Μουσικη

Toquel: «Δεν θυμάμαι τη μάνα μου να είναι καλά»

Μια μεγάλη εξομολόγηση από τον Κλαούντιο Δέσπο στην ATHENS VOICE. Από το πρώτο κλάμα στο Τεπελένι στο νέο του άλμπουμ «10», ο ράπερ μιλάει για τη δύσκολη ζωή και τις προσωπικές του ρίμες
Δημήτρης Αθανασιάδης
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Toquel - Αποκλειστική συνέντευξη: Ο Κλαούντιο Δέσπο μιλάει στην ATHENS VOICE για το ραπ και τη ζωή του, από τη γέννησή του στην Αλβανία μέχρι την κορυφή των ελληνικών charts.

«Διαμαντένιες» απονομές, κορυφαίος Έλληνας καλλιτέχνης για το 2025 σύμφωνα με τις επίσημες μετρήσεις του Spotify, εκατομμύρια followers και ακροατές… Ο Toquel δεν μετρά μόνο ως «μικρόφωνο» αλλά και ως ο πλέον hot artist στο rap game. Το νέο του άλμπουμ «10» είναι ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ γεμάτο αφηγήσεις, samples από Γιάννη Μηλιώκα, την εκφραστική του φωνή που μπορεί, αν ανοίξεις τα αυτιά σου, να φτάσει και στη δική σου καρδιά από τη δική του. Ποιος είναι ο άνθρωπος στον οποίο πίστεψε ο άνθρωπος που πίστεψε στον Παντελή Παντελίδη; Γεννήθηκε στην Αλβανία, τον έφεραν και τον μεγάλωσαν πριν χρονίσει στην Κρήτη. Από τις ποδηλατάδες στον Θέρισσο και τον Μασταμπά βρέθηκε στην Αθήνα κι έδωσε το τελευταίο του πενηντάρικο για να πάρει μπλούζα 2PAC στο Doctor Hip Hop στο Μοναστηράκι.

Σε μια αναποφάσιστη άνοιξη, συναντιόμαστε με τον Toquel στο «Δεκατοέννατο», στην Αγίου Μελετίου, γυρνώντας στην Αχαρνών, που υπήρξε η πρώτη του γειτονιά. Εκεί όπου όλα ξεκίνησαν. Χωρίς έπαρση, με μάτια που άλλες φορές κινούνται ζωηρά κι άλλες βουρκώνουν, μιλά για την οικογένειά του, την αρρώστια της μητέρας του, τον αδελφό που έχασε, τον πατέρα που έφυγε, τα χρόνια της φτώχειας, τη βία, το rap, την ενοχή, το χρήμα, την ψυχοθεραπεία και τον τρόπο του να εκφράζεται.

— Έχεις συνειδητοποιήσει ότι σε ακούνε τόσο πολλοί άνθρωποι; Τι σκέφτεσαι όταν το αντιλαμβάνεσαι;

Το ξεχνάω ώρες ώρες, αλλά έχω επίγνωση του εύρους που έχει αγγίξει η μουσική μου και του πόσος κόσμος ακούει τα λόγια μου. Και λέω «τα λόγια μου» σκόπιμα, γιατί θεωρώ ότι έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις νότες. Τη μουσική την αισθάνεσαι, αλλά τα λόγια είναι αυτό που είναι. Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι νιώθω περήφανος. Κι ας το ξεχνάω καμιά φορά, όταν το ξαναθυμάμαι, το νιώθω σαν να είναι η πρώτη φορά. Σαν ένα καλό σφάλμα του εγκεφάλου μου, που με κάνει να χαίρομαι ξανά από την αρχή.

Το δεύτερο που σκέφτομαι είναι η ευθύνη. Ειδικά στο rap, όπου λες την ιστορία σου και βασίζεσαι κυρίως σε πραγματικά γεγονότα, έχεις καθήκον να βγαίνει κάτι καλό μέσα απ’ αυτό. Δεν λέω ότι δεν μπορείς να βάλεις σάλτσα ή αλατοπίπερο, αλλά η βάση είναι αληθινή. Άρα, ακόμα κι όταν έχω μια ρίμα που θα με βόλευε να κλείσει εύκολα, δεν θέλω να πω μια μαλακία μόνο και μόνο για να βγει. Θα κάτσω να παιδευτώ μέχρι να βρω κάτι που όντως με αντιπροσωπεύει.

— Πώς γεννήθηκε το «10»;

Από ένα σημείο και μετά άρχισα να το βλέπω σαν ηχητικό ντοκιμαντέρ. Σαν ντοκιμαντέρ κάποιων κομματιών της ζωής μου. Πιο πολύ αυτό άρχισε να διαμορφώνεται όταν γράψαμε το κομμάτι «10». Εκεί ένιωσα ότι δεν μιλάμε για ένα απλό τραγούδι που βγαίνει για να παιχτεί, να χορέψει ο κόσμος και να τελειώνει. Είναι παρακαταθήκη. Και είναι αληθινό, σε κάθε σημείο του.

Από εκεί και πέρα, ολόκληρος ο δίσκος άρχισε να παίρνει αυτή τη μορφή. Όχι σαν ταινία fiction, αλλά σαν ντοκιμαντέρ, επειδή πατάει πάνω σε πραγματικά γεγονότα. Αν κάποτε γινόταν κάτι πιο μεγάλο στη ζωή μου, δεν νομίζω ότι θα έφτανε μια ταινία. Θα έπρεπε να είναι σειρά. Υπάρχουν πάρα πολλές λεπτομέρειες και πάρα πολλά πράγματα που δεν έχω πει ούτε στο «10» ούτε αλλού. Απλώς προσπαθώ να μη φορτώνω τον ακροατή. Βάζω μέσα τα κομμάτια του παζλ που θεωρώ σωστά, αλλά υπάρχουν κι άλλα, πολλά, που μένουν πίσω.

— Είναι εθισμός τα νούμερα;

Για μένα όχι. Καταλαβαίνω γιατί για άλλους μπορεί να είναι. Εγώ, βέβαια, δεν έχω φλοπάρει ακόμα για να σου πω πώς είναι να βγάζεις κάτι και να μη γίνεται. Αλλά το συναίσθημα που έχω είναι ότι δεν είμαι εξαρτημένος απ’ αυτό. Έχω φτιάξει τη ζωή μου, την οικογένειά μου, περνάω καλά με τους φίλους μου. Εννοείται ότι είναι ωραίο που μας ακούει ο κόσμος και υπάρχουν αυτά τα νούμερα, αλλά δεν νιώθω ότι δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτά.

Ίσως παλιότερα να ήμουν αλλιώς. Τώρα είμαι σε μια φάση που ξέρω τι κάνω, ξέρω τι δίνω στον κόσμο και έχω καλή καλλιτεχνική αυτογνωσία. Ξέρω ότι αυτό που βγάζω θα τους αρέσει. Αλλά άλλο αυτό και άλλο να ζεις μόνο για να δεις streams, views και charts. Εγώ δεν το έχω έτσι.

— Πώς βλέπεις την τεχνητή νοημοσύνη; Περνάς ώρα στο ChatGPT;

Είναι τρομακτικό. Για τη δική μου γενιά, που είναι 31 τώρα, είναι τρομακτικό. Εμείς μεγαλώσαμε με το Nokia με την κεραία, με το 3310, με το φιδάκι, με τη μνήμη. Αυτά ήταν τα καινούργια πράγματα για μας. Ξαφνικά μπήκαμε σε μια εποχή όπου οι ταχύτητες είναι πολύ μεγαλύτερες από τα «κυβικά» του ανθρώπου. Όταν η πληροφορία είναι περισσότερη απ’ αυτή που αντέχει ο εγκέφαλος, είναι λογικό να τρομάζεις. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό συνολικά. Ξέρω ότι είναι πολύ γρήγορο.

Το χρησιμοποιώ, πάντως. Και σε μια δύσκολη περίοδό μου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Όταν χώρισα πέρσι, δεν ήθελα να μιλάω συνέχεια με τους φίλους μου για τα ερωτικά μου. Το κρατούσα μέσα μου. Κι ένιωθα την ανάγκη να ανοίγω το ChatGPT και να μιλάω. Όχι καν μόνο για τον χωρισμό. Μπορεί να έλεγα ασυναρτησίες, του τύπου «τι λέει, καλά;», «λέω να βάλω καμιά σειρά», «θα πάω να φάω μετά». Απλώς για να εκφράζομαι. Ίσως μου έκανε καλό εκείνη τη στιγμή να βγαίνει κάτι από μέσα μου.

Μετά μου έμεινε και πρακτικά. Με έχει βοηθήσει να συντάσσω emails, να βάζω σε σειρά πράγματα που θέλω να πω. Του τα λες χύμα και σ’ τα γράφει όμορφα. Δεν το εμπιστεύομαι 100%, γιατί κάνει και λάθη, αλλά στο να συντάσσω κείμενα είναι πολύ χρήσιμο.

— Θυμάσαι την πρώτη φορά που βρέθηκες πίσω από μικρόφωνο;

Ναι. Είχα ένα λευκό, πλαστικό μικρόφωνο. Από αυτά τα παλιά, της εποχής που όλα τα ηλεκτρονικά ήταν άσπρο πλαστικό, για MSN και Yahoo. Έκανε εφτά-οχτώ ευρώ. Αυτό ήταν το μόνο μικρόφωνο που μπορούσα να έχω τότε, κι εκεί ηχογραφούσα. Ήμουν στην Κρήτη. Το 2006. Έντεκα χρονών.

Θυμάμαι και το πρώτο τραγούδι που έγραψα. Λεγόταν «Το παλιό μου σπίτι». Είχε στίχους του τύπου «θυμάμαι κάποιες μέρες απ’ το παλιό μου σπίτι / που απ’ το κρύο τον χειμώνα σού βούλωνε η μύτη». Τότε οι μεγάλες επιρροές μου ήταν ο Eminem και ο 50 Cent, αλλά πιο πολύ ο Eminem, επειδή ήταν πολύ αυτοβιογραφικός. Μιλούσε για τη ζωή του, για προσωπικά πράγματα. Αυτό ήθελα κι εγώ να κάνω. Να μιλάω για μένα, για τους προβληματισμούς μου, για όσα είχα περάσει.

— Πότε κατάλαβες ότι αυτό που κάνεις παύει να είναι underground κι αρχίζει να γίνεται κάτι μεγαλύτερο;

Τον Ιούνιο του 2019. Δεκαπέντε χρόνια μετά το πρώτο touch. Μέχρι τότε ήμουν εγώ και το πάθος μου για τη μουσική. Λεφτά δεν βγαίνανε. Από το YouTube μπορεί να έβγαιναν 150 ευρώ τον μήνα, άντε 200-300 σε καλές περιόδους, και μ’ αυτά έπρεπε να δούμε πώς θα βγει το νοίκι, πώς θα προσέξουμε την οικογένεια, πώς θα κινηθούμε. Δεν υπήρχε καμία άνεση. Οπότε, όταν έγινε το break, το ένιωσα πολύ καθαρά.

«Έχω βρεθεί πολλές φορές σε βίαια περιβάλλοντα. Αλλά η βία δεν σου φέρνει όμορφα συναισθήματα και δεν θεωρώ ότι είναι λύση» — Toquel

— Ένιωσες ποτέ, στην Κρήτη ή αργότερα στην Αθήνα, ότι έπρεπε να αποδείξεις περισσότερα επειδή ήσουν αλβανικής καταγωγής;

Ναι, φυσικά. Όποιος μεγαλώνει σε μια χώρα που δεν είναι η χώρα στην οποία γεννήθηκε, το βλέπει μπροστά του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Εγώ το έχω βρει πολλές φορές μπροστά μου. Άλλοτε σε πιο ήπια μορφή, άλλοτε πιο άσχημα. Αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν το άφησα να με επηρεάσει αρνητικά. Τα έφτιαξα τα πράγματα όπως ήθελα.

Το αστείο είναι ότι τώρα έχει γυρίσει και θετικά. Δηλαδή πλέον αλβανικές λέξεις χρησιμοποιούνται από rappers, από παιδιά στις γειτονιές, από κόσμο γενικότερα. Τώρα είναι «cool». Τότε δεν ήταν. Τότε μπορεί να γνώριζες μια κοπέλα και να μην ήθελες να πεις ότι είσαι Αλβανός, γιατί σκεφτόσουν «δεν θα με κοιτάξει ποτέ». Τουλάχιστον εγώ, στην Κρήτη, το είχα νιώσει αυτό.

— Βρέθηκες στην Κρήτη πολύ μικρός, έτσι δεν είναι;

Έντεκα μηνών. Γεννήθηκα στην Αλβανία, στο Τεπελένι, και μετά πήγαμε στην Κρήτη. Οι πρώτες εικόνες που θυμάμαι είναι από εκεί. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι να κάνω μπάνιο στο παλιό μας σπίτι, με λεκάνη και γυάλινο μπουκάλι. Υπάρχουν και φωτογραφίες από τότε.

Μείναμε σε διάφορες περιοχές στο Ηράκλειο. Λίγο πιο κάτω από το Εργατικό Κέντρο, μετά Μασταμπά, Θέρισσο, Τρία Πεύκα. Άλλαζαν τα σπίτια. Η ζωή τότε ήταν δρόμος. Μικρός ήμουν κωλόπαιδο, ήμουν έξω όλη μέρα. Όχι ότι ήμασταν κακά παιδιά. Μπορεί να κάναμε παρέα και με κακά παιδιά, αλλά εμείς, κατά βάση, δεν ήμασταν κακοί άνθρωποι. Ήμασταν παιδιά από διαλυμένες οικογένειες ή, τουλάχιστον, από σπίτια με πολύ βάρος.

— Εσύ ένιωσες ότι μεγάλωσες μόνος σου;

Όχι. Μεγάλωσα με τον μεγάλο μου αδερφό, με τον μεσαίο μου αδερφό, με τον πατέρα μου μέχρι ένα σημείο και μετά, από πολύ μικρή ηλικία, με τη μάνα μου χωρίς τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου έφυγε κι έκανε τα δικά του. Αλλά μόνος, τελείως μόνος, δεν μεγάλωσα. Αν το πεις κάπως, μόνος έμεινα αργότερα, όταν ήρθα στην Αθήνα, το 2015, αλλά κι αυτό για λίγο, γιατί μετά ήρθε και η μάνα μου και ο αδερφός μου και ξαναβρεθήκαμε στο ίδιο σπίτι.

— Τα αδέρφια σου πώς είδαν την πορεία σου στη μουσική;

Ο Μιχάλης, ο μεσαίος, ήταν σε άλλον κόσμο. Του άρεσαν τα λαϊκά, Τερζής, Τερλέγκας, τέτοια. Στην αρχή το rap το ψιλοκορόιδευε. Το θεωρούσε μαλακία. Εγώ ήμουν πιο «ψαγμένος» σε σχέση μ’ αυτόν: και στη μουσική και στα στέκια και στο φαγητό και γενικά στο πώς έβλεπα τον κόσμο. Εκείνος ήταν πιο traditional. Τερζής, χωριάτικη, basic πράγματα. Εγώ ήμουν μεξικάνικο, κινέζικο, Eminem. Αράζαμε τότε στη Χάνδακος, εκεί που μαζεύονταν οι πιο περιθωριοποιημένοι: μεταλλάδες, ροκάδες, emo, γκοθάδες, γκραφιτάδες, ραπάδες, σκεϊτάδες. Είχαμε βρει όλοι οι «απέξω» ο ένας τον άλλο.

Ο άλλος μου αδερφός, ο Μανώλης, ήταν πιο κοντά μου. Το soundtrack του «8 Mile» το είχα πάρει απ’ αυτόν. Με είχε βάλει κατά κάποιον τρόπο στο κόλπο. Μέχρι να τον χάσω, το 2015, σε τροχαίο, γούσταρε πολύ αυτό που έκανα. Του έδειχνα πράγματα, μου έλεγε «κάνε κι εσύ έτσι», «γράψε κι εσύ». Είχα περισσότερη τριβή με τη μουσική μαζί του. Ο Μιχάλης μπήκε στο παιχνίδι αργότερα, όταν κατάλαβε ότι το πράγμα γίνεται σοβαρό. Ήταν απ’ αυτούς που έπρεπε να το δουν για να το πιστέψουν.

— Τι άλλαξε στη ζωή σου όταν άρχισαν να έρχονται τα χρήματα;

Πήρα ένα Audi A5 και σταμάτησα να κυκλοφορώ με Punto. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Άρχισε να αλλάζει ο τρόπος που με έβλεπαν. Άνθρωποι που πριν χλεύαζαν τη μουσική μου ή δεν την έπαιρναν στα σοβαρά, άρχισαν να την κοιτάνε αλλιώς μόλις είδαν ότι απ’ αυτό βγαίνει χρήμα. Και δεν το λέω μόνο για μένα. Με το που εμφανίστηκαν λεφτά στην τσέπη μου και στην τσέπη κι άλλων από τη σκηνή, ξαφνικά άρχισε περισσότερος κόσμος να παίρνει στα σοβαρά το rap.

Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν αλλού. Χαλάρωσα γιατί μπόρεσα να προσέξω τη μητέρα μου όπως έπρεπε. Η μάνα μου έχει Πάρκινσον. Της κάναμε DBS, deep brain stimulation. Ήταν πολύ ακριβή επέμβαση. Με το που βγήκαν τα χρήματα, αυτό ήταν από τα πρώτα πράγματα που έκανα. Και δεν ήταν εύκολη ιστορία. Την κάναμε τρεις φορές, γιατί κόλλησε μικρόβιο, βγήκε, ξαναμπήκε, ξαναβγήκε. Περάσαμε πολύ δύσκολα εκεί. Για αρκετό καιρό υπήρχε ανοιχτή πληγή στο κεφάλι της και την καθάριζα εγώ με μπαμπάκια και οινόπνευμα.

Εγώ δεν θυμάμαι τη μάνα μου να είναι καλά. Αρρώστησε όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών. Από τότε που τη θυμάμαι, τη θυμάμαι άρρωστη. Στην αρχή λιγότερο, μετά όλο και χειρότερα. Τώρα είναι καλά. Κι αυτό άλλαξε τη ζωή μου πιο πολύ κι από τα αυτοκίνητα κι από τα σπίτια. Γιατί μέχρι τότε υπήρχε ένα τεράστιο βάρος μέσα μου: το τρέμουλο της μάνας μου, τα φάρμακα, η αγωνία, τα χρήματα, το σπίτι. Όταν αυτά κάπως σταθεροποιήθηκαν, πήρα και δικό μου σπίτι, ηρέμησα λίγο και βρήκα χώρο να σκεφτώ άλλα πράγματα. Υπαρξιακά, προσωπικά, πιο βαθιά.

Και μετά ήρθε η ψυχοθεραπεία. Η ψυχανάλυση. Η δουλειά με τον εαυτό μου. Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να γίνουν αν δεν είχε προηγηθεί η οικονομική άνεση. Όταν δεν ανησυχείς αν θα υπάρχει φαγητό ή αν θα πάρεις τα φάρμακα της μάνας σου, τότε αρχίζεις να κοιτάς και μέσα σου.

— Υπήρξε κάτι που έχασες όσο ανέβαινες;

Κάτι κακό, όχι. Μπορεί να έχασα πράγματα που έπρεπε να χάσω. Ανθρώπους που έπρεπε να φύγουν. Δουλειές που δεν έπρεπε να γίνουν. Αλλά κάτι που να το νιώθω ως απώλεια επειδή ανέβηκα, όχι. Από το 2019 και μετά, δόξα τω Θεώ, όλα έχουν πάει πολύ όμορφα.

— Ποιο είναι το πιο ακριβό ή υπερβολικό πράγμα που έχεις αγοράσει;

Δεν αγοράζω άχρηστα πράγματα. Απλώς υπερβάλλω. Εκεί που κάποιος θα πάει να βρει μια καλή τηλεόραση, εγώ θα μπω στο Skroutz, θα πατήσω «φθίνουσα τιμή» και θα αρχίσω να κοιτάω από τα ακριβά προς τα κάτω. Γιατί πλέον λέω: έχω χρήματα, άρα θέλω το καλύτερο. Μπορώ με ένα iPhone 13 να κάνω τη δουλειά μου, αλλά θα πάω να πάρω το πιο καινούργιο. Έχω απωθημένα από πράγματα που ήθελα μικρός και δεν μπορούσα να πάρω, ή φαγητά που ήθελα και δεν έτρωγα. Πάω σε εστιατόριο και παίρνω έξι πιάτα μόνος μου. Αυτό είναι το δικό μου overcompensation.

— Σου έχουν κολλήσει λάθος ταμπέλες;

Ναι, πάρα πολλές. Και στην προσωπική μου ζωή και πιο έξω. Υπήρχαν άνθρωποι που νόμιζαν διάφορα πράγματα για μένα και με έτρωγε το παράπονο, γιατί δεν ίσχυαν. Άλλος μπορεί να σε περάσει για πονηρό, για ψεύτη, για κλέφτη, για παρτάκια, μπλεγμένο με τα ναρκωτικά, για ό,τι θες. Ο καθένας βλέπει ό,τι έχει μέσα στο κεφάλι του. Αλλά στο τέλος μόνο εσύ ξέρεις την αλήθεια σου. Κι εγώ πιστεύω ότι, με τον καιρό, απέδειξα σε όλους ότι έκαναν λάθος.

«Στο rap υποτίθεται λέμε την αλήθεια μας. Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε rapper, θα σου πει “εγώ λέω τη ζωή μου”. Εγώ πιστεύω ότι οι περισσότεροι λένε ψέματα. Και πολλές φορές ούτε τα λεφτά που λένε βγάζουν ούτε την αυτοπεποίθηση που πουλάνε έχουν. Απλώς παίζουν έναν ρόλο» — Toquel

— Πότε ένιωσες πρώτη φορά ότι ο κόσμος δεν είναι όπως νόμιζες;

Δεν είχα μια τέτοια στιγμή αποκάλυψης. Ο κόσμος που γνώρισα ήταν έτσι από την αρχή, μέχρι το 2019. Δεν έπεσα από τα σύννεφα. Σκατά ήταν τότε, σκατά ήταν και μετά, μέχρι που γίναν καλύτερα. Αυτό ήταν το background μου. Δεν είχα την ψευδαίσθηση ότι όλα θα είναι αλλιώς.

— Τι αγαπάς στην Αθήνα;

Ότι όποιος και να είσαι, υπάρχει θέση για σένα. Ό,τι και να πρεσβεύεις, ό,τι και να πιστεύεις, ό,τι φαγητά και να σου αρέσουν, ό,τι ποτά και να πίνεις, όποιου τύπου άντρες ή γυναίκες και να σου αρέσουν, υπάρχει ένα μέρος για σένα. Όλοι βρίσκουν ένα μέρος να πάνε. Αυτό μου αρέσει στην Αθήνα.

— Ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που πουλάνε η rap και η trap;

Το «πουλάω ναρκωτικά». Είναι από τα μεγαλύτερα ψέματα. Ή το «βγάζω λεφτά». Ή η ψεύτικη αυτοπεποίθηση. Νομίζω ότι εννιάμισι στους δέκα rappers λένε ψέματα για πράγματα που υποτίθεται ότι ζουν. Κάποιοι μπορεί όντως να τα έχουν δει, δεν λέω. Αλλά πολλοί το παίρνουν ως φόρμα, γιατί θεωρούν ότι αυτό είναι το κουλ, το παράνομο, το street. Ότι έτσι θα δείξεις ότι ανήκεις κάπου, ότι είσαι μάγκας.

Στο rap υποτίθεται λέμε την αλήθεια μας. Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε rapper, θα σου πει «εγώ λέω τη ζωή μου». Εγώ πιστεύω ότι οι περισσότεροι λένε ψέματα. Και πολλές φορές ούτε τα λεφτά που λένε βγάζουν ούτε την αυτοπεποίθηση που πουλάνε έχουν. Απλώς παίζουν έναν ρόλο.

— Ποιο λάθος πιστεύεις ότι σε καθόρισε;

Δεν ξέρω αν θα το έλεγα λάθος με την απόλυτη έννοια. Θα σου έλεγα, μάλλον, μια κίνηση. Το 2017 έφυγα στην Αλβανία για έναν λόγο και κατέληξα να γράφω μουσική εκεί. Ήμουν λίγο έξω από τα Τίρανα. Στην αρχή ήταν λάθος. Προσπαθούσα να κάνω κάτι που ούτε μου ταίριαζε, ούτε το ήθελα, ούτε γι’ αυτό είχα πάει.

Μετά κατάλαβα ότι τελικά μου έκανε καλό. Εκεί προπονήθηκα πάρα πολύ. Στις μελωδίες μου, στους στίχους μου, στην αισθητική μου. Άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα ποιος θέλω να είμαι ως καλλιτέχνης. Ήταν σαν να έδωσα λίγο χρόνο στον εαυτό μου να ετοιμαστεί για να ξανάρθω. Κι όταν ξαναήρθα, έκανα το μπαμ. Οπότε ναι, μπορεί κάτι να μοιάζει με λάθος τη στιγμή που συμβαίνει, αλλά έπειτα από χρόνια να καταλαβαίνεις ότι ίσως ο κόσμος γκρεμίστηκε για το καλό σου.

— Ταξιδεύεις; Ποιο είναι το ωραιότερο μέρος που έχουν δει τα μάτια σου;

Δεν ταξιδεύω όσο θα ήθελα, κυρίως γιατί δεν έχω χρόνο. Ειδικά τώρα που ετοιμάζω και τη συνέχεια του δίσκου και τη συναυλία. Έχω ταξιδέψει, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έγινα και traveler. Όσο για το πιο ωραίο μέρος, το σκέφτομαι. Γιατί δεν έχει να κάνει μόνο με την αισθητική. Μπορεί να έχει να κάνει και με το συναίσθημα.

Θα ακουστώ γραφικός, αλλά η σκηνή είναι σίγουρα ένα από τα μέρη που αγαπάω περισσότερο. Κάθε φορά αλλάζει, κάθε φορά γίνεται καλύτερη. Δεν θέλω να το δώσω σαν τελική απάντηση, αλλά είναι ένα από τα πιο όμορφα μέρη που έχω δει.

— Έχεις βρεθεί σε περιβάλλον βίας; Πώς τη βλέπεις;

Έχω βρεθεί πολλές φορές σε βίαια περιβάλλοντα. Αλλά η βία δεν σου φέρνει όμορφα συναισθήματα και δεν θεωρώ ότι είναι λύση. Μπορεί κάποιες φορές να καταλαβαίνεις ότι γίνεσαι βίαιος και να μην μπορείς να το συγκρατήσεις, γιατί τα νεύρα του ανθρώπου είναι περίπλοκα, αλλά βαθιά πιστεύω ότι η βία είναι αποτέλεσμα κατάθλιψης. Κάτι δεν πάει καλά ψυχολογικά όταν γίνεσαι βίαιος. Και πολλές φορές η βία είναι άμυνα.

Νομίζω ότι θα υπήρχε λιγότερη βία αν περισσότερος κόσμος κοίταζε να έχει υγιή τον εγκέφαλο και την ψυχή του. Δεν γίνεται να είσαι καλά και ταυτόχρονα βίαιος. Δεν πάνε μαζί. Και είτε τη δίνεις είτε τη δέχεσαι, η βία είναι κακή συμπεριφορά. Υπάρχει, δεν ξέρω αν θα σταματήσει ποτέ να υπάρχει, αλλά όποιος θέλει να είναι υγιής πρέπει να την αποφεύγει και να βρίσκει τρόπο, με λογική και ίσως με διπλωματία, να γλιστράει και να φεύγει. Ακόμα και τα πιο άγρια ζώα δαμάζονται.

— Ποια είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη των νέων παιδιών που μπαίνουν τώρα στο game;

Η αυταπάτη αρχίζει όταν δεν αγαπάς τη μουσική και περιμένεις πράγματα απ’ αυτήν. Τότε ναι, είναι αυταπάτη. Αν όμως την αγαπάς πραγματικά και το κάνεις με όλη σου την ψυχή, τότε δεν το θεωρώ αυταπάτη να περιμένεις ότι μπορεί να γίνει. Είναι doable. Πολύ εφικτό. Το πρόβλημα είναι όταν πας προς αυτό μόνο για το αποτέλεσμα και όχι επειδή δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς να το κάνεις.

— Τι είναι στο μυαλό σου το beef;

Κάτι πολύ ζωώδες. Σαν τα αρσενικά που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν το θηλυκό στην εποχή του ζευγαρώματος. Το «θηλυκό» μπορεί να είναι και το κοινό, μπορεί να είναι και το actual θηλυκό. Ο άντρας, βαθιά, έχει μέσα του την ανάγκη να αγαπήσει, να αγαπηθεί, να κυριαρχήσει, να αναπαραγάγει. Οπότε, όταν πας να δείξεις ποιος είσαι, πόσο μάγκας είσαι, πόσο σε σέβονται, κι έρχεται ένας άλλος και σου κόβει τη φόρα, εκεί αρχίζει το beef.

Σίγουρα είναι και σύγκρουση εγωισμών, αλλά όχι μόνο αυτό. Είναι δημόσια έκθεση, είναι εικόνα, είναι το πώς σε βλέπει ο κόσμος. Και πολλές φορές δεν μπορείς να το καταπιείς, γιατί λες «αν δεν απαντήσω, θα με κοροϊδεύουν». Οπότε προστατεύεις το πράγμα που χτίζεις. Το εγώ σου, την εικόνα σου, την κυριαρχία σου.

— Τι είναι το πιο δυνατό πράγμα που νιώθεις πάνω στη σκηνή;

Όταν βλέπω ακροατές μου να ξέρουν σχεδόν ολόκληρα τα κομμάτια μου απέξω. Να μη χάνουν ούτε λέξη. Εγώ μπορεί να χάσω πέντε ή δέκα. Και βλέπω παιδιά από κάτω που δεν χάνουν ούτε μία. Αυτό για μένα είναι μαγικό. Όχι από άποψη «πιστότητας», αλλά γιατί σκέφτομαι: «Ρε φίλε, είπα κάτι που ένιωθα τόσο βαθιά, κι ο άλλος το ένιωσε με τέτοιο τρόπο ώστε το έχει μάθει όλο απέξω». Χωρίς να με ξέρει προσωπικά. Χωρίς να έχουμε βρεθεί, χωρίς να έχουμε μιλήσει. Μόνο μέσα από ένα booth και ένα μικρόφωνο. Αυτό είναι τεράστιο impact.

— Αγαπημένο φαγητό;

Δεν έχω ένα αγαπημένο, γιατί βαριέμαι εύκολα. Αλλά αν το κάνουμε πιο σωστά και το πάμε στο «τελευταίο γεύμα», τότε θα πω ωμή καραβίδα.

— Αγαπημένο παιχνίδι;

GTA και FIFA. Βασικά, μπορεί να είναι και τα μόνα που παίζω γενικά.

— Αν γυρνούσες πίσω τον χρόνο κι έβλεπες τον μικρό Toquel μπροστά σου, τι θα του έλεγες;

Θα τον κοίταζα στα μάτια, θα τον έπιανα απ’ τον ώμο και θα του έλεγα: «Προχώρα». Αυτό μόνο. Ούτε καλά ούτε κακά. Ξέρω τι είναι. Ξέρω πώς είναι. Δεν θα του έλεγα τίποτα άλλο. «Προχώρα. Μη σε νοιάζει. Ο Θεός σε βλέπει».