Μαρίνα Σάττι
Μαρίνα Σάττι: Η καλλιτέχνιδα που έφερε το ελληνικό τραγούδι στα παγκόσμια charts του Spotify
Μουσικη

Μαρίνα Σάττι: Η φωνή της Ελλάδας που ακούγεται σε όλο τον κόσμο

Το μουσικό της ταξίδι από τις γειτονιές της Αθήνας στα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης κατακτώντας το ελληνικό και διεθνές κοινό
42139-94761.jpg
Χάρης Μαρκάκης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μαρίνα Σάττι: Η καλλιτέχνιδα που έφερε το ελληνικό τραγούδι στα παγκόσμια charts του Spotify

Η Μαρίνα Σάττι δεν είναι μία ακόμα καλλιτέχνιδα, είναι ένα πρόσωπο που κατόρθωσε να ταράξει τα νερά της ελληνικής μουσικής σκηνής και να κερδίσει τη διεθνή προσοχή, παντρεύοντας με αριστοτεχνικό τρόπο το παραδοσιακό με το σύγχρονο. Από τις ρίζες της στην Κρήτη και το Σουδάν μέχρι τις σπουδές της στο Μουσικό Κολέγιο Μπέρκλι, η Σάττι φέρει την πολυπολιτισμικότητα ως δεύτερη φύση.

Αυτό το μείγμα ταυτοτήτων είναι το συστατικό της μουσικής της. Σε κάθε τραγούδι ακούς την Ελλάδα να συνομιλεί με τον κόσμο, την Ανατολή με τη Δύση, το παλιό με το καινούργιο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, μέσα σε λίγα χρόνια, η Σάττι βρέθηκε από τις μικρές σκηνές της Αθήνας στα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης και από τα βίντεο του YouTube στα διεθνή charts του Spotify.

Η ιστορία της ξεκινά στην Αθήνα το 1986, σ’ ένα σπίτι όπου συναντιούνταν δύο κόσμοι. Ο πατέρας της Σουδανός και η μητέρα της Κρητικιά, της έδωσαν από νωρίς την αίσθηση ότι ανήκει σε περισσότερους από έναν πολιτισμούς. Αυτό το πολιτισμικό πάντρεμα της Μεσογείου και της Αφρικής έγινε το θεμέλιο της προσωπικότητάς της αλλά και της μουσικής της.

Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και το θέατρο. Ξεκίνησε μαθαίνοντας πιάνο στο Εθνικό Ωδείο και πολύ σύντομα άρχισε να μελετάει και φωνητική. Η ενασχόλησή της με το τραγούδι δεν περιορίστηκε σε ένα είδος. Κλασικό ρεπερτόριο, βυζαντινή μουσική, ελληνική παράδοση, ξένη ποπ, όλα αυτά συνέθεταν το ηχητικό της τοπίο.

Πέρασε τα μαθητικά της χρόνια στην Κρήτη, σπουδάζοντας κλασική μουσική, ενώ παράλληλα ανακάλυψε τη γοητεία της παραδοσιακής μουσικής και της τζαζ, που της έδωσαν ελευθερία στον αυτοσχεδιασμό. Κάθε καλοκαίρι περνούσε δύο μήνες στους συγγενείς της στο Σουδάν. Μετά το σχολείο μετακόμισε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ενώ παράλληλα επιδίωξε να εκπληρώσει το παιδικό της όνειρο και να γίνει ηθοποιός, γεγονός που την έστρεψε προς το μουσικό θέατρο.

Η επιθυμία της για εξέλιξη και η σκληρή δουλειά ανταμείφθηκαν με μια υποτροφία στο Μουσικό Κολέγιο Μπέρκλι της Βοστώνης, μια από τις πιο διάσημες μουσικές σχολές παγκοσμίως. Εκεί βρέθηκε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, με συμφοιτητές από όλο τον κόσμο, και συνειδητοποίησε πως η διπλή ταυτότητά της δεν ήταν μειονέκτημα αλλά προνόμιο.

Έμαθα να βλέπω τον εαυτό μου όχι ως μισή και μισή, αλλά ως κάτι ολόκληρο, που αντλεί δύναμη από πολλές ρίζες.

— Συνέντευξη στο Musikholics

Κατά τη διάρκεια των σπουδών της, πειραματίστηκε σε διαφορετικά μουσικά μονοπάτια. Τζαζ κουαρτέτα, χορωδίες, σύνολα σύγχρονης μουσικής. Όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε το ενδιαφέρον της για τα ελληνικά παραδοσιακά ακούσματα. Συχνά εντυπωσίαζε τους καθηγητές και τους συμφοιτητές της τραγουδώντας δημοτικά τραγούδια ή βυζαντινούς ύμνους μ’ έναν τρόπο που τους έδινε νέα πνοή.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έπειτα από τρία χρόνια, ήταν πια αποφασισμένη να βρει έναν ήχο που να την εκφράζει απόλυτα, έναν ήχο που να συνδυάζει τις κρητικές μαντινάδες με τις σόουλ γραμμές, το βυζαντινό ίσο με το ηλεκτρονικό μπιτ. Αυτό το πάντρεμα έγινε η υπογραφή της και η βάση πάνω στην οποία θα χτιζόταν η μετέπειτα πορεία της.

Η μεγάλη στροφή ήρθε το 2016, όταν η Μαρίνα διασκεύασε το τραγούδι «Κούπες». Ήταν μια απλή παραγωγή, σχεδόν αυτοσχέδια, αλλά με αυθεντική δύναμη. Το βίντεο ανέβηκε στο YouTube και μέσα σε λίγες μέρες έγινε viral. Η Σάττι είδε ξαφνικά το κοινό να αγκαλιάζει τη μουσική της μ’ ενθουσιασμό. Όταν την καλούσαν τηλεφωνικώς από δισκογραφικές εταιρείες και ραδιοφωνικούς σταθμούς, η Μαρίνα Σάττι γινόταν η «Αντζέλικα», υποδυόμενη τη μάνατζερ του εαυτού της, και οργάνωνε συναντήσεις, έκλεινε επαγγελματικά ραντεβού και ταυτόχρονα έπλαθε τον μύθο της με την ίδια θεατρικότητα που θα έβγαζε αργότερα στη σκηνή.

Ακολούθησε η «Μάντισσα» το 2017. Ένα τραγούδι που έμελλε να καθορίσει τη σχέση της με το ελληνικό κοινό. Το βίντεο κλιπ, γυρισμένο σε μονοπλάνο, με μια παρέα φίλων στους δρόμους της Αθήνας, απέπνεε χαρά, ελευθερία και ενέργεια. Δεν ήταν μια καλογυαλισμένη παραγωγή μεγάλης εταιρείας, ήταν αυθόρμητο, ζωντανό κι αληθινό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κέρδισε το κοινό. Μέσα σε λίγες εβδομάδες συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές στο YouTube κι έγινε σημείο αναφοράς της εποχής.

Με αυτά τα τραγούδια η Μαρίνα Σάττι κατάφερε να δημιουργήσει μια καινούργια, ποπ αισθητική πρόταση, που δεν μιμείται την αμερικανική σκηνή, αλλά αντλεί από την ελληνική παράδοση, δίνοντάς της μοντέρνα διάσταση. Από εκείνη τη στιγμή, η ίδια η Σάττι δεν αναγνωρίζονταν απλώς ως ένα ανερχόμενο ταλέντο, ήταν μια καλλιτεχνική έκρηξη, που κανείς δεν μπορούσε ν’ αγνοήσει.

Η Μαρίνα έχει αποδείξει ότι βλέπει τη μουσική όχι μόνο ως ατομική δημιουργία αλλά και ως συλλογική εμπειρία. Το πολυφωνικό σύνολο Φωνές ήταν η πρώτη της απόπειρα να ενώσει νέες φωνές και να παρουσιάσει μια διαφορετική μουσική πρόταση, που συνδύαζε παραδοσιακά και σύγχρονα στοιχεία.

Η ιδέα αυτή έφερε τη δημιουργία του σχήματος με το όνομα Κόρες (Chores), μιας πολυμελούς γυναικείας χορωδίας που έδωσε βήμα σε δεκάδες κορίτσια ώστε να εκφραστούν μέσω της μουσικής. Με νεανικό δυναμισμό και σκηνική θεατρικότητα, οι Κόρες πλέον αριθμούν περίπου 200 γυναίκες, ηλικίας 15-65 ετών, που έφεραν στο προσκήνιο μια νέα αντίληψη για την πολυφωνία, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο καλλιτεχνικής και κοινωνικής έκφρασης.

Το 2022, κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ με τίτλο «Γέννα», το οποίο απέσπασε εξαιρετικές κριτικές από το κοινό και από τα ελληνικά και ξένα ΜΜΕ.

Μια ξεχωριστή στιγμή για εκείνη ήταν όταν, το 2024, εκπροσώπησε την Ελλάδα στον διαγωνισμό της Eurovision με το τραγούδι «Ζάρι». Με το που ανακοινώθηκε η συμμετοχή της, το ενδιαφέρον για τον διαγωνισμό εκτοξεύτηκε. Το κοινό περίμενε κάτι διαφορετικό και η Σάττι δεν τους απογοήτευσε.

Το «Ζάρι» ήταν κάτι παραπάνω από ένα ποπ κομμάτι. Λειτούργησε ως μια μουσική δήλωση ταυτότητας. Συνδύαζε ελληνικούς ρυθμούς με ηλεκτρονική παραγωγή, με στίχους που μιλούσαν για τύχη, επιλογές και ζωή, και μια δυναμική σκηνική παρουσία από την ίδια τη Σάττι, που ξεχώριζε ανάμεσα στις υπόλοιπες συμμετοχές.

Η εμφάνισή της στη σκηνή της Eurovision, γεμάτη ενέργεια, θεατρικότητα και χορευτικά στοιχεία, έμεινε αξέχαστη στους φαν. Οι διεθνείς δημοσιογράφοι μίλησαν για μια από τις πιο φρέσκες και αληθινές παρουσίες του διαγωνισμού. Αλλά και το κοινό, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, εντυπωσιάστηκε. Στον τελικό του διαγωνισμού, στις 11 Μαΐου 2024, κατέλαβε την 11η θέση και αναδείχθηκε νικήτρια του βραβείου για την καλύτερη σκηνική παρουσία και ερμηνεία, το οποίο απονεμήθηκε από το κοινό της Eurovision.

Μετά τον διαγωνισμό, το «Ζάρι» μπήκε στο Spotify Global Top 50 – ήταν και η πρώτη φορά στη σύγχρονη μουσική δισκογραφία που ένα τραγούδι με ελληνικούς στίχους μπαίνει στο Global Viral Chart. Ένα επίτευγμα που κανείς δεν περίμενε και που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα μπήκε στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη. Από εκείνη τη στιγμή, το όνομά της έγινε συνώνυμο της καινοτομίας και της τόλμης, κατακτώντας την κορυφή των διαδικτυακών αναζητήσεων στην Ελλάδα για το 2024, σύμφωνα με τη Google, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη απήχησή της μετά τη συμμετοχή της στον ευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού.

Μετά την παρουσία της στη Eurovision, η Μαρίνα Σάττι είχε δύο επιλογές: να μείνει στη λάμψη της στιγμής ή να χτίσει πάνω σε αυτή μια σταθερή πορεία. Επέλεξε το δεύτερο. Συμμετέχει στην παγκόσμια καμπάνια Spotify Singles, έπειτα από επίσημη πρόσκληση του Spotify και γίνεται η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που ταξιδεύει στα Spotify Studios στη Στοκχόλμη, όπου ηχογραφεί με ελληνικούς στίχους και τον προσωπικό της ήχο.

Οι μέρες στο Spotify Studio στη Στοκχόλμη ήταν αξέχαστες. Το στούντιο, οι άνθρωποι, η ενέργεια... όλα ήταν μαγικά.

— Μαρίνα Σάττι, Facebook

Το άλμπουμ «P.O.P.», που κυκλοφόρησε αμέσως μετά, περιλαμβάνει τραγούδια που ισορροπούν ανάμεσα στο κλαμπ μπιτ και στις πολυφωνικές αναφορές της παράδοσης. Έτσι η Σάττι καταφέρνει να μιλήσει σε διαφορετικά ακροατήρια. Η παραγωγή ήταν καλοδουλεμένη, οι εικόνες καλλιτεχνικά επιμελημένες και το αποτέλεσμα απέκτησε διαμαντένια πιστοποίηση στην Ελλάδα από την IFPI Greece. Μάλιστα σε μόλις λίγες μέρες, το άλμπουμ βρέθηκε στην 8η θέση των δέκα δημοφιλέστερων παγκοσμίως για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Την επόμενη χρονιά, η Μαρίνα εντάσσεται σε ειδικό κουαρτέτο που παρουσίασε το νικητήριο τραγούδι της Ελβετίας στη Eurovision του 1988, το «Ne partez pas sans moi» της Σελίν Ντιόν. Με μια προσεγμένη ερμηνεία, η εμφάνισή τους απέτισε φόρο τιμής στη θρυλική καλλιτέχνιδα, προκαλώντας έντονη συγκίνηση στο κοινό.

Το 2025 ήρθε το «POP TOO», ένα άλμπουμ με το οποίο η Σάττι απέδειξε ότι δεν επαναπαύεται. Η μουσική της πήρε ακόμη πιο διεθνή χαρακτήρα. Οι ήχοι έγιναν πιο πολύπλοκοι, οι συνεργασίες πιο τολμηρές και η αισθητική της πιο ώριμη. Το άλμπουμ μπήκε στα διεθνή charts του Spotify σε 36 χώρες, κάτι που λίγοι Έλληνες καλλιτέχνες έχουν καταφέρει, ενώ το κομμάτι «Λόλα» έγινε το απόλυτο ποπ τρεντ, φτάνοντας στο νούμερο 55 στα YouTube World Charts.

Αποφάσισα κάποια στιγμή ότι το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να είμαι εντελώς ανοιχτή και να προχωράω μπροστά με αυτό.

— Συνέντευξη στο Στούντιο 4, ΕΡΤ

Τα βίντεο κλιπ της έχουν ξεπεράσει τις 200 εκατομμύρια προβολές στο YouTube και τα διεθνή μέσα την έχουν ήδη ξεχωρίσει. Σχεδόν κάθε κομμάτι της γίνεται viral στο TikTok, τροφοδοτώντας τις τάσεις και αυξάνοντας την αλληλεπίδρασή της με το κοινό. Είναι η μόνη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα με περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια μηνιαίους ακροατές στο Spotify.

Η Vogue Greece τη φιλοξένησε στο εξώφυλλό της, ενώ οι New York Times και ο Guardian έγραψαν για τη φρεσκάδα που φέρνει στη σκηνή. Η Σάττι, λοιπόν, κατάφερε να μεταμορφωθεί σε ένα παγκόσμιο πολιτιστικό μπραντ, που ταξιδεύει τη μουσική της παντού. Με τα άλμπουμ «P.O.P.» και «POP TOO», απέδειξε ότι έχει όραμα και συνέπεια. Είναι μια δημιουργός που ξέρει να εξελίσσεται και να διεκδικεί θέση στη διεθνή ποπ σκηνή, σπάζοντας κάθε τόσο τα ατομικά της ρεκόρ.

Η ίδια συχνά μιλά για την εμπειρία της ως παιδιού δύο κόσμων. Η διπλή της καταγωγή τής άφηνε την αίσθηση ότι ποτέ δεν ανήκε πλήρως κάπου. Βέβαια, αυτό που αρχικά μπορεί να ήταν δυσκολία για εκείνη, το μετέτρεψε σε δύναμη. Η μουσική της είναι ακριβώς αυτό: μια αναζήτηση ταυτότητας, που καταλήγει σε γιορτή διαφορετικότητας.

Η μουσική είναι ο τρόπος μου να μιλήσω για το ποια είμαι.

— Συνέντευξη στο NBHAP

Η Μαρίνα Σάττι είναι περφόρμερ, δημιουργός και visual artist. Στις συναυλίες της δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο θέαμα, που ξεφεύγει από το κλασικό live και θυμίζει θεατρική εμπειρία. Η μουσική για εκείνη δεν είναι απλώς διασκέδαση, είναι αφήγηση, ταυτότητα, διάλογος. Εκφράζει τη νέα Ελλάδα, που μιλάει τη γλώσσα του κόσμου χωρίς να χάνει τη δική της φωνή. Τη χώρα που δεν ντρέπεται για την παράδοσή της αλλά την επαναπροσδιορίζει, που δεν κοιτά μόνο το παρελθόν αλλά δημιουργεί παρόν και μέλλον. Γι’ αυτό κι η Σάττι έχει γίνει σύμβολο για μια ολόκληρη γενιά.

Οι νέοι την ακολουθούν όχι μόνο για τη μουσική της, αλλά και για τον τρόπο που εκπροσωπεί μια ανοιχτή, εξωστρεφή, πολύχρωμη πατρίδα. Δεν διστάζει να αμφισβητήσει τα μίντια, αποφεύγει τις δημόσιες σχέσεις με δημοσιογράφους και τηλεόραση και επιλέγει ν’ αφήσει τη μουσική της να μιλήσει αντί γι’ αυτήν, κλείνοντας πονηρά το μάτι. Δεν φοβάται να πειραματιστεί, να φέρει τη δημοτική παράδοση στη χορευτική σκηνή ή να βάλει ένα βυζαντινό στοιχείο μέσα σ’ ένα ποπ τραγούδι. Κι αυτό είναι που εμπνέει: το θάρρος της να δείξει ότι η τέχνη δεν έχει όρια.

Δεν με τρομάζει πια η έκθεση. Δεν μπορώ όμως να ακολουθήσω αυτό το παιχνίδι, όπου κάθε φράση γίνεται τίτλος, κάθε σιωπή παρεξηγείται και κάθε λέξη αναλύεται ανεξέλεγκτα.

— Συνέντευξη στο περιοδικό Vogue Greece

Κι όλα αυτά με μια αλήθεια που δύσκολα βρίσκει κανείς στη μουσική βιομηχανία. Η Σάττι δεν μιμείται, τολμά να δείξει το δικό της πρόσωπο, να φέρει τη δική της ιστορία, να κάνει την παράδοση να ακούγεται μοντέρνα και τη μοντέρνα ποπ να μοιάζει παραδοσιακή. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που σήμερα θεωρείται μία από τις επιδραστικότερες Eλληνίδες καλλιτέχνιδες της γενιάς της.

Η ιστορία της βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Από τις «Κούπες» και τη «Μάντισσα», μέχρι το «Ζάρι» και το «POP TOO», έχει αποδείξει πως η ελληνική μουσική μπορεί να ακουστεί παντού, με φρεσκάδα, τόλμη και αλήθεια. Το μέλλον της, όπως όλα δείχνουν, θα είναι εκρηκτικό.

Δειτε περισσοτερα