Κινηματογραφος

Ζακλίν Λέντζου: «Θέλω η ταινία να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στην πρώτη ιδέα»

Λίγο πριν ολοκληρώσει τη νέα της, «αδιανόητα αναλογική» ταινία, μιλάει χωρίς περιστροφές για τον κινηματογράφο και τη ζωή
Δημήτρης Αθανασιάδης
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ζακλίν Λέντζου - Συνέντευξη: H βραβευμένη σκηνοθέτρια μιλάει για τη νέα ταινία που ολοκληρώνει, το σινεμά που την εκφράζει και τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει.

Η Ζακλίν Λέντζου ετοιμάζει βαλίτσες, για να βρεθεί στο CINEphil_101 Διεθνές Φεστιβάλ Φιλοσοφικού Κινηματογράφου, στο Ηράκλειο Κρήτης, το μοναδικό ανάμεσα στα κινηματογραφικά φεστιβάλ της χώρας κι ένα από τα λίγα στον κόσμο που προβάλλουν τη στενή σχέση του σύγχρονου κινηματογράφου με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Κεντρική προσκεκλημένη της φετινής διοργάνωσης του Φεστιβάλ και της ενότητας Filmmakers Meet the Public, η Ζακλίν Λέντζου θα μιλήσει για την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία, «Σελήνη: 66 Ερωτήσεις», που έκανε πρεμιέρα στην Μπερλινάλε το 2021, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές –με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Κόκκαλη–, ενώ θα προβληθούν και δύο μικρού μήκους ταινίες της, η «Αλεπού» και το «Έκτορας Μαλό: Η τελευταία μέρα της χρονιάς».

Η Ζακλίν Λέντζου ετοιμάζει νέα ταινία. Είναι στη φάση της ολοκλήρωσης του μοντάζ και δείχνει δοσμένη στο να φέρει προσεχώς στις κινηματογραφικές αίθουσες την ιδέα που της έγινε σχεδόν εμμονή. Μιλά με αγωνία, πάθος και χαρά για το σινεμά αλλά και για το τι συμβαίνει γύρω μας: «Ξεχνάμε ότι είμαστε στο peak του new ageism, που είναι η μεγαλύτερη τρέλα. Οι άνθρωποι χάνουν επαφή με την πραγματικότητα κανονικά», σχολιάζει όταν χαζεύουμε τον κόσμο στη Διδότου. Λίγο πριν τα 37 της, με διακρίσεις σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ όπως του Λοκάρνο, του Βερολίνου, του Τορόντο και των Καννών, όπου και, το 2018, απέσπασε το πρώτο βραβείο στην Εβδομάδα Κριτικής, κλείνει παλιούς λογαριασμούς κι ανοίγει καινούργιους.

— Τι σημαίνει για σένα να είσαι κεντρική προσκεκλημένη σε ένα φεστιβάλ όπως το CINEphil_101, το Διεθνές Φεστιβάλ Φιλοσοφικού Κινηματογράφου;

Είναι μεγάλη τιμή, όπως κάθε πρόσκληση. Δεν το παίρνω προσωπικά· νιώθω ότι καλούν το έργο μου, κι εγώ αυτό εκπροσωπώ. Δεν γνώριζα το φεστιβάλ CINEphil_101, κατάλαβα ότι είναι μόλις η δεύτερη χρονιά του, άρα πρόκειται για μια πολύ φρέσκια ιδέα. Όμως βλέπω ότι οι άνθρωποί του ενδιαφέρονται πραγματικά να το προχωρήσουν, να γνωρίσει το κοινό της Κρήτης το σινεμά και να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση κινηματογράφου και φιλοσοφίας.

— Σε ενδιαφέρει ή σε ξενίζει η φιλοσοφική ανάγνωση των ταινιών σου;

Με ενδιαφέρει οποιαδήποτε ανάγνωση. Αν κάποιος μπαίνει στη διαδικασία να προσεγγίσει μια ταινία μου –συναισθηματικά, φιλοσοφικά ή με έναν συνδυασμό των δύο– σημαίνει ότι έχει έρθει σε τριβή με αυτό που έχω φτιάξει. Αυτό είναι τεράστιο δώρο. Η φιλοσοφία μ’ ενδιαφέρει από παιδί, χωρίς να θέλω να ακουστώ δήθεν ή να αρχίσω να πετάω ρητά. Με αφορά γιατί νιώθω ότι είναι ένας ουσιαστικός τρόπος να έρθεις σε επαφή με τη ζωή. Όχι η σοφία ως έννοια, αλλά η βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης, της ψυχικής σύνδεσης με τα πράγματα.

 

— Τα φεστιβάλ είναι χώροι ελευθερίας ή έχουν τους δικούς τους κανόνες; Είναι και μηχανισμοί επιβεβαίωσης;

Αυτή είναι μεγάλη συζήτηση. Υπάρχουν φεστιβάλ των οποίων η επιλογή μπορεί να καθορίσει την καριέρα σου, να σου ανοίξει πόρτες. Υπάρχουν και μικρότερα φεστιβάλ όμως, όπου εσύ βοηθάς με την παρουσία σου. Προσωπικά έχω βοηθηθεί φοβερά από τα φεστιβάλ. Δεν νομίζω ότι στην Ελλάδα θα ασχολιόταν κανείς μαζί μου αν οι ταινίες μου δεν είχαν πάει καλά στο εξωτερικό. Το ξέρω αυτό.

— Θεωρείς ότι σε έχουν αντιμετωπίσει διαφορετικά επειδή είσαι γυναίκα;

Δεν το θεωρώ, το γνωρίζω. Είναι γεγονός. Δεν θέλω όμως να μπω σε αυτό το μέτωπο με έναν τρόπο που να με καταπιεί. Με ενδιαφέρει να υπάρχει πραγματική επικοινωνία με τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου. Όταν αισθάνομαι ότι μου φέρονται διαφορετικά, τι να κάνω; Υπάρχουν και χειρότερα. Το ότι θεωρούμαι ακόμη νέα για τον χώρο του σινεμά είναι ενίοτε ένα έξτρα πρόβλημα. Έχω δεχτεί απαξιωτική συμπεριφορά μόνο γι’ αυτό. Στενοχωριέμαι, αλλά μετά καταλαβαίνω ότι είναι προσωπικό θέμα του άλλου. Πάντοτε η συμπεριφορά του άλλου είναι ενδεικτική για εκείνον, όχι για τον «αποδέκτη».

— Πόσο σε έχει αλλάξει το σινεμά;

Το σινεμά είναι η ζωή μου από πολύ μικρή ηλικία, είτε ως θεατής είτε ως κινηματογραφίστρια. Προτιμώ τον όρο «κινηματογραφίστρια» από το «σκηνοθέτρια», γιατί, καλώς ή κακώς, αναγκάζομαι να κάνω πολλά παραπάνω από το να σκηνοθετώ. Ο σκηνοθέτης στο μυαλό μου είναι κάποιος που κάθεται σε μια καρέκλα και οργανώνει τα πάντα με ηρεμία. Η δική μου διαδικασία δεν είναι καθόλου ψύχραιμη, προς το παρόν τουλάχιστον. Δεν θα έλεγα ότι με έχει αλλάξει το σινεμά ως τέχνη. Μέσω του σινεμά οδηγούμαι βαθύτερα στη φύση μου. Αυτό που με αλλάζει είναι η τριβή με τους ανθρώπους κι όλα όσα μαθαίνω καθημερινά για να παραχθεί ένα έργο. Αυτή η διαδικασία μού μαθαίνει πάρα πολλά για τους ανθρώπους – και ότι τελικά όλα γίνονται.

— Θυμάσαι την πρώτη σου επαφή με την κάμερα;

Υπήρχε στο σπίτι μια VHS και ήμουν κολλημένη με αυτό το αντικείμενο, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι κάνει. Έχω κασέτες στις οποίες είμαι ενός έτους και πλησιάζω τον φακό για να τον αγγίξω. Το σινεμά, κάπως, είναι προέκταση αυτού του παιχνιδιού που θέλω να έχω στη ζωή μου. Τις καλές μέρες βλέπω τη ζωή σαν παιχνίδι. Τις κακές, όχι. Αλλά τις καλές μέρες είναι σαν να είσαι στο Super Mario και να κάνεις deal με τον εαυτό σου.

— Θυμάσαι την πρώτη σου κάμερα;

Την έχω ακόμη. Ήταν μια μικρή Sony Hi8, την οποία απέκτησα όταν ήμουν 8 χρονών. Τραβάω ακόμη μ’ αυτήν διάφορα. Στα δεκατέσσερα είπα στους δικούς μου ότι θα ασχοληθώ μ’ αυτό το πράγμα. Δεν επενέβαιναν ιδιαίτερα, οπότε έγινε ό,τι έγινε… και γίνεται.

— Έπειτα από μια τόσο προσωπική ταινία όπως η «Σελήνη, 66 ερωτήσεις», με τι διάθεση μπήκες σ’ αυτή που ετοιμάζεις;

Εγώ είχα χαιρετήσει την ταινία. Όταν κλείνει το μοντάζ, κλείνει και μέσα μου. Οπότε μπήκα με μεγάλη χαρά σε κάτι καινούργιο. Η νέα ταινία έχει «πειραματικά» στοιχεία, και στο περιεχόμενο και στον τρόπο της. Ας πούμε ότι «συζητά» το άυλο μέσα από κάτι χειροπιαστό. Βλέπω ότι υπάρχει θάρρος σε αυτό που έχει γίνει, αλλά ανυπομονώ να το δει το κοινό, για να καταλάβω αν αυτές οι παράξενες ιδέες έχουν αντίκτυπο. Δεν θέλω να κάνω κλειστό σινεμά. Με ενδιαφέρει η εσωτερικότητα να ακουμπάει κάπου. Δεν θέλω να είμαι εγώ και η ταινία μου σε ένα κλειστό σύστημα. Το στοίχημα είναι πάντα με το κοινό.

«Αν κάποιος μπαίνει στη διαδικασία να προσεγγίσει μια ταινία μου –συναισθηματικά, φιλοσοφικά ή με έναν συνδυασμό των δύο– σημαίνει ότι έχει έρθει σε τριβή με αυτό που έχω φτιάξει. Αυτό είναι τεράστιο δώρο» — Ζακλίν Λέντζου

— Τι έχεις μάθει από τις προηγούμενες ταινίες σου; Ποια λάθη έχεις αποφύγει;

Αρχικά θα έλεγα κανένα. Αλλά, αν το σκεφτώ, σίγουρα έχω μάθει πως ο φόβος μου ότι κάτι πολύ περίεργο δεν θα μου βγει δεν είναι αληθινός, γιατί τελικά πάντα βγαίνει. Είναι σαν να έχω θεραπεύσει μια τεράστια ανασφάλεια. Είμαι πάρα πολύ ανασφαλής και ταυτόχρονα έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση – περίεργο σύμπλεγμα. Όταν πας να κάνεις κάτι τόσο εύφλεκτο, προφανώς έχεις κι ανασφάλεια. Αλλά για να αποφασίσεις να το κάνεις, σημαίνει ότι έχεις και τρελή αυτοπεποίθηση. Το ταξίδι μπορεί να συμβεί μόνο αν υπάρξει ισορροπία ανάμεσα στα δύο. Θα υπάρξει;

— Τι σου έχει μάθει η παρατήρηση για τους ανθρώπους;

Η παρατήρηση είναι ο λόγος που κάνω σινεμά. Ήμουν/είμαι μοναχοπαίδι χωρισμένων γονιών, ιδιαίτερων με τον τρόπο τους. Δεν έχεις πολλές επιλογές· παρατηρείς. Ήμουν συνέχεια έξω, μόνη μου, και παρατηρούσα.

Όλες αυτές οι εντυπώσεις από τους ανθρώπους –θετικές, αρνητικές, λογικές, παράλογες– είναι το υλικό μου. Η ανθρώπινη συνθήκη είναι ένα παράλογο πράγμα και αυτό μου το μαθαίνει η ζωή κάθε μέρα. Μικρότερη αντιστεκόμουν σε αυτό το παράλογο. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνω ότι πρέπει να το αποδεχτείς. Αν μένεις διαρκώς στην αντίσταση, γίνεσαι φοβικός, κυνικός. Εγώ δεν θέλω να είμαι κυνική. Κάνω τα πάντα για να μένω στο φως.

Η πιο ουσιαστική παρατήρηση, βέβαια, είναι η αυτοπαρατήρηση. Δεν φτάνει μόνο να παρατηρώ εσένα, αλλά να παρατηρώ πώς μέσα από εμένα βλέπω εσένα. Τα φίλτρα μου. Τυχούσες προβολές. Προτιμώ τις κινηματογραφικές προβολές από τις ψυχικές, γιατί οι δεύτερες συχνά πληγώνουν, αν όχι διαλύουν.

— Θυμάσαι την πρώτη ταινία που είδες στο σινεμά;

Ήμουν τριών χρονών. Οι γονείς μου είχαν ήδη χωρίσει και με πήγε ο πατέρας μου να δω το «Free Willy». Ενθουσιάστηκα, αλλά εμφανίστηκαν υπότιτλοι που δεν καταλάβαινα και ένιωσα ότι χάνεται το σύμπαν ολόκληρο. Ήθελα να κατανοώ όλη την εικόνα.

— Είδες το «Άμνετ» της Κλόι Ζάο;

Δεν το είδα ακόμη. Πολλοί μου είπαν ότι είναι κάπως grief porn και έχω ένα θέμα μ’ αυτό, αλλά θέλω να το δω για να καταλάβω μόνη μου. Πάντως διάβασα μια συνέντευξη της Ζάο και γέλασα λίγο, γιατί δήλωνε ότι θέλει να γίνει death doula. Γελάω λίγο με τέτοια statements σκηνοθετών. Είμαστε στο peak του new ageism, που είναι μεγάλη τρέλα. Οι άνθρωποι χάνουν επαφή με την πραγματικότητα, ίσως επειδή δεν την αντέχουν και ψάχνουν τρόπους διαφυγής. Το σχόλιό μου για την Κλόι ήταν αυτό: αν θέλεις να γίνεις death doula, γίνε. Δεν χρειάζεται να το κάνεις δήλωση. Είναι λίγο αυτό το «να ’χαμε να λέγαμε να ’χαμε να πούμε». Φτάνει…

— Τι σημαίνει επιτυχία για σένα σήμερα;

Μικρότερη, ήθελα πάρα πολύ να αποδείξω –σ’ εμένα πρώτα απ’ όλα– ότι η επιλογή μου ήταν σωστή. Όταν ξεκινούσα, η επιλογή ή η απόρριψη από ένα φεστιβάλ ήταν ζωή ή θάνατος. Δεν είχα κοινό, δεν είχα ανθρώπους με τους οποίους είχα επικοινωνήσει μέσω της δουλειάς μου. Ήμουν μόνη μου και περίμενα.

Τώρα η ανάγκη επιβεβαίωσης έξωθεν δεν υπάρχει. Θεωρώ δεδομένο ότι η νέα μου ταινία θα πάει κάπου και θα αγαπηθεί. Αυτό που έχει μεγαλώσει είναι η αυστηρότητα που αισθάνομαι απέναντι στον εαυτό μου. Θέλω η ταινία να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στην πρώτη ιδέα. Επιτυχία είναι να σεβαστώ την αρχική ιδέα, να μείνω πιστή σ’ αυτήν. Νιώθω σαν να με έχει προσλάβει η ιδέα και μου έχει πει: «Εσύ πρέπει να με γεννήσεις». Κι εγώ πρέπει να είμαι καλή στην κυοφορία.

— Πώς σχετίζεσαι με το περιβάλλον των φεστιβάλ, του networking, των δημοσίων σχέσεων;

Το περιβάλλον της μικρού μήκους είναι πιο αγνό. Υπάρχει περισσότερη αγάπη για το σινεμά. Στη μεγάλου μήκους μπήκα την περίοδο της πανδημίας, οπότε τα ταξίδια μου μειώθηκαν. Δεν έχω ιστορίες με σταρ και κόκκινα χαλιά. Είμαι πολύ low profile για το networking που ζητάει αυτή η δουλειά. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά. Κάνω και παρακάνω. Απλώς δεν μπορώ να κάνω networking. Δεν μπορώ να παίξω ρόλο, να γίνω ξαφνικά φοβερά κοινωνική. Είμαι όπως είμαι – ίσως αυτό είναι και το καλό και το κακό.

— Πώς ήταν η διαδρομή Θεσσαλονίκη - Λονδίνο - Αθήνα;

Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά μετά τον χωρισμό των γονιών μου, η μητέρα μου με πήγε στη Θεσσαλονίκη, στη γιαγιά μου. Η Θεσσαλονίκη, όμως, για μένα είναι συνυφασμένη με μια μαύρη περίοδο. Την αγαπώ ως τόπο της οικογένειάς μου, αλλά ήταν βαριά πόλη για μένα.

Στο Λονδίνο έκανα το μεταπτυχιακό μου. Ήταν πάρα πολύ απαιτητικό· σαν δουλειά. Μου έμαθε την πειθαρχία του κινηματογραφικού γυρίσματος και της παραγωγής. Δούλεψα σε στούντιο, εκπαιδεύτηκα σε 16mm και 35mm φιλμ. Δεν έζησα τα «τρελά φοιτητικά χρόνια». Ήμουν ήσυχη, δούλευα κι έβλεπα ταινίες.

Γύρισα στην Αθήνα το 2012. Κανονικά θα έμενα στο Λονδίνο, αλλά γύρισα για οικογενειακούς λόγους. Από τότε μένω στα Εξάρχεια. Έχω αλλάξει έξι σπίτια, μόνο εδώ γύρω.

— Είναι κινηματογραφική πόλη η Αθήνα;

Ναι, εκατό τοις εκατό. Η Αθήνα έχει ομορφιά μέσα την αναρχία της. Έχει χάος, αντιθέσεις, ετερομορφία. Φέροντας εσωτερικά μεγάλο χάος, όταν πηγαίνω σε πόλεις πολύ ρυθμισμένες, πολύ clean cut, κάτι μου φαίνεται ψεύτικο.

Η Αθήνα έχει μια πατίνα που φεύγει σιγά σιγά, όσο το κέντρο μετατρέπεται σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο, με γυαλισμένα καφέ και αυγά ποσέ. Εύχομαι να μη χάσει την αυθεντικότητά της.

— Υπάρχει κάποια συνεργασία που σε άλλαξε;

Στη νέα ταινία άλλαξα όλη μου την ομάδα, κάτι που ήταν μεγάλο ρίσκο. Η συνεργασία με τον νέο μου διευθυντή φωτογραφίας, τον Grimm, με άλλαξε πολύ. Όταν προσπαθείς να κάνεις κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις με λέξεις ή ακριβείς αναφορές κι έρχεται ένας άνθρωπος απ’ αλλού και το πιάνει, αυτό είναι τεράστια ενίσχυση.

— Κάνεις ταινίες για να βρεις απαντήσεις ή για να κάνεις καλύτερες ερωτήσεις;

Κάθε ταινία ξεκινά από μια ερώτηση. Στη διάρκεια της διαδικασίας, πιστεύω ότι έχω βρει μια απάντηση, αλλά αυτό είναι μια αίσθηση, όχι γεγονός. Μετά η ίδια η ταινία γεννά άλλα ερωτήματα. Άρα, μάλλον φτάνω σε μια βαθύτερη ερώτηση.

— Υπάρχει κάτι που σε κουράζει στο σινεμά;

Με κουράζει η επανάληψη. Απογοητεύομαι όταν βλέπω μια ιδέα που την έχω δει εκατό φορές, αντί για μια ιδέα νέα, ακόμη κι αν η υλοποίησή της δεν είναι τέλεια. Γενικά, με ενοχλούν οι ευκολίες στην τέχνη. Όταν νιώθω ότι κάποιος πάει με την πεπατημένη, χάνω την επαφή μου.

Αντίθετα, με ενθουσιάζει όταν βλέπω ότι κάποιος προσπάθησε κάτι. Ακόμη κι αν δεν είναι τέλειο, μου δημιουργεί πίστη για τη ζωή και το σινεμά.

— Πώς βλέπεις τα social media σε σχέση με την τέχνη;

Περνάω λίγο χρόνο στο Instagram κι όταν βλέπω ότι πάει να τραβήξει όλη μου την προσοχή, σταματώ. Τα social media αλλάζουν το σινεμά, γιατί αλλάζουν το attention span του κοινού και των δημιουργών. Παρατηρώ μια μεταβολή στον εσωτερικό ρυθμό και είμαι βέβαιη ότι αυτό έχει να κάνει με τα reels.

Ο κίνδυνος είναι ότι συνηθίζεις σε έναν μηχανισμό άμεσης ανταμοιβής: ένα βίντεο, μια καρδούλα, λίγη σεροτονίνη. Μετά, ένας δημιουργός μπορεί να θέλει να κάνει κάτι που θα αρέσει γρήγορα κι εύκολα. Έτσι χάνεται η εμβάθυνση. Το σινεμά που αγαπώ και υπηρετώ σε βάζει να σκεφτείς ή να νιώσεις λίγο παραπάνω. Κι αυτό θέλει χρόνο.

— Με την τεχνητή νοημοσύνη έχεις ασχοληθεί;

Καθόλου. Κι έχει πλάκα, γιατί κάνω μια αδιανόητα αναλογική ταινία σε μια εποχή που όλοι μιλάνε για το ChatGPT. Δεν είμαι τεχνοφοβική. Πιστεύω πάρα πολύ στην πρόθεση. Ένας άνθρωπος με καλή πρόθεση μπορεί να πάρει ένα εργαλείο και να φτιάξει ωραία πράγματα. Ένας άνθρωπος με δόλο μπορεί να φτιάξει κάτι σκοτεινό και ούτω καθεξής.

Το σινεμά αλλάζει, όπως αλλάζει και κάθε τέχνη. Όταν βγήκε η τηλεόραση, έλεγαν ότι το σινεμά τελείωσε. Μετά, με τις ψηφιακές κάμερες, έλεγαν ότι τελείωσε το φιλμ. Το σινεμά δεν θα πάει πουθενά. Αλλάζει, και η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά.

— Συζητάς στις παρέες για τα ζώδια αρκετά; Τι θέση έχουν για σένα;

Με ενδιαφέρουν τα γιουνγκιανά αρχετυπικά προφίλ, όχι οι προβλέψεις. Δεν πιστεύω σε προγνώσεις και παρόμοια trends, παρά σε τάσεις, φάσεις και ενεργειακές καταστάσεις. Αν και αισίως δεκατρία χρόνια λακανική αναλυόμενη, αγαπώ τον Γιουνγκ, γιατί μου ανοίγει μια πιο μαγική σκέψη, την οποία έχω από παιδί.

Η μαγική σκέψη, ως μέρος της συμβολικής ζωής, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας. Εκεί εντάσσονται τα ζώδια, τα ταρώ και άλλα τέτοια. Όχι για να σου πουν το μέλλον. Το μέλλον, το παρελθόν – όλα είναι τώρα.

— Πόσο διαφορετικό είναι να κάνεις βιντεοκλίπ από το να κάνεις ταινία;

Καμία σχέση. Το βιντεοκλίπ είναι σαν βόλτα. Είναι πιο ελεύθερο, πιο γρήγορο. Συνήθως γίνεται σε μία μέρα. Μου αρέσει πάρα πολύ το βιντεοκλίπ ως ιδέα. Μικρή περνούσα ώρες βλέποντας λούπες στο MTV. Ήταν βέβαια μια άλλη εποχή, πιο αυθεντική. Μακάρι να υπήρχαν budgets για να κάνουμε περισσότερα.

— Τι μουσικές αγαπάς;

Πάρα πολλές. Η νέα ταινία έχει από Χατζιδάκι μέχρι Roxy Music και Life Without Buildings. Ακούω experimental jazz, κλασική μουσική, αγαπώ πολύ τον Σοπέν, ακούω Καζαντζίδη, Τζένη Βάνου, Brian Eno, Terry Riley, Talking Heads. Η μουσική είναι τα πάντα για μένα.

— Ο πόνος είναι πιο εύκολο νόμισμα στην τέχνη από τη χαρά;

Σέβομαι πολύ τα συναισθήματα, όποια κι αν είναι – τα συναισθήματα είναι το υλικό μου. Είμαι ευγνώμων, μέσα σε όλο τον πόνο, για όσα έχω τραβήξει, γιατί αλλιώς δεν θα μου δινόταν η ευκαιρία να δω από κοντά και ολοκάθαρα κάποιες περίπλοκες περιοχές.

Δεν ξέρω αν ο πόνος είναι πιο εύκολο νόμισμα. Η ζωή είναι πια τόσο δύσκολη, αντικειμενικά και υποκειμενικά, για τόσο πολλούς ανθρώπους, και τα πράγματα γύρω μας τόσο σκληρά πολιτικά, που πολλές φορές σκέφτομαι κι εγώ πριν πάω σινεμά: «Μήπως να μη δω κάτι βαρύ;». Ίσως αυτή τη στιγμή η χαρά και η ελαφρότητα να είναι κάτι που ο κόσμος έχει μεγαλύτερη ανάγκη.