του ατυχούς Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.

Ημερολόγια, απομνημονεύματα και αναμνήσεις, χωρίς ιστορικά ή άλλα σχόλια, όπως αυτά του ανά χείρας βιβλίου, δεν είναι ιστορικά συγγράμματα. Συγκαταλέγονται, λόγω του προσωπικού των χαρακτήρα στη «μικροϊστορία», είναι όμως χρήσιμη η δημοσιοποίηση και έκδοσή τους, γιατί αυτά είναι που χάνονται πιο εύκολα ή καταστρέφονται με τα χρόνια, ενώ αποτελούν πολύτιμο αρχειακό υλικό για τους ιστορικούς συγγραφείς.

Η σημασία των απομνημονευμάτων του Γ. Νικολαΐδη, για τους ιστορικούς, οι οποίοι ασχολούνται με την ιστορική αυτή περίοδο της Ελλάδας, έγκειται κατά την άποψη αυτών που τα πρωτοδιάβασαν, στο γεγονός ότι προέρχονται από έναν τότε νέο επιτελικό αξιωματικό.

Δίνουν μια γενική συνοπτική εικόνα, όχι μόνο των πολεμικών συμβάντων του Μακεδονικού Μετώπου του Πρώτου Βαλκανικού, αλλά και των πολιτικών και διπλωματικών παραμέτρων του, που εμπέδωσαν και επέβαλαν σταθερά την ελληνική κυριαρχία στα εδάφη, τα οποία αποκτήθηκαν από τα ελληνικά όπλα.

Οι αναφορές του στον τρόπο με τον οποίο εξασφαλίσθηκε η κυριαρχία μας στην πολυεθνική τότε Θεσσαλονίκη, στην αποτροπή της εισόδου του βουλγαρικού στρατού, στη μόνιμη εγκατάσταση εκεί του Βασιλέως Γεωργίου Α’ και στο διορισμό του Πρίγκηπα Νικολάου ως Στρατιωτικού και Γενικού Διοικητή Μακεδονίας και στην ταχύτατη αντίδραση του τελευταίου με αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο Άγιον Όρος για την αποτροπή βουλγαρικής επέμβασης, καθώς και η εντός τριών ημερών (10-11-12 Ἰαν. 1913) στο Μοναστήρι, υπογραφή τεσσάρων πρωτοκόλλων για την επίλυση όλων των εκκρεμών ζητημάτων διακανονισμού Ζωνών μεταξύ των Ελληνικών καί Σερβικών στρατευμάτων, αποδεικνύουν –μαζί με πλήθος άλλων ενεργειών- τη συμβολή των επιτελικών αυτών αξιωματικών σε όλες αυτές τις δύσκολες αποστολές. Οι νέοι αυτοί ένστολοι έχαιραν της εμπιστοσύνης των ανωτέρων τους, οι οποίοι με τη σειρά τους έδειχναν αφοσίωση στην ομονοούσα τότε πολιτική ηγεσία της πατρίδας τους.

Οι δύο Βαλκανικοί πόλεμοι έχουν όμως, κατά την άποψή μου σήμερα, που η πολυδιάστατη κρίση μαστίζει τον τόπο μας, ιδιαίτερη πολιτική και κοινωνική σημασία. Οι νικηφόροι εκείνοι αγώνες ήταν επίτευγμα ολόκληρης της τότε Ελλάδας. Πραγματώθηκε, όπως το επεσήμανε και ο σημερινός μας Πρωθυπουργός, κατά τη διάρκεια πρόσφατης ομιλίας του στην Θεσσαλονίκη, μετά από περίοδο καταισχύνης, παρόμοια με αυτήν που περνάμε σήμερα. Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Ελλάδα χρεοκόπησε, τέθηκε υπό τον αυστηρό οικονομικό έλεγχο των δανειστών της και ενεπλάκη σε πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1897), οι συνέπειες του οποίου – αν δεν επενέβαινα οι Μεγάλες Δυνάμεις και κυρίως η Ρωσσία –θα μπορούασν να ήταν ανεπανόρθωτες για το έθνος μας . Δημιουργήθηκε έτσι, μετά την αλλαγή του αιώνα, μια συγχορδία νέων και ηλικιωμένων όλων των παραγόντων της τότε κοινωνίας, πολιτικών, διπλωματών, στρατιωτικών επιστημόνων, επαγγελματιών, εκπαιδευτικών, δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, εμπόρων, βιοτεχνών, ένα γενικό «φιλότιμο» -το αμετάφραστο σε ξένη γλώσσα χαρακτηριστικό μας- ένα μείγμα αυτοεκτίμησης και ντροπής, που τους εμψύχωσε όλους, προετοιμάζοντας τους ίδιους και συμπαρασύροντας τον λαό των πόλεων και της υπαίθρου, σε ένα εγχείρημα, για το οποίο ήταν πρόθυμοι, αλλά και προετοιμασμένοι, να θυσιάσουν άνευ όρων και τη δική τους και των δικών τους τη ζωή.

Δυτικόστροφη η Ελλάδα τότε, συνειδητά ευρωπαϊκή, υπερήφανη, θεωρούσε τον εαυτό της το προς ανατολάς ανάχωμα του Δυτικού κόσμου απέναντι στη βαρβαρότητα των Οθωμανών, γεγονός που δημιουργούσε σ’ όλους τους Έλληνες ένα βαθμό αυτοσυνειδησίας, μια επίγνωση της θέσης τους μέσα στην ιστορία, στιγμές που είχαν να ζήσουν από την εποχή του ‘21, όταν είχε διαμορφωθεί στους νεοέλληνες κατοίκους, κυρίως της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδος και των γύρω νησιών, η έννοια της «πατρίδας». Ήταν «πατριώτες», λέξη που σχεδόν έχει χάσει το νόημά της σήμερα.

Το αυτοβιογραφικό αυτό τετράδιο δεν το συμπλήρωσε ποτέ ο παππούς. Σταματάει απότομα την καταγραφή των αναμνήσεών του, σημειώνοντας μια σκέτη ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 1913. Πρέπει τις τελευταίες αναμνήσεις του να τις κατέγραφε περί τα μέσα Μαρτίου του 1944, όταν του συνέβη ένα σοβαρό ατύχημα φτάνοντας στο τερμα του τραμ στο Παλαιό Φάληρο. Εκείνη την εποχή, κυκλοφορούσαν στην Αθήνα για αποκλειστική χρήση επιβατών των δυνάμεων Κατοχής, τα καινούργια ιταλικά «κίτρινα τραμ». Για λόγους ασφάλειας, είχαν διαφορετική αφετηρία και τέρμα από τα τραμ για τους Αθηναίους . Ο παππούς μου κατεβαίνοντας την ημέρα εκείνη από το ελληνικό τραμ, βάδισε αμέριμνος επάνω στις γραμμές του «κατοχικού». που τον κτύπησε και τον παρέσυρε. Τραγική μοίρα αν σκεφθεί κανείς ότι τα τραμ αυτά είχαν αγορασθεί και είχαν δρομολογηθεί επί υπουργείας του. Διεκομίσθη αιμόφυρτος στην Πλάκα και στη συνέχεια έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να παραλύσει η δεξιά του πλευρά.

Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα ημίπληκτος σε ηλικία 73 ετών, την 1η Μαΐου 1947, ένα μήνα ακριβώς μετά τον θάνατο του Βασιλέως Γεωργίου Β΄, πράγμα που είχε αντιληφθεί και απ’ ότι μου έλεγε η μητέρα μου, τον είχε βυθίσει σε ακόμη μεγαλύτερη θλίψη.

Είχα την τύχη να γνωρίζω από παλιά και να με συνδέει φιλία με τον κ. Ελευθέριο Σκιαδά, Αντιδήμαρχο Αθηναίων και Προέδρο του Συλλόγου των Αθηναίων, δημοσιογράφο αλλά κυρίως αθηναιοδίφη. Συνεχίζει σήμερα την έκδοση του παλαιότερου (1886) αθηναϊκού περιοδικού «Ο μικρός Ρωμηός» του προπάππου του Παναγιώτου Θεοδοσίου και διαθέτει το πλουσιότερο αρχείο για την ιστορία της Αθήνας από τότε που έγινε πρωτεύουσά μας. Πρόσφατα, ενσωματώθηκε στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών και λειτουργεί ως ιστορικό αρχείο του Μουσείου. Είχε την ευγενή καλωσύνη, να αναλάβει την επιμέλεια της έκδοσης του ημερολογίου του Γ. Νικολαϊδη, Αθηναίου και αυτού και παλαιού αντιπροέδρου του Συλλόγου των Αθηναίων και να επιμεληθεί ο ίδιος τις υπομνηματεύσεις και να συγγράψει την εισαγωγή, η οποία ακολουθεί. Αυτόν και τις συνεργάτιδές του, κ.κ. Βασιλική Μαντζώρου και Παρή Χατζηγεωργίου , καθώς και όλο το ερευνητικό προσωπικό τού πλούσιου αρχείου του, ευχαριστώ θερμά. Ευχαριστώ επίσης τους φίλους μου στην Σπάρτη, Νικόλαο Ι. Κουφό, εκπαιδευτικό και συγγραφέα και Βασίλειο Αντωναράκο, δημοσιογράφο και εκδότη, για την άρτια εκτύπωση του παρόντος. Τέλος, ευχαριστώ το νέο από τη Θεσσαλονίκη ερευνητή, υποψήφιο διδάκτορα του ΑΠΘ, Αριστοτέλη Σπυριδόπουλο, με τον οποίο είχα εξαίρετη συνεργασία στην αρχική επεξεργασία των απομνημονευμάτων για μια έκδοση με την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, η οποία δεν μπόρεσε, παρά την επιθυμία μου, να πραγματοποιηθεί.

Με την έκδοση του παρόντος και τις παιδικές μνήμες αυτού του τρυφερού παππού, ενός ευπατρίδη της εποχής, κομψού, homme du monde, αγαπητού στο γυναικείο φύλο, του οποίου θυμάμαι ακόμη και τη μυρουδιά της παρισινής κολώνιας –Fougere Royale του Houbigant– που τα απαλά του χέρια με τις ρόδινες παλάμες, μου θώπευαν το κεφάλι και το λαιμό, εκπληρώνω, μέρος του χρέους μου για την αγάπη του.

Δεκέμβριος 2012


Φωτο.: Προσωπογραφία του Γεώργιου Ι. Νικολαΐδη από τον Κωνσταντίνο Παρθένη, 1907.