- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Λένα Κιτσοπούλου: «Τα δύο φύλα μέσα μου τα νιώθω από παιδί»
Λένα Κιτσοπούλου - Συνέντευξη: Η συγγραφέας, ηθοποιός, ζωγράφος και τραγουδίστρια μιλάει για το νέο της βιβλίο, τις θεατρικές παραστάσεις «Σωσμένος» και Βάκχες, τη ζωή της.
Έπειτα από μία δεκαετία η Λένα Κιτσοπούλου έχει ένα νέο βιβλίο για την Κική που έγινε Λάμπρος και ξαναπέφτει στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω - «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Μετά τους μονολόγους όπου σολάρει την παράνοια της διπλανής πόρτας και τους αυτοσχέδιους διαλόγους με τον Βασίλη Μπισμπίκη στον «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ, φεύγει γρήγορα από το Cartel, γιατί αυτή την περίοδο πηγαινοέρχεται σε νοσοκομεία.
Μετά από ένα γερό ξενύχτι προσπαθεί να βρει πάρκινγκ στο κέντρο της Αθήνας και κάνει σβούρες μία ώρα με ένα ταλαιπωρημένο, κουκουλωμένο κάμπριο. Η Λένα Κιτσοπούλου μιλά με έναν τρόπο που δεν επιδιώκει να στρογγυλέψει τα πράγματα. Δεν της αρέσει η πόζα της σιγουριάς, ούτε η σοβαροφάνεια της καλλιτεχνικής δήλωσης. Απαντά συχνά σαν να δοκιμάζει τη σκέψη της εκείνη τη στιγμή, με μια αμεσότητα που μπορεί να γίνει αιχμηρή, αστεία, τρυφερή, απόλυτη ή βαθιά υπαρξιακή μέσα στην ίδια φράση.
— Στο βιβλίο γράφεις: «Τα πράγματα γίνονται μυθιστορήματα όταν και εφόσον τα χρειάζονται τα ίδια τα πράγματα και όχι εσύ». Τι χρειάστηκε, τελικά, για να γίνει νουβέλα «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης»;
Έγινε μια μεγάλη νουβέλα. Αλλά ναι, αυτή η φράση με εκφράζει. Καμιά φορά κάποια πράγματα χρειάζεται να έχουν μικρή φόρμα και τέλος. Δεν χρειάζεται να έχεις τη μανία να κάνεις κάτι μεγάλο ή να το αποφασίζεις από πριν. Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να ειπωθούν σε τρεις φράσεις και άλλα που ανοίγουν, ανοίγουν και μπορεί να γίνουν μυθιστόρημα, να σου φάνε χρόνια. Για κάποιον που γράφει, το μυθιστόρημα είναι κάπως το μεγάλο επίτευγμα. Έχεις διαβάσει μυθιστορήματα στη ζωή σου που έχεις θαυμάσει και σε έχουν κάνει να πεις: «Να μπορούσα να γράψω κι εγώ ένα». Αλλά δεν είναι τόσο απλό , καθόλου απλό, και ούτε βέβαια σημαίνει ότι το μέγεθος δίνει και την αξία σε ένα έργο. Αυτό το βιβλίο το ξεκίνησα πριν από χρόνια χωρίς αγωνία, λίγο παίζοντας. Είπα: θα ξεκινήσω κάτι κι ό,τι βγει. Ήταν μια περίοδος που είχα κενό χρόνο. Δεν πάλευα να πω μια ιστορία γρήγορα. Ξεκίνησα να παίζω με τη γλώσσα και να δω πού θα με πήγαινε. Κάποια στιγμή είπα στον εαυτό μου: δεν χρειάζεται να γίνει μυθιστόρημα· ας γίνει αυτό που είναι. Θα μου δείξει το ίδιο τι είναι.
— Επιστρέφεις, πάντως, στα γραπτά αρκετά χρόνια μετά.
Ναι, γιατί αυτό είναι κάτι που πάντα μου αρέσει, αλλά θέλω να του δίνω χρόνο. Μπλέκω τόσο πολύ με το θέατρο. Το ένα φέρνει τ’ άλλο: deadlines, παραγγελίες, ημερομηνίες. Μένει πίσω η λογοτεχνία. Γράφω, βέβαια, για το θέατρο, εκεί βάζω όλη μου τη συγγραφική ενέργεια, αλλά μου έλειπε αυτό που λέμε λογοτεχνία, κάτι που να μην έχει να κάνει ούτε με παράσταση ούτε με σκηνή. Φέτος βρέθηκε κενός χρόνος και είπα να το πιάσω. Μου είχε μείνει η αίσθηση ότι αυτό το υλικό κάτι έχει. Δεν ήταν φτιαγμένο όπως έπρεπε, κάπου πλατείαζε, είχα πράγματα μέσα περιττά, αλλά η βασική ιστορία με την Κική μού φαινόταν δυνατή. Μου άρεσε σαν ιδέα. Το ξανάπιασα και χάρηκα. Υπήρχε πολύ παλιό υλικό, απλώς τώρα πάτησα γκάζι: το μίκρυνα, έκοψα, ξανάγραψα, το έφερα εκεί που ήθελα.
— Σου αρέσει το γκάζι;
Πάρα πολύ. Είμαι πολύ του γκαζιού και γι’ αυτό είμαι και της τελευταίας στιγμής. Παίρνω αποφάσεις γρήγορα. Έχω κάνει ταξίδια ενώ καθόμασταν με μια παρέα και ξαφνικά είπα: «Παιδιά, πάω αεροδρόμιο». Μου αρέσει η γρήγορη αντίδραση και την εμπιστεύομαι. Το πρώτο που θα μου έρθει μόλις πω «θέλω» ξέρω ότι πρέπει να το κάνω. Το ίδιο συμβαίνει και στις πρόβες. Μπορεί μία εβδομάδα πριν να νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα και να είμαι έτοιμη να πω: «Εντάξει, παιδιά, δεν υπάρχει παράσταση, το έχουμε καταλάβει». Και με το που το λέω, ενεργοποιείται κάτι και η πρόβα παίρνει φόρα με απίστευτη γρηγοράδα. Έχω αυτό το τρεχαλητό.
— Η Κική κι ο Λάμπρος είναι σαν ένα σώμα σε σύγκρουση, ίσως και μια ψυχή σε σύγκρουση. Έχεις νιώσει ποτέ έτσι με τον εαυτό σου;
Ναι, αλλά με έναν κάπως ευχάριστο τρόπο. Όχι ότι συγκρούομαι και υποφέρω ή ότι θα ήθελα να είμαι κάτι άλλο. Το να υπάρχουν αυτά τα δύο φύλα μέσα μου το νιώθω από παιδί και το γούσταρα. Μικρή ήθελα να είμαι αγόρι. Έπαιζα μπάλα κι αυτό είναι ένα από τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή μου. Έπαιζα στη γειτονιά, στου Ζωγράφου, όταν ήμουν παιδάκι. Είχα δει την ταινία «Η μεγάλη απόδραση των έντεκα» αμέτρητες φορές κι έκανα όλα τα κόλπα του Οσβάλντο Αρντίλες, που κρατούσε την μπάλα στον αέρα χωρίς να πέφτει. Μια μέρα περνάνε δύο μεγαλύτεροι, τότε μου φαίνονταν μεγάλοι, μπορεί να ήταν είκοσι χρονών, και μου λένε: «Φίλε, τι ομάδα είσαι;». Αυτό το «φίλε» ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής μου. Αυτό το αντρικό το έχω μέσα μου και το γουστάρω. Μου αρέσει να μου λένε ότι οδηγάω σαν άντρας. Μια φορά πάρκαρα στην Ιπποκράτους και κάτι μεγάλοι σ’ ένα καφενείο με κοιτούσαν. Μπήκα να πάρω καφέ και μου είπαν: «Τέτοιο παρκάρισμα; Συγχαρητήρια, ρε κοπελιά». Μου άρεσε αυτό, ότι είδαν κάτι αντρικό.
— Τι δεν καταλαβαίνουν οι άντρες στις γυναίκες και οι γυναίκες στους άντρες;
Δεν μπορώ πολύ τις γενικεύσεις. Υπάρχουν φριχτές γυναίκες, φριχτοί άντρες και υπέροχοι άνθρωποι γενικά, είτε είναι άντρες είτε γυναίκες. Δεν μπορώ τον φανατισμό που υπάρχει σήμερα πολλές φορές γύρω απ’ αυτά. Πιστεύω ότι υπάρχει πολλή βία και στη γυναίκα, απλώς εκφράζεται αλλιώς. Ίσως ο άντρας τερατοποιείται πιο εύκολα επειδή η δική του βία είναι συχνά πιο σωματική. Είναι το σώμα που επιβάλλεται. Αλλά και η γυναίκα έχει αναπτύξει άλλους τρόπους βίας, ψυχολογικούς, συναισθηματικούς. Σίγουρα.
— Η ελληνική επαρχία που περιγράφεις είναι ταυτόχρονα αποκρουστική και γοητευτική. Την αγαπάς ή την εκθέτεις;
Την αγαπάω. Νομίζω ότι μέσα από την επαρχία βλέπω καλύτερα τον κόσμο. Είναι μια μικρογραφία του μεγαλύτερου μεγέθους. Ο επαρχιωτισμός είχε πάντα αρνητική έννοια, αλλά τελικά δεν υπάρχουν τόσο μεγάλες διαφορές. Στην πόλη μπορεί να είναι όλα πιο καλυμμένα, πιο μορφωμένα, πιο επεξεργασμένα, αλλά η ανθρώπινη ποιότητα είναι η ίδια. Το κουτσομπολιό, για παράδειγμα. Δεν διαφέρει πολύ το ξεκατίνιασμα στα social media από το ξεκατίνιασμα σε ένα καφενείο ή σε μια γειτονιά όπου μαζεύονται οι γυναίκες σε μια αυλή και κουτσομπολεύουν. Ένα κουτσομπολιό είναι, απλώς σε πιο μοντέρνο πλαίσιο.
— Δεν έχεις social media. Γιατί;
Δεν είχα εξαρχής και συνήθισα έτσι. Ήμουν και η τελευταία που πήρε κινητό. Έχω μια άρνηση όταν βλέπω όλους να πηγαίνουν προς κάπου. Σαν να μη θέλω να είμαι εκεί που πάνε οι πολλοί, σαν να θέλω να πάρω απόσταση μέχρι να δω και τι είναι. Μετά συνηθίζω την απόσταση και μπορεί να νιώθω ότι κάπως διαφέρω και να μου αρέσει αυτό. Δεν μπορώ όμως γενικά με αυτά τα πράγματα που σε κλείνουν, ενώ η ζωή τρέχει γύρω σου. Ούτε κολλάω με το κινητό. Θα δω κάτι δύο λεπτά και θα το αφήσω. Μου αρέσει πιο πολύ να παρατηρώ, να κάθομαι στο κενό. Με αυτή τη γρήγορη, συμπυκνωμένη πληροφορία ζαλίζομαι. Δεν νιώθω ότι χάνω κάτι.
«Δεν μπορώ πολύ τις γενικεύσεις. Υπάρχουν φριχτές γυναίκες, φριχτοί άντρες και υπέροχοι άνθρωποι γενικά, είτε είναι άντρες είτε γυναίκες. Δεν μπορώ τον φανατισμό που υπάρχει σήμερα πολλές φορές γύρω απ’ αυτά» — Λένα Κιτσοπούλου
— Γιατί δεν σκέφτηκαν ποτέ την Barbie εργάτρια;
Έλα ντε. Το λέω αυτό μιλώντας για το μεγάλωμα της γυναίκας. Κάθε κοριτσάκι, ακόμη και σήμερα, μεγαλώνει με το «ποιον θα βρεις», «άντε να βρεις έναν καλό», «κάποιος θα σε πάρει». Μεγαλώνει με την αντίληψη ότι, για να υπάρξει, θα είναι κάποιου. Αντίστοιχα ο άντρας μεγαλώνει με το «οι άντρες δεν κλαίνε», έτσι και η γυναίκα μεγαλώνει με το «εσύ, που είσαι κούκλα, θα βρεις τον καλύτερο». Εκεί πάει η Barbie, σε αυτό το ροζ γυναικείο μεγάλωμα.
— Από τις «Νυχτερίδες» μέχρι σήμερα νιώθεις ότι έχεις μαλακώσει ή ότι έχεις αγριέψει;
Δεν νομίζω ότι έχω μαλακώσει. Νομίζω ότι είμαι το ίδιο πλάσμα. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι έχω εξελιχθεί σε αυτό που είμαι. Η δημοσιότητα δεν με έχει επηρεάσει με την έννοια ότι αισθάνομαι κάτι το ιδιαίτερο. Το αντίθετο. Πάντα νιώθω ανασφαλής. Υπάρχουν φορές που έχω αυτοπεποίθηση, αλλά υπάρχουν και πολλές που δεν έχω καθόλου. Μπορεί κάποιος να μου πει «συγχαρητήρια» και να σκεφτώ: «Γιατί μου λες συγχαρητήρια; Τι έχω κάνει;». Μου παίρνει χρόνο να καταλάβω ότι αυτός μπορεί να έχει δει κάτι δικό μου. Δεν αισθάνομαι ότι έχω τέτοια εμβέλεια. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η εμπειρία. Μπορώ να σταθώ περισσότερο πάνω στα πράγματα. Παλιά ίσως μου αρκούσε ότι έγραψα ένα διήγημα και να μην το ξανακοίταζα τόσο. Τώρα παλεύω περισσότερο να το ξαναδώ, να κοιτάξω μια λέξη, να επιμείνω. Με αυτή την έννοια, έχω γίνει πιο μανιακή.
— Πότε ένιωσες ότι δημιουργείς;
Με το γράψιμο υπάρχει μεγάλη προϊστορία. Αλλά υπήρξε ένα σημείο με τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», αμέσως μετά τις «Νυχτερίδες», που ξαφνικά ένιωσα ότι βρήκα κάτι που με ακολουθεί μέχρι σήμερα: να γράφω, να παίζω και να σκηνοθετώ ταυτόχρονα. Εκεί κάπως ολοκληρώνομαι στο θέατρο, όταν έχω συμμετοχή σε πολλά επίπεδα, όταν μπορώ να τα δημιουργώ από το μηδέν, να τα χτίζω, να τα γράφω και να παίζω. Με τις «Νυχτερίδες» δεν είχα καν σκεφτεί ότι το γράψιμο μπορεί να συνδυαστεί με το θέατρο. Παρότι ήμουν του θεάτρου, η συγγραφή ήταν σαν άλλο επάγγελμα, σαν να έκανα ζωγραφική. Μετά μου ζήτησε το Εθνικό Θέατρο, όταν ήταν ο Χουβαρδάς διευθυντής, να γράψω έναν μονόλογο, και έτσι προέκυψε η «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» . Μου φάνηκε όμως παράξενο. «Μου ζητάνε να γράψω για το θέατρο; Εγώ τι σχέση έχω με τη συγγραφή για το θέατρο;». Εκεί κούμπωσε κάτι κι άνοιξε ένας κόσμος. Αλλά το γράψιμο προϋπάρχει του θεάτρου. Πρώτα υπήρχε το διάβασμα. Διάβαζα από μικρή λογοτεχνία και νομίζω ότι από τον θαυμασμό μου στο είδος θέλησα κι εγώ αργότερα να γράψω. Πριν ασχοληθώ με το θέατρο, στο δημοτικό ακόμα, δώδεκα χρονών, διάβαζα Σαρτρ. Ήμουν σε τρέλα. Είχα σχέση ερωτική με το βιβλίο, με το αντικείμενο, τη μυρωδιά του. Ήθελα να έχω βιβλία παντού στο σπίτι. Στο τέλος του δημοτικού έγραφα μια ιστορία σαν θρίλερ, με εικονογραφήσεις. Νομίζω ότι το βιβλίο ήταν το πρώτο είδος τέχνης που θαύμασα. Πρώτη φορά με βιβλίο έκλαψα.
— Έπαιζες ρόλους ως παιδί;
Όχι, δεν το είχα πολύ αυτό. Ήμουν πολύ ντόμπρα, πολύ στρέιτ. Μέχρι την εφηβεία δεν ήμουν καθόλου «κοριτσάκι». Έπαιζα μπάλα, πόλεμο, στρατιωτάκια. Δεν είχα βάλει ποτέ φούστα. Ίσως επειδή είχα και αδερφό. Μου άρεσαν οι παρέες των αγοριών, η καφρίλα, στα πούλμαν να κάθομαι πίσω με τα αγόρια. Είχα όμως και κολλητές φίλες πάντα. Μετά πέρασα μια άγρια εφηβεία, λίγο μέταλλο, heavy metal. Ozzy Osbourne, μαλλί να μου πέφτει στα μάτια, ρούχα απ’ το Μοναστηράκι, λίγο αλητεία. Δεν ήμουν ποτέ η γκόμενα. Νομίζω, θηλυκοποιήθηκα μετά τα δεκαεφτά.
— Πώς μπήκε το θέατρο στη ζωή σου;
Βλέπαμε πολύ θέατρο. Η μάνα μου ήταν πολύ θεατρόφιλη, πηγαίναμε Επίδαυρο – όλα αυτά οφείλονται και στο σπίτι. Υπήρχαν βιβλία, μουσική, πιάνο. Κάναμε μουσική από πέντε χρονών, κι εγώ και ο αδερφός μου. Στη Γερμανική Σχολή υπήρχε μια πολύ καλή θεατρική ομάδα που την είχε στήσει ένας καθηγητής μαθηματικών. Μπήκα εκεί από τη Δευτέρα Γυμνασίου κι έπαθα την πώρωση. Περίμενα πώς και πώς να έρθει η Παρασκευή, που είχαμε τις πρόβες. Τελείωνε το σχολείο και τρέχαμε με ουρλιαχτά και χοροπηδητά. Ήταν έρωτας. Εκεί κόλλησα. Μετά κάποιοι από την ομάδα, όπως η Βίκυ Βολιώτη, πήγαν στη δραματική σχολή. Οπότε άνοιγε σιγά σιγά κι αυτή η προοπτική. Είχα αρχίσει ήδη από το λύκειο να βλέπω πάρα πολλές παραστάσεις, ό,τι παιζόταν στην Αθήνα. Κάπως έτσι είπα: αυτό θα κάνω. Είχα βέβαια κλίση και στη μουσική και στη ζωγραφική.
— Οι γονείς σου πώς το αντιμετώπισαν;
Ο πατέρας μου ήταν πολιτικός μηχανικός και η μητέρα μου υψηλόβαθμη νοσηλεύτρια στο Ναυτικό, αρχιπλοίαρχος. Είχαν πάρει την απόφαση ό,τι έβγαζαν να πηγαίνει στα παιδιά: για σχολεία, ταξίδια, πιάνα, εμπειρίες. Δεν είχαμε ποτέ δικό μας σπίτι, μέναμε πάντα στο ενοίκιο, αλλά επένδυσαν σ’ αυτά. Πήγα σε μοντεσσοριανό σχολείο, που τότε, το 1978, ήταν πολύ πρωτοποριακό. Νομίζω, χάρηκαν που ασχολήθηκα με όλα αυτά. Έβλεπαν όμως ότι είχα πολλή θέληση. Δεν το διαπραγματευόμουν. Ήξερα από πολύ νωρίς ότι αυτό θα έκανα.
— Έχεις πει ότι σου αρέσει να ενοχλείς. Πότε ένιωσες ότι σε παρεξήγησαν περισσότερο;
Νομίζω, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μου άρεσε η αντίδραση, αλλά όχι χωρίς λόγο. Δεν θα προκαλούσα μόνο και μόνο για να προκαλέσω. Απλώς υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι να αντιδράς όλη την ώρα. Από μικρή δεν δεχόμουν κάτι επειδή «έτσι είναι» ή επειδή «έτσι πρέπει». Ήθελα να εκθέτω την πραγματικότητα, να στηρίζω ό,τι πίστευα και θεωρούσα δίκαιο. Αυτό φαινόταν λίγο επαναστατικό. Δεν πήγαινα πολύ με τη ροή, με την ομογενοποίηση. Αυτό συνέχισα να κάνω. Δεν νομίζω ότι τα έργα μου λένε κάτι που δεν ισχύει ή ότι αυτά που γράφω είναι ακραία. Είναι αυτό που βλέπουμε. Αν κάποιοι σοκάρονται από μια βρισιά ή από συμβολισμούς, δεν με ενοχλεί. Το περιμένω. Γι’ αυτόν τον κόσμο γράφω, αυτό σχολιάζω. Κάπου δικαιώνομαι όταν υπάρχει αντίδραση.
— Είσαι πιο κοντά στο να σωθείς ή βουτάς ακόμα πιο βαθιά στο χάος των πραγμάτων;
Νομίζω βουτάω πιο πολύ. Μεγαλώνοντας, συνειδητοποιείς ακόμη περισσότερο τη ματαιότητα. Αυτό που θέλω στη ζωή μου –όπως όλοι, φαντάζομαι– είναι να ζω το τώρα. Νομίζω, το κάνω όλο και περισσότερο.
«Έχουμε όλοι ακούσει φρικωδίες μέσα από διπλανά παράθυρα, σε οικογένειες, σε παραλίες, σε σπίτια συγγενών. Λεκτική κακοποίηση, εγκληματικές συμπεριφορές, ανθρώπους με διαλυμένα νευρικά συστήματα που εκτονώνουν τα νεύρα τους στα παιδιά τους» —Λένα Κιτσοπούλου
— Πώς προέκυψε ο «Σωσμένος» με τον Βασίλη Μπισμπίκη;
Τον Βασίλη Μπισμπίκη τον ξέρω κάποια χρόνια, έχουμε βρεθεί σε παρέες. Έτυχε πέρυσι να ξαναδώ το «Άνθρωποι και ποντίκια» και να ξανασυναντηθούμε. Κατά καιρούς μού αρέσει να παίζω. Είχα καιρό να παίξω. Μου λείπει αυτό το σωματικό, γιατί μπορώ να κατακάτσω πολύ με γραψίματα, ζωγραφικές, μ’ ένα τσιγάρο όλη μέρα. Μου λείπει να κινηθεί το σώμα, να κυκλοφορήσει το αίμα. Συζητώντας με τον Βασίλη, κατάλαβα πόσο ελεύθερα δουλεύει. Αυτό για μένα παίζει τεράστιο ρόλο. Ο λόγος που σταμάτησα να παίζω με άλλους σκηνοθέτες ήταν ότι δεν μπορώ την πίεση. Δεν μπορώ να μου πεις «την τάδε ώρα θα είσαι εκεί» και να είναι όλα στρατιωτικά. Όσο μεγαλώνω, χειροτερεύει αυτό. Το είχα από μικρή, ίσως λόγω Μοντεσσόρι, επειδή μεγάλωσα πολύ ελεύθερα. Το θέατρο δυστυχώς έχει πολλές φορές μια τέτοια πειθαρχία, που δεν θα έπρεπε.
Στην ομάδα του Βασίλη κατάλαβα ότι υπάρχει κάτι άλλο. Αν πεις «κουράστηκα», θα σου πει «φύγε, κάτσε». Αυτά δεν γίνονται εύκολα. Ίσως μόνο στις δικές μου πρόβες. Οπότε όταν μου έκανε την πρόταση ήμουν σε μια στιγμή που το γούσταρα. Μπήκα με φόρα και μούρλα, ανέβηκα στη σκηνή κι άρχισα να αλωνίζω. Έβλεπα ότι εκείνος χαιρόταν και το ήθελε. Συνεννοηθήκαμε πολύ καλά.
— Στο έργο παίζεις μια μάνα που δεν μπορεί να αγαπήσει σωστά. Σε αγγίζει προσωπικά αυτό;
Έχει μια ευφορία η κατασκευή του πράγματος. Δεν είναι ότι γίνεσαι αυτό ή ότι επειδή το παίζεις σου έχει συμβεί κιόλας. Εγώ μέσα μου γελάω λέγοντας λόγια φριχτά ή βίαια, επειδή χαίρομαι τη δημιουργία. Τη μάνα που παίζω δεν την έχω βιώσει προσωπικά έτσι, αλλά από την παρατήρηση έχω δει μάνες τέτοιες. Έχουμε όλοι ακούσει φρικωδίες μέσα από διπλανά παράθυρα, σε οικογένειες, σε παραλίες, σε σπίτια συγγενών. Λεκτική κακοποίηση, εγκληματικές συμπεριφορές, ανθρώπους με διαλυμένα νευρικά συστήματα που εκτονώνουν τα νεύρα τους στα παιδιά τους. Παίρνω θρύψαλα από διάφορα πράγματα και τα βάζω μαζί. Ακόμα κι από έναν καλό γονιό μπορεί να έχεις ακούσει κάτι που, αν το βάλεις σε μια συνθήκη ουρλιαχτού και βίας, γίνεται τραγικό. Είναι η κατασκευή που με ενδιαφέρει.
— Στη ζωή αποφεύγεις τη σύγκρουση;
Όχι, δεν την αποφεύγω. Αλλά δεν είμαι πολύ του διαλόγου. Παρατηρώ τον άλλον. Δεν κάνω μικρές συγκρούσεις. Όταν όμως έρθει η στιγμή, θα είναι μετωπική. Δεν ορμάω να πλακώσω κάποιον στο ξύλο, αλλά θα πω ένα, δύο, τρία πράγματα και θα τελειώσω. Πρέπει όμως να έχω φτάσει στο αμήν. Να έχει ολοκληρωθεί κάτι μέσα μου. Συνήθως, όταν συγκρούομαι, ήδη έχω χαιρετήσει.
— Έχεις τελετουργίες στην καθημερινότητά σου;
Νομίζω του πρωινού. Θέλω χρόνο το πρωί, τον καφέ μου όπως τον θέλω. Δεν είμαι άνθρωπος που ξυπνάει και φεύγει. Θέλω να μπω στη μέρα με τον ρυθμό μου. Δεν έχω κάνει ποτέ ζωή 9 με 5. Ιδανικά, δεν θέλω πρόγραμμα. Μου αρέσουν οι φάσεις που αφήνομαι στα γραψίματα, που έχω χρόνο, που μπορεί να είμαι σε ένα νησί, σ’ ένα ατελιέ, σ’ ένα εργαστήρι κεραμικής. Αυτοί είναι οι αγαπημένοι μου χώροι: να ζεις εκεί μέσα και να κάνεις ή να μην κάνεις. Γενικά είμαι προσαρμοστική. Μπορώ να μείνω οπουδήποτε, να κοιμηθώ οπουδήποτε. Αρκεί να μην πιέζομαι.
— Το κάπνισμα είναι η μεγαλύτερη εξάρτησή σου;
Ναι. Είμαι ικανή για να βρω περίπτερο να διανύσω χιλιόμετρα. Για τίποτα άλλο δεν θα το κάνω. Αν πάω σε μια εξοχή και δεν υπάρχει τίποτα στο σπίτι, θα βρω κάτι να φάω, θα κόψω ένα χόρτο. Αλλά αν δεν έχει τσιγάρα, θα πάρω τρένο. Είναι πρόβλημα, αλλά υπάρχει.
— Ποιο είναι το πιο όμορφο μέρος που έχουν δει τα μάτια σου;
Θα απαντήσω με κλισέ, αλλά δεν υπάρχει μέρος που δεν είναι όμορφο. Δεν υπάρχει μέρος χωρίς ομορφιά. Είναι η οπτική σου και το πόσο παρών είσαι εκείνη την ώρα. Μπορεί να είναι όμορφο και το πιο άσχημο πράγμα. Τα μέρη στα οποία έχω επιστρέψει ξανά και ξανά είναι το Βερολίνο, όπου νιώθω τρομερή οικειότητα, αγάπη και συγγένεια, και η Σαντορίνη, όπου πήγαινα από μικρή και την έχω αγαπήσει. Όμως δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι. Είμαι άνθρωπος που γεύομαι πολύ το τώρα. Δεν θα πω «αυτές ήταν οι πιο ωραίες διακοπές». Όλες μου οι διακοπές ήταν ωραίες, όλα τα μέρη ήταν ωραία, γιατί πάντα έχω την όρεξη να είμαι εκεί που είμαι.
— Σε φοβίζει ο θάνατος;
Ναι. Και κάποιες φορές όχι. Υπάρχουν στιγμές που προσπαθώ να το φιλοσοφήσω και κάπως το κυκλώνω, αποκτώ μια ηρεμία. Λέω κι εγώ ότι είναι μέρος της ζωής. Και υπάρχουν άλλες φορές που τρέμω. Δεν νομίζω ότι συμβιβάζεσαι εύκολα με αυτό. Δεν είναι μόνο ο θάνατος. Είναι και το πώς θα φτάσεις εκεί. Θα είναι αρρώστια; Θα είναι φθορά; Θα είναι βάσανο; Θα είσαι ανήμπορος; Ίσως η ίδια η στιγμή του θανάτου να μην είναι τόσο τρομακτική όσο το πριν. Με τι φιλοσοφία θα μπορέσεις να το δεχτείς, να πας προς τα κει;
— Τι θα ήθελες να γράφει στον τάφο σου;
Τίποτα.
— Θα ήθελες να σε κάψουν;
Θα το προτιμούσα. Μου έμεινε πολύ έντονα όταν έχασα τον πατέρα μου. Ήμουν είκοσι χρονών, εκείνος ήταν πενήντα τριών, πολύ νέος. Πέθανε ξαφνικά από μηνιγγίτιδα. Μπήκε στην εντατική και δεν επανήλθε ποτέ. Του είχα τεράστια αγάπη. Η στιγμή της ταφής μού φάνηκε πολύ άγρια. Η ιδέα ότι αυτό το σώμα, ο άνθρωπος που αγαπάς, μπαίνει εκεί κι αρχίζει να φθείρεται με τρέλανε. Η καύση έχει για μένα μια καθαρότητα. Κάτι τελειώνει γρήγορα.
— Σε απασχολεί η δημόσια εικόνα σου;
Δεν πολυκοιτάζομαι σε καθρέφτες. Υπάρχουν φάσεις που δεν θέλω να κοιταχτώ. Όλοι όμως οι άνθρωποι αποζητάμε την προσοχή του κόσμου, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο. Νομίζω ότι κρατάω μια ισορροπία ανάμεσα στο πώς θέλω να είμαι και στο πώς και αν θέλω να με βλέπουν οι άλλοι. Έχω ψώνιο, γιατί αν φοράω κάτι περίεργες μπότες ή βάλω πέρλα με φόρμα αθλητική και γυαλί, έχω επίγνωση ότι προκαλεί. Από μικρή έμπαινα στο σχολείο με καπέλα, καουμπόικες μπότες, τσιγάρο στο στόμα. Με ένοιαζε ότι μπαίνω στον χώρο και με βλέπουν. Αλλά μέχρι ένα σημείο. Θα κάνω την είσοδό μου, θα ικανοποιηθώ και μετά γίνομαι πολύ ταπεινή. Νομίζω ότι υπάρχει μια μορφή ψώνιου, με εισαγωγικά ή και χωρίς, που χρειάζεται σ’ αυτή τη δουλειά. Μια ανάγκη να είσαι στο φως. Αλλά δεν κυκλοφορώ με ύφος ότι κάτι είμαι. Πραγματικά νιώθω ότι είμαι το τίποτα, ένα μυρμήγκι. Αυτά λειτουργούν μαζί. Το ένα κλοτσάει το άλλο κι έτσι γίνομαι κάτι.
— Ποιο είναι το πιο ρομαντικό πράγμα που έχεις κάνει;
Νομίζω, κάνω πολλά ρομαντικά πράγματα, απλά. Σκέφτομαι πολύ τον άλλον. Έχω πολύ την έννοια μου στους γύρω μου, στους ανθρώπους μου. Μου αρέσει να δίνω, να προσφέρω, να κερνάω. Αν είμαι με έναν άνθρωπο και καταλάβω ότι κάτι θέλει, θα πάω να του το πάρω. Θυμάμαι μια φορά στη Θεσσαλονίκη, δεν ήμουν καλά, είχα πληγωθεί πολύ. Πέρασε ένα παιδάκι Ρομά και του έδωσα ό,τι είχα πάνω μου, ίσως εκατό ευρώ. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν είναι ακριβώς ρομαντικό αυτό, αλλά ίσως ήταν μια κίνηση προσφοράς. Νομίζω, σκέφτηκα, αφού δεν χαίρομαι εγώ, ας χαρεί τουλάχιστον κάποιος άλλος.
— Ποια αθηναϊκή εικόνα σού έχει μείνει πρόσφατα;
Αυτό το μέρος που είμαστε. Αυτή η στοά. Γιατί τις χαλάνε όλες τις στοές και δεν μένει καμιά όπως ήταν. Έπαθα σοκ που είμαστε τόσο κέντρο και υπάρχει αυτό.
— Ένας λόγος που αγαπάς την Αθήνα;
Καταρχάς την αγαπάω; Είναι ένα ερώτημα αυτό. Αν υπάρχει πάντως ένας λόγος που αυτή τη στιγμή αγαπάω την Αθήνα είναι επειδή στην Αθήνα ζει αυτός που αγαπάω.
— Πώς προέκυψε το τατουάζ σου με το μπουζούκι;
Πάντα ήθελα να κάνω ένα τατουάζ, αλλά ποτέ δεν ήξερα τι. Το κατάλαβα όταν πέθανε ένας φίλος μου, ένας τρομερός μπουζουξής, ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου, με τον οποίο ξεκίνησα να τραγουδάω στη Σαντορίνη. Ήταν ροκ τύπος, αλλά λαϊκός, έξω καρδιά, πολύ Ζαμπέτας σαν ενέργεια. Έφυγε νωρίς, ούτε πενήντα χρονών. Είχε μανία με τα μπουζούκια. Ήταν ολόκληρος ένα μπουζούκι. Όταν πέθανε, είπα: θα κάνω το μπουζούκι του Γιώργου. Και με εκφράζει έτσι κι αλλιώς. Τραγουδάω ρεμπέτικα, λαϊκά, το έχω αυτό το κομμάτι μέσα μου. Η μουσική υπήρχε πάντα στο σπίτι. Ο αδερφός μου έπαιζε πιάνο, εγώ τραγουδούσα. Στο σχολείο ήμουν η τραγουδίστρια. Δεν έχω καμιά τεράστια, επαγγελματική φωνή, αλλά έχει κάτι αισθαντικό, λίγο βαρύ, κάτι που ξεχώριζε, που με βοηθούσε να εκφράζομαι με πάθος. Με έφτιαχνε πάντα το λαϊκό, το μπουζούκι, ο νταλκάς, η εικόνα μιας γυναίκας που ανεβαίνει στο πάλκο, η νύχτα.
— Τι σου αρέσει στο σκοτάδι και τι στο φως;
Είμαι της νύχτας. Έχω βγει πάρα πολύ στη ζωή μου, χωρίς σταματημό. Γράφω όμως όταν ξυπνάω, ό,τι ώρα κι αν είναι αυτό, γιατί πρέπει να έχω καθαρό κεφάλι. Δεν μπορώ να πεταχτώ στο σούπερ μάρκετ και να γυρίσω να γράψω. Αν μου σπάσει κάτι τη ροή, χάθηκε. Με το που αρχίζει και πέφτει το φως, εκεί γίνομαι άλλος άνθρωπος. Θέλω να βγω έξω, να μη χάσω κάτι. Είμαι της νύχτας, κι όταν δεν είναι νύχτα, είμαι της δράσης, είτε με τη σκέψη είτε με τα χέρια μου. Δεν μπορώ να κοιτάω το ταβάνι πέντε ώρες. Πρέπει κάτι να κάνω. Ακόμα και σε μια ερημιά να είμαι, θα βρω δύο ξυλαράκια και θα σκεφτώ πώς να φτιάξω κάτι. Συνέχεια κάτι. Συνέχεια δημιουργία.
«Δεν νομίζω ότι τα έργα μου λένε κάτι που δεν ισχύει ή ότι αυτά που γράφω είναι ακραία. Είναι αυτό που βλέπουμε. Αν κάποιοι σοκάρονται από μια βρισιά ή από συμβολισμούς, δεν με ενοχλεί. Το περιμένω. Γι’ αυτόν τον κόσμο γράφω, αυτό σχολιάζω. Κάπου δικαιώνομαι όταν υπάρχει αντίδραση» —Λένα Κιτσοπούλου
— Τι να περιμένουμε το καλοκαίρι από τις «Βάκχες»;
Το καλοκαίρι στην Πειραιώς, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, θα σκηνοθετήσω τις «Βάκχες». Με αφορμή το Φεστιβάλ, νιώθω την πρόκληση να καταπιαστώ με ένα αρχαίο δράμα και μου δίνεται η δυνατότητα να το κάνω με τον τρόπο μου μέσα σ’ έναν μεγάλο χώρο.
Οι «Βάκχες», όπως και κάθε τέτοιο κείμενο, σου δίνουν την ευκαιρία να καταπιαστείς με έννοιες μεγάλες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μέθη, είναι η μανία, είναι ο φανατισμός προς την οποιαδήποτε εξουσία, είναι η θεοποίηση ενός ηγέτη, είναι η παραπλάνηση ενός ολόκληρου λαού, είναι η μονάδα όταν αντιστέκεται στην ομαδοποίηση και την εξομοίωση με τη μάζα, είναι το θείο και το ανθρώπινο μέσα μας, εν ολίγοις είναι ολόκληρη η ανθρώπινη μοίρα και ύπαρξη μέσα στο έργο αυτό.
Θα το μεταγράψω και θα ασχοληθώ με τις γυναίκες και τους άντρες, όταν η βία τους βρίσκεται σε έξαρση, των μεν γυναικών μέσα από μια νοσηρή υποδούλωση απέναντι στη δύναμη του αρσενικού και των μεν αντρών μέσα από την εξίσου νοσηρή κατάχρηση εξουσίας που τους επιτρέπεται. Θα παίξει μια ομάδα ηθοποιών που θαυμάζω απεριόριστα, Ντίνα Μιχαηλίδου, Θοδωρής Σκυφτούλης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Στέλλα Βογιατζάκη, Γιάννης Μπαριτάκης, θα κατέβουν οι θεοί από τον ουρανό, θα σκοτώσει η μάνα το παιδί της και θα εμφανιστεί και ο Λευτέρης Πανταζής, ο οποίος νομίζω ότι είναι η πιο ταιριαστή παρουσία μέσα στη βακχική Ελλάδα τού σήμερα, ανάμεσα σε ταραγμένους άντρες και γυναίκες που βασανίζονται.
Το νέο βιβλίο της Λένας Κιτσοπούλου, «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Η Κική επιστρέφει στα τριάντα τρία της στην επαρχιακή κωμόπολη όπου μεγάλωσε μέχρι τα δεκατρία, ώστε να ζήσει εκεί. Όμως το όνομά της πλέον είναι Λάμπρος, οπότε ο Λάμπρος που ήταν κάποτε Κική επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ξαναπέσει πάνω στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω, για να ξανατραυματιστεί θανάσιμα από τον ίδιο έρωτα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, για να παλέψει ο αρσενικός εαυτός με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα, όπου η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες, ακόμα και σε άτομα που γεννιούνται και πεθαίνουν με την ίδια ταυτότητα. Το πλάσμα αυτό το διχοτομημένο, με το δαχτυλίδι λεοπάρδαλη, το όμορφο και αυτοκαταστροφικό αυτό πλάσμα που φτιάχνει κοσμήματα, που ξέρει από λογοτεχνία, που έχει γυρίσει την Ευρώπη, που μιλάει λίγο και γοητεύει τους πάντες, περιφέρεται στα μπαρ, τα μεζεδοπωλεία και τις αλάνες της επαρχίας, παλεύοντας με τα δύο φύλα μέσα του, με το σκοτάδι του το άφυλο και με τον παράφορο έρωτα.