Θεατρο - Οπερα

Αικατερίνη Παπαγεωργίου: «Ο φόβος και η δημοκρατία είναι ασυμβίβαστες καταστάσεις»

Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτρια, με αφορμή την παράσταση «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» στο θέατρο Δίπυλον

Νίκη - Μαρία Κοσκινά
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο «Θαυμαστός καινούριος κόσμος», σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου, κάνει πρεμιέρα στις 29 Οκτωβρίου στο θέατρο Δίπυλον

Πόσο θα πληρώναμε για μια ζωή χωρίς πόνο, φόβο και ανασφάλεια; Και πόση από την ελευθερία μας θα ήμασταν διατεθειμένοι να θυσιάσουμε γι’ αυτήν; Σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, ο «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» του Άλντους Χάξλεϊ επιστρέφει στη σκηνή, αποδεικνύοντας πως κάποια δυστοπικά ερωτήματα δεν παλιώνουν ποτέ. Με αφορμή το φετινό ανέβασμα του έργου στο θέατρο Δίπυλον, σε σκηνοθεσία της Αικατερίνης Παπαγεωργίου, συζητήσαμε μαζί της για την εξουσία, την ασφάλεια, την ελευθερία, αλλά και για την αγάπη και τον έρωτα σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν να είναι υπό έλεγχο.

Και επειδή η θεατρική της δραστηριότητα δεν σταματά εδώ, μιλήσαμε ακόμη για το θέατρο Μπέλλος, του οποίου είναι καλλιτεχνική διευθύντρια, αλλά και για το πολυαναμενόμενο ανέβασμα του «Δεσποινίς διευθυντής» στο Εθνικό Θέατρο, την άνοιξη του 2027.

Αικατερίνη Παπαγεωργίου: Συνέντευξη για την παράσταση «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» στο θέατρο Δίπυλον

Γιατί επιλέγεις να ανεβάσεις αυτό το δυστοπικό μυθιστόρημα τώρα, ειδικά σε αυτήν την εποχή που φαίνεται πιο «επίκαιρο» από ποτέ; Θεωρείς ότι ο φαντασιακός κόσμος του Χάξλεϊ επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά;
Ο «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» βασίζεται σε μια υπόσχεση: μια ζωή χωρίς πόνο. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο επικίνδυνος. Ο Χάξλεϊ δείχνει πώς αυτή η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη –να μην πονάμε, να μην απογοητευόμαστε– μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο εξουσίας. Όχι μέσα από τη βία και την απαγόρευση, αλλά μέσα από την ευχαρίστηση και την κατανάλωση. Η εξουσία εδώ δεν σε αναγκάζει, σου χαμογελά και σε καθησυχάζει. Σε αποπροσανατολίζει, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να σταθείς και να δεις τι πραγματικά συμβαίνει γύρω σου. Σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, το έργο δεν μοιάζει πια τόσο με επιστημονική φαντασία όσο με σύγχρονο πολιτικό θρίλερ. Σε έναν κόσμο εθισμένο στην ταχύτητα, την κατανάλωση και τη διαρκή ανάγκη για ευτυχία, η κοινωνία του Χάξλεϊ μοιάζει τρομακτικά οικεία. Η παράσταση προσπαθεί να μας μεταφέρει ακριβώς σ’ αυτή τη σύγκρουση των διαφορετικών μορφών εξουσίας: ανάμεσα σ’ αυτό που επιβάλλεται και σ’ αυτό που προσφέρεται, ανάμεσα στην καταπίεση και την αποχαύνωση. Σε έναν κόσμο που βιώνει πολέμους, προσφυγικές μετακινήσεις και διαρκείς κρίσεις, το ερώτημα του Χάξλεϊ επιστρέφει ίσως πιο επιτακτικό από ποτέ: πόσο εύκολα είμαστε διατεθειμένοι να ανταλλάξουμε την ελευθερία μας με την αίσθηση της ασφάλειας;

Αυτό που τονίζει ο Χάξλεϊ στο μυθιστόρημά του είναι ότι δεν υφίστανται ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις, ενώ είναι ντροπή ακόμα και να προφέρεις τη λέξη «μητέρα» ή «πατέρας». Πόσο σοκαριστικό είναι αυτό από τη μια πλευρά; Κι από την άλλη, πόσο κοντά είμαστε σε αυτό, αφού ο θεσμός της οικογένειας έχει αποδυναμωθεί, ενώ οι λέξεις «αγάπη» και «έρωτας» και σήμερα έχουν χάσει το νόημά τους;
Μοιάζει πράγματι σοκαριστικό. Ο Χάξλεϊ προσπαθεί να καταργήσει την έννοια του παρελθόντος μέσα στον «Θαυμαστό καινούριο κόσμο», κι έτσι πολύ εύστοχα καταργεί πρώτα τον θεσμό της οικογένειας. Έναν θεσμό που, και στην ελληνική κοινωνία, αποτελεί φορέα πολλών παθογενειών και ταυτόχρονα είναι το πρώτο πλαίσιο μέσα στο οποίο ένας άνθρωπος γνωρίζει ιδέες, αντιλήψεις και θέσεις για τον κόσμο και διαμορφώνει τα πρώτα στοιχεία της ταυτότητάς του. Το βάρος που κληροδοτείται από κάθε οικογένεια είναι μεγάλο. Στον κόσμο του έργου αυτού το κληροδότημα περνάει στον απόλυτο έλεγχο του κράτους. Από την άλλη, όσο υπάρχει ο άνθρωπος, δεν γίνεται να μην υπάρχουν η αγάπη και ο έρωτας. Είναι θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Το σε ποιο πλαίσιο τοποθετούνται κάθε φορά, πώς ερμηνεύονται ή πώς χρησιμοποιούνται κοινωνικά και πολιτικά είναι ένα διαφορετικό ζήτημα. Στο έργο υπάρχει, μάλιστα, το χαρακτηριστικό παράδειγμα δύο ανθρώπων που έλκονται βαθιά ο ένας από τον άλλο, αλλά αδυνατούν να «κατοικήσουν» την ίδια έννοια της αγάπης. Είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ακόμη και θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες και ανάγκες φιλτράρονται μέσα από τις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.

Θαυμαστός καινούριος κόσμος, Δίπυλον © Ελίνα Γιουνανλή

Πώς προσεγγίζεις το κείμενο; Πόσο δύσκολο είναι να μεταφέρεις ένα μυθιστόρημα επί σκηνής; Βασίστηκες σε προηγούμενες μεταφορές του στο θέατρο ή προχώρησες εξ αρχής στη δική σου διασκευή;
Τη θεατρική διασκευή ανέλαβε η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου και, κατά την προσωπική μου άποψη, την έχει κάνει εξαιρετικά. Πρόθεσή μας δεν ήταν να καταφύγουμε στις προφανείς αναλογίες με τη σημερινή επικαιρότητα, οι οποίες είναι πάρα πολλές. Θέλαμε να διατηρήσουμε τον κόσμο του έργου, προκειμένου να αναδειχθεί το πολιτικό και υπαρξιακό του βάθος διαχρονικά. Σήμερα αυτό το βάθος μπορεί να αφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, στα επενδυτικά κεφάλαια ή στην άνοδο της ακροδεξιάς. Αύριο πιθανόν να αφορά κάτι διαφορετικό, όπως διαφορετικές ήταν και οι συνθήκες την εποχή που έγραφε ο ίδιος ο Χάξλεϊ. Ο πυρήνας της αναζήτησής του, όμως, παραμένει ο ίδιος. Αναρωτιέται τι είναι διατεθειμένος να θυσιάσει ο άνθρωπος για την ελευθερία; Πώς η εκάστοτε εξουσία διαχειρίζεται τη συλλογική μνήμη; Πώς η ανθρώπινη ταραχή καλύπτεται μέσα από τον διοικητικό έλεγχο, καταργώντας τελικά τη μοναδικότητα του ανθρώπου; Έχει, επίσης, τροποποιηθεί η κατάληξη του έργου, σε μια προσπάθεια όχι μόνο να το επανανοηματοδοτήσουμε στο σήμερα, αλλά και να αναζητήσουμε μέσα σ’ αυτό μια χαραμάδα ελπίδας, αντίστοιχη μ’ εκείνη που αναζητούμε απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Άλλωστε, όπως λέει και ένας πολύ αγαπημένος μου σύγχρονος φιλόσοφος, οι άνθρωποι πράττουν επειδή ελπίζουν. Ο φόβος και η δημοκρατία είναι ασυμβίβαστες καταστάσεις. Έχω την εντύπωση ότι ο Χάξλεϊ είχε καταλήξει σε αντίστοιχα συμπεράσματα όταν δημιουργούσε τον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο».

Πώς έγινε η επιλογή των πρωταγωνιστών της παράστασης; Υπάρχουν στην ομάδα άτομα με τα οποία συνεργάζεσαι για πρώτη φορά;
Αν εξαιρέσουμε τον Τάσο Λέκκα, με όλους τους υπόλοιπους συνεργάζομαι για πρώτη φορά. Επιλέγω τους ηθοποιούς κυρίως με βάση το ποιος θεωρώ ότι ταιριάζει στον εκάστοτε ρόλο και, φυσικά, έχοντας την πεποίθηση ότι πρόκειται για ανθρώπους που μπορούν να είναι καλοί συνεργάτες και συνοδοιπόροι σε ένα εγχείρημα. Για τη συγκεκριμένη ομάδα είμαι πολύ χαρούμενη, γιατί από την πρώτη στιγμή υπήρξε μεγάλος ενθουσιασμός, ειλικρίνεια και ζέση μεταξύ μας. Υπάρχει μια αίσθηση του «πάμε να το κάνουμε γιατί το γουστάρουμε», την οποία δεν συναντά εύκολα κανείς.

Το υπερεαλιστικό σύμπαν και οι σχέσεις των ανθρώπων τόσο μεταξύ τους όσο και με μια —παράλογη— εξουσία που τους ελέγχει απόλυτα αποτελούν τον βασικό πυρήνα των θεμάτων της ομάδας The Young Quill, της οποίας είσαι ιδρυτικό μέλος. Ο «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» ανήκει σε αυτήν τη θεματική κατηγορία. Γιατί επιλέγεις να ασχοληθείς με τέτοια ζητήματα; Πηγάζουν από τις δικές σου προσωπικές αναζητήσεις;
Ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία ορίζει τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα είναι σίγουρα κάτι που με απασχολεί έντονα. Με ενδιαφέρει το πόσο δύσκολο να ιχνηλατηθούν και πόσο ερεβώδεις μπορεί να είναι αυτές οι δυναμικές, αλλά και το πόσο συχνά μπορεί να λειτουργούν χωρίς καν να τις αντιλαμβανόμαστε. Έχω την αίσθηση ότι αυτός ο παράλογος έλεγχος δημιουργεί απομόνωση, αλλοιώνει τις επιθυμίες και, τελικά, γεννά έναν παράλογο φόβο. Αν μπορούσα να το συνοψίσω σε μία φράση, θα έλεγα ότι μέσα από τις παραστάσεις κάνω απόπειρες να τοποθετηθούμε κατά της κοινωνίας του φόβου και, φυσικά, κατά σε μια κοινωνία που έχει ταυτίσει την ελευθερία με τον καταναγκασμό, καθώς υποτασσόμαστε οικειοθελώς στον καταναγκασμό τού να είμαστε διαρκώς αποδοτικοί.

Θαυμαστός καινούριος κόσμος, Δίπυλον © Ελίνα Γιουνανλή

Ποια θεωρείς ότι είναι η σχέση του θεάτρου με την πολιτική στην ευρύτερη έννοιά της, όχι σε ό,τι αφορά τα κόμματα αλλά την έννοια της πολιτικής;
Το ίδιο το θέατρο είναι πολιτική. Η επιμονή σε ένα μέσο που διατηρεί ακόμη την αναλογικότητά του, που εμπεριέχει τόσο έντονα την έννοια της συλλογικότητας και εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να ονειροπολεί και, ταυτόχρονα, να πραγματοποιεί αυτή την ονειροπόληση, είναι από μόνη της μια πολιτική θέση. Για μένα, ίσως ακόμη περισσότερο μετά την εμπλοκή μου τα τελευταία χρόνια με το θέατρο στη φυλακή, είναι σημαντικό, πέρα από το ψυχαγωγικό κομμάτι, να υπάρχει και κάτι που -κάπως αυθαίρετα– θα ονόμαζα νοηματοδότηση. Κάτι που να επαναδιαπραγματεύεται έννοιες που φαίνεται να υποβαθμίζονται στον δημόσιο διάλογο και να μας θυμίζει όσα μας ενώνουν και όχι όσα μας χωρίζουν.

Τι ετοιμάζεις φέτος με την ομάδα σου, The Young Quill, στο Θέατρο Μπέλλος;
Στο Μπέλλος φέτος θα επαναληφθεί, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, η περσινή μας παράσταση «Απόψε κανείς δεν πεθαίνει». Παράλληλα, θα έρθει και η παράσταση «Η προσευχή της θάλασσας», την οποία παρουσιάσαμε στο πλαίσιο του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός». Πρόκειται για μια μουσικοθεατρική περφόρμανς που μιλά για ένα διαχρονικό τραύμα της ανθρωπότητας, την προσφυγιά. Στην παράσταση ακούγονται ζωντανά μαρτυρίες σύγχρονων προσφύγων από την Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, οι οποίες εστιάζουν στην πορεία του ξεριζωμού και στο ταξίδι.

Θα σκηνοθετήσεις το «Δεσποινίς Διευθυντής» για το Εθνικό την άνοιξη του 2026. Πώς αποφασίστηκε κάτι τέτοιο; Πώς νιώθεις που ανεβάζεις ένα αμιγώς κωμικό έργο δίχως πολλές πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις —πέρα βέβαια από τα κλισέ για τη θέση της γυναίκας; Ποια είναι η σχέση σου με αυτή την εμβληματική ταινία; Ποια θα είναι η δική σου προσέγγιση; Σε επηρεάζει το ανέβασμα του Καραθάνου στο «Τζένη Τζένη»;
Το Εθνικό Θέατρο αποφάσισε το ανέβασμα του έργου και είμαι πολύ χαρούμενη που μου το ανέθεσαν. Το θεωρώ πρόκληση για μένα, ακριβώς επειδή διαφοροποιείται δραματουργικά απ’ όσα έχω κάνει μέχρι σήμερα. Αυτό που μου έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον στην ιστορία δεν είναι μόνο το ζήτημα της θέσης της γυναίκας, αλλά η ουσιαστική συναισθηματική διαδρομή ανθρώπων που καλούνται να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες των άλλων ή εκείνες που οι ίδιοι έχουν επιβάλει στον εαυτό τους, προκειμένου να είναι αρεστοί, αγαπητοί, άξιοι σεβασμού. Πολλές φορές μένουμε μόνο στην επιφάνεια αυτού του ζητήματος και δεν σκεφτόμαστε τι συνεπάγεται για έναν άνθρωπο όλος αυτός ο αγώνας να μοιάζει διαρκώς με την καλύτερη ή την πιο ενδεδειγμένη εκδοχή του εαυτού του. Η έως τώρα σχέση μου με τις ταινίες της Φίνος Φιλμ ήταν μάλλον ότι εγώ υπήρχα κάπου με Pampers την ώρα που έπαιζε κάποια επανάληψή τους στην τηλεόραση! Με ενδιαφέρει, όμως, πολύ το να καταπιαστώ με κάτι που έχει γαλουχήσει τόσες γενιές. Σίγουρα το «Δεσποινίς Διευθυντής» και το «Τζένη Τζένη» είναι δύο έργα που συνομιλούν αναπόφευκτα. Ο Νίκος Καραθάνος είναι ένας δημιουργός που εκτιμώ πάρα πολύ, όχι μόνο για τη δουλειά του αλλά και για τη θέση του απέναντι στα πράγματα. Δεν μπορώ να πω ότι το ένα ανέβασμα επηρεάζει απαραίτητα το άλλο. Σίγουρα συνομιλούν, όπως θα συνομιλούσαν, για παράδειγμα, ένα ανέβασμα του «Ιβάνοφ» και ένα του «Πλατόνοφ» σε κοντινές χρονικές περιόδους. Μάλλον εδώ μας κάνει μεγαλύτερη εντύπωση επειδή δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά.

INFO
Θαυμαστός καινούριος κόσμος στο Δίπυλον Κλασικό
Διάρκεια: '

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αικατερίνη Παπαγεωργίου
  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ισιδώρα Δωροπούλου, Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη, Μάριος Κρητικόπουλος, Τάσος Λέκκας, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Βασίλης Μηλιώνης
  • ΘΕΑΤΡΟ: Δίπυλον
Δες αναλυτικά