Μουσικη

Ιάσωνας Γουάστωρ: Ο πρώτος Έλληνας τζαζίστας του Juilliard μας ξεναγεί στην τζαζ σκηνή της Νέας Υόρκης

«Βλέπεις τα είδωλά σου να παίζουν, τους βετεράνους της παγκόσμιας τζαζ σκηνής δίπλα σου και στο διάλειμμα να πίνουν απλά το ποτό τους στο μπαρ»

Μαρίνα Ανδριωτάκη
Μαρίνα Ανδριωτάκη
ΤΕΥΧΟΣ 885
29’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
jason_wastor_jazz_nyc
© Πηνελόπη Γερασίμου

Ιάσωνας Γουάστωρ, ο πρώτος Έλληνας που φοίτησε στο jazz τμήμα του Juilliard, μας μιλά για την ζωή του, τις σπουδές του και μας ξεναγεί στην τζαζ σκηνή της Νέας Υόρκης.

Συνάντησα τον Ιάσονα σε ένα μπαράκι στην Κυψέλη. Άρτι αφιχθείς από τον πυρήνα του κόσμου και σίγουρα της τζαζ, τη Νέα Υόρκη, ο Ιάσονας Γουάστωρ είναι ο πρώτος Έλληνας που φοίτησε στο τζαζ τμήμα του Juilliard, του Νο.1 μουσικού ιδρύματος της υφηλίου. Μετά την καλοκαιρινή του περιοδεία με τη Νεφέλη Φασούλη και πριν από έναν πολλά υποσχόμενο καλλιτεχνικά χειμώνα στην Ελλάδα με τους Γιώργο Κοντραφούρη, Missigno και Quad Trio, μου μίλησε για τη ζωή του, τις σπουδές του και την επική –όπως τη χαρακτηρίζει– τζαζ σκηνή της Νέας Υόρκης.

Ο έλληνας τζαζίστας Ιάσων Γουάστωρ μιλάει για τη ζωή του

— Ιάσονα, σε θυμάμαι στο σχολείο να έχεις πάθος με τη γλυπτική κι όχι τόσο με τη μουσική…

Πραγματικά, το πρώτο μου πάθος ήταν η γλυπτική! Ένας συνεργάτης της μαμάς μου, visual effects artist, μου έκανε μαθήματα και μου άρεσε να φτιάχνω τέρατα για τον κινηματογράφο και το θέατρο.

— Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με τη μουσική;

Προέρχομαι από μουσική οικογένεια. Ο μπαμπάς κλασικός πιανίστας, η μαμά συνθέτρια και σκηνοθέτρια και ο μεγάλος μου αδερφός επίσης πιανίστας. Με τα ντραμς άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά στο λύκειο και παρόλο που διαφωνούσαν οι γονείς μου επειδή θα έκαναν πολύ φασαρία, μου τα πήρε ο παππούς μου και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

— Αγαπημένη ανάμνηση ως παιδί στη μουσική αυτή οικογένεια;

Πηγαίναμε όλοι μαζί στις συναυλίες του μπαμπά μου και θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά στο Ηρώδειο που έπαιζε με τον Ξαρχάκο. Ήμουν στα παρασκήνια και πριν ανέβει στη σκηνή μού έπιασε τα χέρια και έτρεμε λιγάκι από το άγχος. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση πως ένας τόσο καταξιωμένος άνθρωπος μπορεί να είναι τόσο… ανθρώπινος.

 — Από το λύκειο κατάλαβες ότι ήθελες να ασχοληθείς επαγγελματικά με τη μουσική;

Ναι. Μόλις τέλειωσα το σχολείο έκανα οντισιόν στην Αγγλία, όμως δεν μπήκα πουθενά…

— Πώς το διαχειρίστηκες;

Το καλό του να μεγαλώνεις σε μια οικογένεια που ασχολείται με αυτόν τον χώρο είναι ότι υπάρχει ειλικρίνεια. Εγώ περίμενα πως αφού παίζω καλά ντραμς θα γίνω ροκ σταρ – αυτή δεν είναι η φυσική συνέχεια; Φάνηκε πως δεν ήμουν σε αυτό το επίπεδο μουσικά, όπως μου είπε και ο μπαμπάς μου, κάτι που με πείσμωσε πολύ και άρχισα να μελετώ πολύ περισσότερο. Εκείνη την περίοδο αυτό που έμαθα ήταν ότι οι απαντήσεις κυρίως βρίσκονται στους δίσκους και στο να ακούς.

— Πώς βρέθηκες στη Νέα Υόρκη;

Ένας παιδικός μου φίλος που ζούσε εκεί απορούσε γιατί δεν έχω μετακομίσει ήδη στη Μέκκα της τζαζ. Κάπως έτσι έγινε λοιπόν. Ξεκίνησα σε ένα κρατικό πανεπιστήμιο, το Purchase College, ένα ακαδημαϊκό διαμάντι της Νέας Υόρκης όσον αφορά τη μουσική. Έχει τους ίδιους καθηγητές που είχα και στο Juilliard με τα μισά δίδακτρα. Ήταν βέβαια στη μέση του πουθενά, αλλά αυτή η απομόνωση είχε και τα καλά της. Όταν είσαι αποκλεισμένος σε μια απομακρυσμένη πόλη φτιάχνεις εκεί μια οικογένεια και έχεις άπλετο χρόνο να παίζεις μουσική μαζί τους.

— Το Juilliard, λοιπόν, πώς προέκυψε;

Έδωσα δύο φορές. Την πρώτη έφτασα στην τελική δυάδα αλλά δεν με επέλεξαν. Εκεί μπορείς να δώσεις μόνο δύο φορές στη ζωή σου και ξέρω κόσμο που δεν δίνει επί χρόνια για να μην τις σπαταλήσει. Εγώ πήγα με θράσος τη δεύτερη φορά και πέτυχε.

— Μιλάμε για το καλύτερο μουσικό ίδρυμα του κόσμου! Ήταν ένα όνειρό σου που έγινε πραγματικότητα;

Είχε στοιχεία ονείρου, αλλά πολλές φορές ήταν δύσκολο και καταπιεστικό. Έρχεσαι αντιμέτωπος τόσο έντονα με μια ωμή, βαθιά μορφή ακαδημαϊσμού και αυστηρότητας, αντιστρόφως ανάλογη με την ιστορία της τζαζ. Μια μουσική που προέρχεται από την καταπίεση είναι αντιφατικό να αντιμετωπίζεται με την ίδια ακαδημαϊκή υπόσταση όπως η κλασική – μια μουσική για την ελίτ βασισμένη στην ιεραρχία.

 — Αντιμετώπισες ποτέ κάποια αγενή συμπεριφορά;

Όχι, ακριβώς το αντίθετο. Αν πάρουμε ως παράδειγμα τους συμμαθητές μου, που οι περισσότεροι έχουν μεγαλώσει με Big band Jazz ακούσματα (δηλαδή μια ορχήστρα που αποτελείται από 12 πνευστά, ντραμς, πιάνο και μπάσο), κάτι πολύ ξένο για μένα –καθώς στην Ευρώπη αυτού του είδους τη μορφή της τζαζ την έχουμε συνυφασμένη με τα χριστουγεννιάτικα κομμάτια– καθότι μεγαλωμένος στην Αθήνα δεν είχα καμία έκθεση στο ιδίωμα. Παρ’ όλα αυτά δεν δέχτηκα ποτέ μπούλινγκ από κανέναν και αντιθέτως με βοήθησαν να ξεκλειδώσω την ικανότητα να μην κατηγορώ ό,τι συμβαίνει γύρω μου και να προσποιηθώ ότι το έχω. Fake it till you make it!

Επίσης, πολύ χρήσιμες ήταν οι συνεργασίες με μη μουσικούς, με ανθρώπους του θεάτρου – συνόδευα παραστάσεις του πανεπιστημίου και εκεί έμαθα πώς να χρησιμοποιώ καλύτερα τα αντανακλαστικά μου. Καμία παράσταση δεν ήταν ίδια και όπως αυτοσχεδιάζουν οι ηθοποιοί εκλήθη και εγώ να κάνω κάτι αντίστοιχο. Τη λάτρεψα αυτή τη δράση αντίδραση και την ελευθερία που είχα. Ενεργοποίησα τις δημιουργικές μου αισθήσεις στο έπακρο.

— Τελικά μετά από όλη αυτή την εμπειρία του Juilliard είσαι υπέρ της «ακαδημαϊκοποίησης» της μουσικής σε αυτό το επίπεδο;

Αυτό που μου άρεσε στο θέατρο ήταν ότι δεν ήξερα ποτέ τι θα δουλέψει και μάθαινα από τα λάθη μου. Η «ακαδημαϊκοποίηση» της τέχνης θέτει όρια στα συναισθήματα και εκεί θεωρώ πως βρίσκεται το πρόβλημα. Ο αυτοσχεδιασμός είναι κάτι αντίστοιχο με τα παιδιά που έχουν άγνοια κινδύνου, τότε που δεν υπήρχε σωστό και λάθος. Το θέμα δεν είναι μόνο η δεξιοτεχνία που αποκτάς και η ικανότητα να εκτελείς κάτι σωστά, αλλά το να μπεις σε μια διαδικασία αναζήτησης της προσωπικής καλλιτεχνικής σου ταυτότητας.

— Πώς θα περιέγραφες με μια πρόταση την τζαζ σκηνή της Νέας Υόρκης;

Ως μια ασταμάτητη δύναμη. 

— Και με μια εικόνα;

Υπάρχει αυτή η κλασική εικόνα: το μικρό μαγαζάκι με τον χαμηλό φωτισμό, τα τραπεζάκια, το πιάνο στη γωνία και τον ήχο από τα παγάκια στο ουίσκι, αλλά είναι πολλά περισσότερα. Το πιο ανεκτίμητο για μένα είναι το πόσο ανθρώπινο είναι το περιβάλλον. Βλέπεις τα είδωλά σου να παίζουν, τους βετεράνους της παγκόσμιας τζαζ σκηνής δίπλα σου και στο διάλειμμα να πίνουν απλά το ποτό τους στο μπαρ. Είναι όλοι τόσο προσιτοί και τόσο πρόθυμοι να κάνουν μια συζήτηση μαζί σου, χωρίς ύφος και αποστάσεις. Όταν έπαιζα στο Harlem, κάθε Κυριακή έβλεπα πολλούς να περιμένουν να έρθει ο μεγαλύτερος θρύλος της τζαζ και να τους πει να παίξουν στην μπάντα του – κάτι που συμβαίνει αλλά σπάνια. Το θέμα είναι να μπορείς να πιεις μαζί του ένα ποτό και να τα πείτε ωραία.

— Πώς ήταν η εμπειρία σου ως εργαζόμενος;

Υπάρχουν χιλιάδες μαγαζιά και παρόλο που το κλίμα είναι πραγματικά οικείο, ομαδικό και πας απλώς να παίξεις τη μουσική σου, υπάρχει τρελός ανταγωνισμός. Εκτός από κάποια ιστορικά τζαζ κλαμπ, όπως το Blue Note, τα περισσότερα έχουν jam sessions, δηλαδή ανεβαίνεις στη σκηνή και παίζεις –συνήθως και με πολύ μεγάλα ονόματα–, αλλά τελικά καλώς ή κακώς υπάρχουν κλίκες.

— Δεν είναι δηλαδή «one for the money, two for the show» που λέει και το τραγούδι;

Δεν είναι ούτε καν «for the show», αλλά «for the soul»! Η τζαζ έχει υπόσταση και ιστορία, απίστευτο feeling και groove, είναι μια κατάθεση ψυχής. Παίζεις για την εσωτερική σου ικανοποίηση και όχι για την υλική, και πρέπει να το αποδεχτείς αυτό εξ αρχής.

— Φοβόσουν ποτέ την έκθεση;

Μικρός καθόλου, προσφάτως άρχισα. Ακούγεται παράλογο αλλά επειδή στο Juilliard πλανάται στον αέρα αυτή η εντύπωση πως ό,τι κάνεις πρέπει να έχει σημασία και υπόσταση, άρχισε να με καταλαμβάνει πριν από μεγάλες συναυλίες το άγχος, αυτός ο χαρακτηριστικός ίλιγγος και η δύσπνοια, και για να το αντιμετωπίσω σκεφτόμουν ότι ακόμα και αν λιποθυμήσω θα έχει πλάκα – τουλάχιστον θα έχουμε κάτι να θυμόμαστε! 

— Ποιες είναι οι κύριες διαφορές της Αθήνας και της Νέας Υόρκης όσον αφορά την τζαζ;

Οι υποδομές και οι ευκαιρίες. Για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να αντιληφθώ ο ανταγωνισμός καλά κρατεί και εδώ! Νομίζω στην Ελλάδα υπάρχει η νοοτροπία του «γιατί όχι εγώ» μεταξύ των μουσικών, αντί για την αλληλοϋποστήριξη. Επίσης, εδώ δεν υπάρχει η έννοια των καθημερινών jam sessions. Αν θέλω να παίξω σήμερα το βράδυ δεν μπορώ παρά μόνο στο σπίτι μου, ενώ εκεί θα είχα ατελείωτες επιλογές. 

— Θέλω να διαλέξεις ένα τραγούδι που θα ήθελες να παίξει στην κηδεία σου, ένα τραγούδι που να υμνεί τον έρωτα και το soundtrack της ζωής σου.

Αρχικά, αντί για soundtrack, θα σου πω ένα τραγούδι που θα ήθελα να έχω συνθέσει και αυτό είναι το «Round Midnight». Με τον φίλο μου που προανέφερα ότι ζούσαμε μαζί στη Νέα Υόρκη, είχαμε πει από πιτσιρίκια ότι όποιος ζήσει περισσότερο θα βάλει στην κηδεία του άλλου το «Walk of life» των Dire Straits. Τώρα για τον έρωτα υπάρχουν πολλά αλλά θα πω το «Stardust» του Hoagy Carmichael.

— Αν μπορούσες να διαλέξεις κάποιον τόπο και άλλη χρονική στιγμή για να ζήσεις, τι θα επέλεγες;

Τη Νέα Υόρκη των 30s - 40s και στα 70s, για ευνόητους μουσικούς λόγους.

— Ήσουν ποτέ homesick;

Όχι και είμαι από τους λίγους γιατί έθεσα κάποια όρια. Ερχόμουν συχνά στην Ελλάδα για περιοδεία, για δουλειές, για διακοπές. Δεν έχω δουλέψει ποτέ Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη παρόλο που θεωρείται high season για τα τζαζ μπαρ, γιατί ήθελα να είμαι με την οικογένειά μου, το ίδιο και το καλοκαίρι. Εκτός του ψυχολογικού, προσπαθώ να χτίσω παράλληλα και στις δύο χώρες αντίστοιχες καριέρες. Είναι πολύ δύσκολο, αλλά αξίζουν οι θυσίες.

— Πες μας ένα πράγμα που αγαπάς και μισείς στην Αθήνα και στη Νέα Υόρκη;

Στην Αθήνα αγαπώ τους ανθρώπους, το φαγητό και την κουλτούρα και μισώ τη ματαιοδοξία της πόλης. Στη Νέα Υόρκη, πέραν της μουσικής σκηνής, αγαπώ ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θες, όποτε θες. Είναι οι αμέτρητες επιλογές της. Αυτό που μισώ βέβαια είναι ότι αν την αφήσεις σε ένα δευτερόλεπτο μπορεί να σε «καταβροχθήσει».

— Ποιο είναι το αγαπημένο σου τζαζ κλαμπ στη Νέα Υόρκη;

Το Village Vanguard.

— Θεωρείς ότι η τζαζ διατηρεί ακόμα την αίγλη της αν και ιστορικά έχει περάσει το πικ της;

Όπως έλεγαν και διάφοροι μέντορές μου, «η τζαζ από τη γέννησή της έχει καταδικαστεί ως νεκρή». Είναι ένα μουσικό είδος που έχει κατακριθεί πολύ, αλλά εξελίσσεται. Σήμερα υπάρχουν διαφορετικές ανάγκες και σίγουρα το πικ της βρίσκεται παλιότερα στην ιστορία της μουσικής, αλλά εξακολουθεί να έχει έντονη κοινωνικοπολιτική υπόσταση, απλώς με άλλη μορφή. 

— Υπάρχει παρθενογένεση στη μουσική;

Όχι, ό,τι ήταν να παιχτεί έχει παιχτεί. Είναι σαν το αποδομημένο παστίτσιο. Ούτε όταν ενώνεις δύο είδη μουσικής είναι παρθενογένεση. Τέλεια παραδείγματα η λάτιν τζαζ, το χιπ χοπ ρεμπέτικο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν παρθενογένεση.

— Θεωρείς ότι υπάρχει κυκλικότητα στην τζαζ, όπως και στη μόδα ας πούμε;

Φυσικά. Γενικότερα στη μουσική υπάρχει η έννοια της ανακύκλωσης. Πάμε πίσω για παράδειγμα στον αναλογικό ήχο των 70s γιατί απλά ήταν ασύγκριτα καλύτερος.

— Πώς ήταν το καλοκαίρι σου και τι να περιμένουμε για το φθινόπωρο;

Το καλοκαίρι μου το πέρασα κυρίως στην Ελλάδα και θα παραμείνω και όλο το φθινόπωρο. Κάναμε μια περιοδεία με τη Νεφέλη Φασούλη στα νησιά και τώρα θα παίξουμε στη Βόρεια Ελλάδα. Είμαστε πολύ φίλοι και έχουμε υπάρξει και συγκάτοικοι στη Νέα Υόρκη, και πέραν από το απίστευτο κλίμα στην μπάντα, περνάμε υπέροχα και στις συναυλίες γιατί ο κόσμος την αγαπάει πολύ. Επίσης παίζω με τον Γιώργο Κοντραφούρη, τους Missigno και το Quad Trio, και όσον αφορά το μέλλον έρχονται πολύ όμορφα πράγματα.

 — Για το τέλος, ποια ερώτηση θα ήθελες να σου κάνει κάποιος και δεν στην έχει κάνει ποτέ κανείς;

Τι σκέφτομαι όταν παίζω! Την εμπνεύστηκα από μια ραδιοφωνική συνέντευξη του Louis Armstrong που τον ρώτησαν πώς γίνεται να φωτίζει το δωμάτιο με τη μουσική του. Εκείνος απάντησε πως παίζει καλύτερα όταν σκέφτεται κάποιον που αγαπά. Το ίδιο θα πω και εγώ, λοιπόν. Είναι η αλήθεια μας που ακούγεται απλώς καλύτερα μέσα από τη μουσική.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ