Μουσικη

Γιώργος Μαργαρίτης: Γεννημένος να τρέχω

Ο Τελευταίος των Μεγάλων Λαϊκών μιλάει για τη ζωή του στην ATHENS VOICE
Δημήτρης Αθανασιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 729
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Τελευταίος των Μεγάλων Λαϊκών, Γιώργος Μαργαρίτης, μιλάει για τη ζωή του στην ATHENS VOICE

Φτάνω για να τον βρω σε ένα γραφείο στην Ιπποκράτους και πατώ το κουδούνι που γράφει «Τσιτσάνης» χωρίς να ρωτήσω. Του λέω εγώ είμαι από το... «Δεν με νοιάζει, μη σε νοιάζει». Μέχρι να φτάσουμε στην Εφημερίδα ATH για να πιούμε καφέ και να τα πούμε, καταλαβαίνω τι θα πει διασημότητα, αφού τον σταματάνε διαρκώς άνθρωποι, από υπαλλήλους τραπεζών που έχουν βγει να κάνουν τσιγάρο μέχρι κουλουρτζήδες που τον κερνούν πρωινό. Τραγουδώντας αυθεντικά λαϊκά τραγούδια για μισό αιώνα, ο Γιώργος Μαργαρίτης επιστρέφει τη νέα χρονιά με ένα νέο τραγούδι, το «Γεννημένος να τρέχω», και με μια ιστορική εμφάνιση υψηλών συμβολισμών στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου.

Από το χωριό Μπάγια των Τρικάλων βρέθηκες να κάνεις τον γύρο του κόσμου. Ποιο είναι το πιο ωραίο μέρος που έχουν δει τα μάτια σου και γιατί;
Το πιο όμορφο μέρος; Είναι η Ελλάδα. Είσαι μικρός ακόμα. Πήγαινε όπου θέλεις. Την Ελλάδα από την καρδιά σου δεν θα τη βγάλεις ποτέ. Είναι υπέροχη. Εγώ λατρεύω την Αθήνα, είναι και πολλά τα χρόνια που ζω εδώ. Εξήντα χρόνια. Και με έφερες τώρα σε ένα μέρος που εκεί απέναντι στη στάση στη Σίνα, έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα στον Άγιο Αρτέμιο, δεκαεπτά χρονών παιδί. Στην Αθήνα όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα με βρεις από κάτω. Είμαι από τους πολυταξιδεμένους τραγουδιστές.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρες γυρνώντας στους δρόμους;
Είδες στον δρόμο τι γίνεται ε; Τι αγάπη μου δίνει ο κόσμος. Και περισσεύει κιόλας.

Το πιο σκληρό;
Δεν θέλω να θυμάμαι τα σκληρά. Εκείνα τα χρόνια ήρθα δεκαπέντε χρονών στην Αθήνα κι έφυγα μετά από τον Άγιο Αρτέμιο να πάω φαντάρος, μπορώ να σου πω ότι η μισή Ελλάδα δεν βρισκόταν οικονομικά καλά. Και δεν είχε και δουλειά. Και είναι άτιμο πράγμα η ανεργία, την έζησα στο πετσί μου. Αυτά όλα με βοήθησαν να έρθω στο επίπεδο που βρίσκομαι σήμερα, πιστεύω ότι κάτι έχω προσφέρει κι εγώ στην πατρίδα μου και τους συνανθρώπους μου. Αλήθεια, δεν θέλω να τα θυμάμαι.

Πιτσιρίκος τραγουδάς μπροστά στα μάτια και τα αυτιά του Τσιτσάνη και του αφήνεις καλές εντυπώσεις…
Είναι έτσι. Ήταν πρωί, 11.00-12.00, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τα Τρίκαλα, μέσα στην πόλη ήταν ένα καφενείο που το είχαν τα αδέρφια Τσιτσάνη, ο Νίκος και ο Χρήστος. Ο Τσιτσάνης εκείνα τα χρόνια ερχόταν κάθε Πάσχα με την οικογένειά του, μικρός ο Κώστας, η Βικτωρία. Ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος είχε βρει κάποια άκρη κι ανταμώσαμε. Αυτό που έχω κρατήσει σαν μικρό παιδί, το μυαλό μου βρισκόταν αλλού τότε, όταν τον γνώρισα, παρακολουθούσα πώς έπαιζε το μπουζούκι. Μου έχει μείνει το παίξιμό του. Η ένταση που χτυπούσε με την πένα τη χορδή. Η συγκεκριμένη ένταση. Προσπάθησαν πολλοί να μιμηθούν το παίξιμό του, αλλά μάταια… Παρακολουθώντας σήμερα τους σύγχρονους μπουζουκτσήδες παρατηρώ ότι χτυπούν με μια ένταση σαν να μην το νιώθουν ακόμα, ίσως επειδή είναι μικρά παιδιά. Αργότερα μπορεί να το καταλάβουν. Ο μουσικός είναι συνοδός. Συνοδεύει ένα τραγούδι. Πρώτα μπροστά είναι το τραγούδι και μετά ο μουσικός. Είναι κάτι που πρέπει και οι καινούργιοι να προσπαθήσουν να το έχουν.

Μεγάλωσες ακούγοντας ζωντανά μουσική από ορχήστρες και γραμμόφωνα. Πώς σου φαίνεται σήμερα η ιστορία με τo Spotify, το YouTube;
Θα μου τα λες ελληνικά, χαχα. Τα πρώτα μου τραγούδια τα έμαθα πηγαίνοντας στα καφενεία, ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών. Στου μπαρμπα-Θανάση του Μπάρκα το καφενείο, είχε δυο παιδιά, τον Σωτήρη και τον Νικόλα, με υπεραγαπούσαν. Με άκουγαν να ψιλοτραγουδώ και είχαν δει πως είχα μέσα μου τάση τεράστια και πόνο και αγάπη για το τραγούδι. Λεφτά δεν είχα να πάρω δικό μου γραμμόφωνο, οπότε μου έβαζαν πλάκες ξανά και ξανά, κι εγώ απομνημόνευα τις μελωδίες και τα λόγια. Έτσι έμαθα πολλά τραγούδια. Τι διαφορά υπάρχει σήμερα με τότε; Ο κόσμος παλιά άκουγε από κάποια κρατικά ραδιόφωνα. Κάθε Κυριακή υπήρχαν κάποιες εκπομπές, πλήρωναν οι εταιρίες και διαφήμιζαν τα τραγούδια τους. Είχαν τέταρτα-εικοσάλεπτα σε χρόνο κι ο καθένας έδινε από την τσέπη του. Έτσι ακούγονταν οι τραγουδιστές. Άκουγε το τραγούδι ο ακροατής και αν του άρεσε η μελωδία, η φωνή, ο στίχος, το τοποθετούσε στην καλύτερη γωνιά, στην καρδιά του. Μετά, όταν άρχισα να κάνω δική μου δισκογραφία, άρχισαν οι πειρατικοί ραδιοσταθμοί. Τώρα είναι όλα μαζί. Τον βλέπεις, τον ακούς, τον κρατάς, τον πετάς κατευθείαν. Τότε κρατούσες μόνο το τραγούδι. Δεν ήξερες πώς είναι αυτός που τραγουδά.  

Κι αυτή ήταν η μαγεία του ραδιοφώνου ε;
Ναι, αλλά δεν έμπαινες κι εύκολα εκεί. Μην την ψάχνεις τι γινόταν στα κρατικά. Δεν έμπαινε λαϊκός τραγουδιστής με τίποτα. Και συνεχίζουν να κάνουν τέτοια πράγματα. Αλλά τώρα, ξέρεις, οι τραγουδιστές δεν έχουν τόση ανάγκη οι περισσότεροι. Γιατί υπάρχουν τα ιδιωτικά κανάλια. Σε όλο τον κόσμο, σε όλα τα κράτη, ο τραγουδιστής χρειάζεται να ακούγεται. Μόνο τότε βρίσκεται μέσα στα πράγματα, διαφορετικά πάει σπίτι του κι ας έχει τα καλύτερα τραγούδια και την καλύτερη φωνή.

Έχεις τραγουδήσει σε ζόρικα μπουζουκάδικα, πίστες, ταβέρνες, μουσικές σκηνές. Τι σημαίνει λαϊκό τραγούδι για σένα;
Τα πρώτα τραγούδια με τα οποία ξεκίνησα ήταν προσεγμένα, τίμια λαϊκά τραγούδια της εποχής, ρεμπέτικα και κυκλοφορίες εκείνης της περιόδου. Τα πιο αληθινά λαϊκά. Αυτό το ρεπερτόριο που μάθαινα στα πρώτα μου βήματα δεν παιζόταν παντού. Μου ταίριαζε περισσότερο να τραγουδώ σε χώρους όπου πήγαιναν οικογένειες και δεν ήταν άλλοι από τις ταβέρνες. Εκεί είχε μικρά παιδιά, τα οποία βιώναν το λαϊκό και το ρεμπέτικο. Πού και πού έπεφτε και καμιά παρέα αλανιάρηδες. Χρειάζονται τα αλάνια, πώς θα ξεχωρίζουμε τους άλλους; Τα αλάνια ήθελαν να χορεύουν μόνα τους. Εμένα με έφτιαχνε αυτό αλλά δεν τους έκανα όλα τα χατίρια. Αυτό δεν μπορούσα να το αντέξω πολύ. Να τραγουδάς εσύ, ο άλλος να χορεύει μόνος του και να κάθονται 200 άτομα να σε βλέπουν. Και ξεκινούσα κι έλεγα διαφορετικά, κάνα μπολεράκι, κάνα απαλό, οπότε έτσι κι αυτοί αποχωρούσαν ικανοποιημένοι κι εμείς λέγαμε και τα μεγαλομαγκίστικα. Κι έτσι τα αλάνια έπαιρναν δρόμο και με χαιρετούσαν με υπόκλιση και νόημα. Μετά λέγαμε κι εμείς κάνα αλανιάρικο για να το χορέψουν όλοι μαζί όμως. Ήμουν τέτοιος. Το τι είναι λαϊκό τραγούδι είναι μάθημα για μεγάλη ανάλυση. Θα ξεκινήσουμε από τα βιώματα του τραγουδιστή, που ισχύει για όλα τα επαγγέλματα. Έχεις τέτοιο βίωμα; Είσαι σε αυτό το σχολείο. Διαφορετικά πας στο σπίτι σου κι αλλάζεις επάγγελμα. Μετά είναι τι λέει ο στίχος. Δεν μπορεί να λέει «σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς και μετά από μια βδομάδα τελείωσε». Ύστερα είναι η μουσική, πρέπει να έχει ένα όριο και μια τιμιότητα.

Εννοείς πώς δεν πρέπει να υπάρχει «μπαστάρδεμα» με άλλα είδη;
Και αυτό. Ο τραγουδιστής πρέπει να έχει μεράκι μέσα του και «βυζάντιο» στο λαρύγγι. Για μένα λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που μας έφεραν ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Παπαϊωάννου, αλλά και νεότεροι όπως ο Νικολόπουλος. Βλέπω τα τραγούδια του να αντέχουν στον χρόνο και πάει λέγοντας. Χαλάλι του. Δούλεψε. Και θέλει δουλειά το τραγούδι. Ο Τσιτσάνης έκανε έξι μήνες για να τελειώσει τη «Ζαΐρα». Τον θυμάμαι ξυπόλυτο, Αύγουστο μήνα, να σβήνει, να γράφει. Άλλο η επιτυχία που μένει κι άλλο το σουξέ. Δεν γίνεται ακόμα, τόσα χρόνια μετά, να κάνουν επανεκτελέσεις του Τσιτσάνη οι νέοι. Να κάνουν Σούκα, Ρεπάνη, Πάνου. Είναι στοίχημα για το μέλλον του λαϊκού τραγουδιού να αποκτήσουν και οι γενιές που ήρθαν κι έρχονται δική τους ιστορία, να κάνουν δικά τους πράγματα που θα θυμούνται οι επόμενοι. Θα κριθούν μόνοι τους. Και στον γιο μου που τραγουδά αυτό λέω, να πορευτεί με τη γενιά του.

Από το «Εσύ Μιλάς στην Καρδιά Μου» του 1981 στο «Απροσδόκητα» του 2018, ποιος είναι ο αγαπημένος σου δίσκος;
Έχω ένα τραγούδι του Άκη Πάνου, πολύ ξεχωριστό, «Ο Τελευταίος Πυρετός». Τα περισσότερα τραγούδια του Άκη Πάνου είναι για άνδρες μόνο.

Ποιο ήταν το πιο ρομαντικό πράγμα που έκανες για μια γυναίκα;
Να σου πω κάτι; Δεν έκανα τίποτα, οι γυναίκες έκαναν για μένα. Αλλά ήταν όλες υπέροχες. Με όσες είχα τέτοιες φιλίες, αν με εννοείς δηλαδή. Εγώ στις γυναίκες δινόμουν. Τα έδινα όλα, τότε που ήμουν στα ντουζένια μου πάνω, χαχα, δεν έχω παράπονο από καμία. Και τώρα είμαι στα ντουζένια μου, να ξέρεις. Μπορεί να θέλει κι άλλα πράγματα μια γυναίκα από έναν άνδρα. Αλλά εγώ αυτό δεν το καταλάβαινα. Να ’μαι δίπλα της και να ’ναι δίπλα μου, αυτό μου αρκούσε.

Ζούμε σε μια εποχή με πολλούς τσάμπα μάγκες, από το τραγούδι μέχρι την πολιτική. Τι κάνει κάποιον αληθινό μάγκα;
O μάγκας ο αληθινός πρέπει να ναι και σωστός, με τα όλα του. Να ’ναι κυμπάρης, όχι ντεμέκ. Να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του. Δεν γίναμε μάγκες επειδή στρίψαμε ένα τσιγάρο ή κρατάμε ένα μπεγλέρι. Ο μάγκας γεννιέται αλλά γίνεται κιόλας. Οι παλιότεροι έλεγαν «μάθε γράμματα να μη σε κοροϊδεύουν οι άλλοι». Ξέρεις τι σήμαινε; Μάθε γράμματα να κοροϊδεύεις τους άλλους εσύ.

Με την τεχνολογία πώς τα πας;
Δεν τα πάω καλά. Λίγο το τηλέφωνο δουλεύω. Έμαθα λίγο το Viber. Με τους υπολογιστές δεν το έχω. Αλλά έχω πολλούς φίλους που με στηρίζουν σε αυτά. Και τον γιο μου, τον Κωνσταντίνο, που με βοηθά και διαχειρίζεται την παρουσία μου στα social media.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος σταθμός στη ζωή ενός άνδρα; Τα παιδιά;
Ο προορισμός ενός άνδρα είναι να κάνει οικογένεια. Από κει και πέρα ό,τι κάτσει. Το μέλλον δεν το ξέρει κανένας.

«ΕΧΩ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΗΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. ΚΙ ΟΣΟ ΠΕΡΝΑ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΥΝΑΜΩΝΕΙ, ΛΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΩ ΤΩΡΑ»

Μισός αιώνας ξενύχτια. Τι ήταν αυτό που σε μαγνήτισε στον κόσμο της νύχτας;
Ακριβώς, φίλε μου, από το 1969. Έχω μεγάλο καημό για το καλό τραγούδι. Κι όσο περνά ο χρόνος δυναμώνει, λες και ξεκινώ τώρα. Και τα καλύτερα έρχονται. Από μικρός είχα δει ότι αυτό που έχω μέσα μου κάποια στιγμή θα σκάσει. Όταν ήρθα στην Αθήνα έβλεπα πως όλες οι ηλικίες περίμεναν πότε θα τραγουδήσω για να χορέψουν. Κι έλεγα «για να με περιμένουν αυτοί, κάτι έχω, θα σκάσει όπου να ναι». Και δεν άργησε. Μετά από μια δύσκολη δεκαετία, ήρθε. Με στήριξαν φίλοι πολλοί και πολύ. Παράδειγμα; O Άγγελος Αρναούτης. Ήταν ράφτης, στην Παπαρηγοπούλου 15. Κολλητάρι. Αυτός ήταν η αιτία που ανέβηκα στο πρώτο μαγαζί στο πάλκο πάνω δίπλα στον μεγάλο Οδυσσέα Μοσχονά. Ήταν ένα φτωχόπαιδο σε ένα ραφείο και κάποια στιγμή που είχα μαζέψει κάποια λεφτούδια από την οικοδομή, με έστειλε να πάρω λίγο ύφασμα για να μου ράψει κοστούμι. Είχα πάει στην Αιόλου, αλλά δεν έφταναν τα χρήματα και για σακάκι και πήρα για παντελόνι μόνο. Στο χρώμα του σάπιου μήλου. Πριν φύγω μου λέει ο υπάλληλος «περίμενε να φύγει το αφεντικό» και μου έδωσε λίγο ακόμα ύφασμα στη ζούλα για να ράψω κι ένα γιλέκο. Σακάκι όμως δεν είχα. Έβγαινα ένα χειμώνα μέσα στο κρύο με ένα παντελόνι κι ένα γιλέκο. Κι από κάτω άκουγα «το παιδί αυτό δεν έχει σακάκι;». «Θα πάρω και σακάκι» τους απαντούσα εγώ την ώρα που τραγουδούσα. Με πίστευαν οι φίλοι μου, μοιράζονταν τα χρήματα μαζί μου που έβγαζαν κάνοντας δουλειές με τρίκυκλα και ρίχνοντας τον παπά. Όταν ήρθε η ώρα μου, κάτι έκανα κι εγώ για αυτούς.

Ποιες δουλειές έκανες όταν δεν έπιανες μικρόφωνο στα χέρια;
Εργάτης σε οικοδομή, αγροτικές δουλειές και σε σουμοκάζανα που βγάζαμε τσίπουρο.  

Έζησες ανθρώπους που διαμόρφωσαν το λαϊκό τραγούδι. Τσιτσάνης, Καζαντζίδης, Αγγελόπουλος, Μπιθικώτσης, Διονυσίου… Ποιες συμβουλές τους κράτησες;
Στον Καζαντζίδη χρωστώ πολλά. Ήταν κλειστός χαρακτήρας. Και ήρθε στο σπίτι μου, έμενα τότε Καυκάσου 112, σε ένα δυάρι, και κάτσαμε όλη τη νύχτα συζητώντας. Ήταν αρχές των 80s, ένα βράδυ είχα πάει να δω τη μάνα του που ήταν στο νοσοκομείο, στον «Ερυθρό Σταυρό». Εκεί είδα τον Στέλιο, γνωριστήκαμε και πήγαμε και φάγαμε ψαράκι. Μετά από έξι μέρες τηλεφωνηθήκαμε. Μου λέει «τι κάνεις;», του λέω «δεν κάνω τίποτα, ήρθε ένα παλικάρι από τα Καλάβρυτα κι έφερε στο σπίτι μου ένα σπληνάντερο, να το ξεκοκαλίσουμε. Είσαι;». Και ήρθε.

Με τον Μπιθικώτση ανταμώσαμε πρώτη φορά στην Πατησίων και μου λέει «γρήγορα στον Κάλαμο, έχω κάτι τραγούδια». Ακόμα πάω, χαχα.

Ο Γαβαλάς ήταν ο πρώτος που ερχόταν και με άκουγε, στον «Παράδεισο» στη Γλυφάδα. Τώρα πια είναι πολυκατοικία.

Αυτός που ήρθε περισσότερες φορές και με άκουσε ήταν ο Διονυσίου, στο «Λίντο» και στο «Σεραφίνο». Μου είπε μια κουβέντα που δεν την ξέχασα ποτέ. Στο τηλέφωνο. Ήταν στη Νέα Υόρκη, ήμουν στο Σικάγο. Μου λέει «μαγκάκο, έχεις επιτυχία μεγάλη. Να ξέρεις, στη ζωή σου θα έχεις επιτυχίες, θα έχεις κι αποτυχίες». Δεν πάει στα βουνά η αποτυχία, έρχεται και στους ανθρώπους.

Ο Αγγελόπουλος και τι δεν έκανε για μένα. Πρώτη φορά που με άκουσε στο κέντρο «Αθήνα» μου πήρε το μικρόφωνο από τα χέρια, φόρτωσε όλους τους σερβιτόρους με ένα κασόνι σαμπάνιες και έδωσε σήμα στον φωτογράφο να ’ναι έτοιμος. Ήρθε στην πίστα, μόλις τον είδα, σταμάτησα την ορχήστρα γιατί βραχυκύκλωσα και είπε «Γιώργο, σκίσ’ τους, είναι μυζήθρες όλοι τους». Χρόνια μετά, πήγαμε με τον Γαβαλά να τον ακούσουμε στα «Ξημερώματα» και κατέβηκε ο Μανώλης στο τραπέζι μας, όταν τελείωσε το πρόγραμμά του, και λέει στον Πάνο «αυτός είναι δικός μας». Λέει ο Πάνος στον Μανώλη «εσύ τον γνώρισες τώρα, εγώ τον ξέρω δέκα χρόνια».  

Ο Μενιδιάτης, ο Περπινιάδης, που ανήκουν στους μεγάλους τραγουδιστές, όλοι μού έδωσαν αγάπη. Και κάναμε παρέα με όλους. Τα λέγαμε, τα πίναμε, τα τρώγαμε. Στο ξεκίνημά μου, ήρθε ο Φίλιππος Νικολάου μαζί με τη Δούκισσα. Το κοστούμι που φορούσα εκείνο το βράδυ δεν του άρεσε. Και μου είπε «πάμε αύριο να ψωνίσουμε ρούχα». Αλλά ο τζόγος έκανε κι εδώ τη δουλειά του. Τον έστησα, δεν πήγα ποτέ, δηλαδή, κι ο Φίλιππος ακόμα περιμένει. Θα τον ευχαριστώ για πάντα.

Αγαπημένο φαγητό;
Δεν έχω θέμα με το φαγητό γιατί έχω ζήσει άσχημες καταστάσεις. Να φεύγω με τα πόδια από τη «Χαραυγή» για να πάω στο Χαϊδάρι να πιάσω δουλειά σε μαγαζί και να επιστρέφω πάλι με τα πόδια, πεινασμένος. Δεν με ενδιαφέρει αν θα τη βγάλω με ψωμί και κρεμμύδι. Και σήμερα ακόμα. Το αγαπημένο μου όμως είναι η μελιτζάνα. Ιμάμ Μπαϊλντί. Και μετά οι μακαρονάδες.

Ήσουν εξαρτημένος από τον τζόγο και το αλκοόλ. Ναρκωτικά πήρες;
Όχι, κάνα τσιγαράκι πίναμε μόνο. Ο τζόγος με έκανε ό,τι ήθελε. Και τον έδιωξα το 1981.

Πότε είπες ότι δεν πάει άλλο κι αυτή τη μαλακία πρέπει να την κόψεις;
Δεν το είπα εγώ. Ο Τάκης Σούκας μού το είπε. «Ή σταματάς τον τζόγο και κάνουμε δίσκο ή δεν κάνουμε». Προσπαθούσαμε από το 1976 αλλά εγώ έπαιζα συνέχεια και είχα το μυαλό μου μόνο εκεί. Μόνο στο μπαρμπούτι. Είναι άτιμο πράγμα ο τζόγος, θα μπορούσα να είχα γίνει φίρμα δέκα χρόνια νωρίτερα.

Την ψώνισες ποτέ όταν έγινες φίρμα;
Ακόμα δεν καταλαβαίνω τι θα πει φίρμα. «Φίρμα» ήξερα εγώ το εργοστάσιο. Να είσαι ξακουστός, έχει σημασία.

Βλέπεις ταινίες; Ποια είναι η αγαπημένη σου;
Έχω μείνει στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και βλέπω πολλά καουμπόικα ξανά και ξανά με τον Κλιντ Ίστγουντ. Βασιλειάδη, Αυλωνίτη, Σταυρίδη, Κούρκουλο. Και η Ζωή Λάσκαρη, που ήταν μία.

Την ήξερες;
Είχε έρθει με τη μεγάλη μας Αλίκη Βουγιουκλάκη, όταν τραγουδούσα στο «Playboy». Είχα βγει στο πρώτο πρόγραμμα και βλέπω το πρώτο τραπέζι μπροστά άδειο. Εγώ τότε έβγαινα τελευταίος κι έδινα εντολή στο πρόγραμμά μου όλα τα τραπέζια να είναι γεμάτα. Μου είχε κακοφανεί. Ήταν όλο το μαγαζί γεμάτο και αυτό το τραπέζι για δύο «έλειπε». Και στο δεύτερο που βγαίνω «παπα-σταφίδας» από το αλκοόλ στην πίστα, βλέπω μπροστά, μετά από μισή ώρα που χρειάστηκε για να το καταλάβω γιατί ήμουν μεθυσμένος, την Αλίκη και τη Ζωή. Και όπως είχα μια γαρδένια στα χέρια μου, τη χάρισα στη Ζωή. Και το ’χω τύψεις που δεν έδωσα μια γαρδένια στην Αλίκη. Το θυμόμασταν και το συζητούσαμε γελώντας μετά από χρόνια με τη Ζωίτσα. Ας με συγχωρέσει η Αλίκη.

Πώς θα ήθελες να θυμάται ο κόσμος τον Γιώργο Μαργαρίτη, όταν δεν θα ζει;
Αν με αυτό που υπηρέτησα κι αυτό που έκανα θεωρεί ο κόσμος πως έβαλα ένα λιθαράκι στο τραγούδι, θα ήταν ωραίο να με θυμάται και να με ακούει.

Οι «Δρόμοι του Πουθενά», σε στίχους Χρήστου Δέτσικα και μουσική-ενορχήστρωση Θοδωρή Μανίκα, σε πέρασαν και σε μια άλλη γενιά ακροατών. 
Με τον Μανίκα είχαμε κάνει το «Κελί 33», μιλάμε για τέτοιο δίσκο, είναι κι από κει κι από δω, μουσικά. Είχα χαθεί εκείνα τα χρόνια γιατί ήθελα να είμαι δίπλα στην οικογένειά μου. Ζητούσα διέξοδο, κι έβλεπα μια νεολαία που δεν με γνώριζε πια. Κι έλεγα, «Γιώργο, τι κάθεσαι, σήκω από την καρέκλα, κούνα χέρια και πόδια, πρέπει να δώσεις τροφή στις γενιές που ήρθαν κι έρχονται». Και χρόνια μετά από αυτό, μαζί με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, κάναμε το «Πεθαίνω για σένα». Του έλεγα «Λαυρέντη, από αυτό το τραγούδι δεν θα γλιτώσεις». Μετά έσκασε το «Καλύτερο Μπεγλέρι». Σε λίγες εβδομάδες έρχεται το νέο μου τραγούδι «Γεννημένος να τρέχω», σε στίχους του Κώστα Μπαλαχούτη και μουσική του Βασίλη Δαραμούσκα. Και ο Ηλίας Μπενέτος θα το ταξιδέψει για να φτάσει εκεί που πρέπει.

Έχεις κάνει πέρασμα από τις φυλακές, έχεις τραγουδήσει το «Κελί 33», βρέθηκες με την ορχήστρα σου στον Κορυδαλλό. Πώς σου φαίνεται το σχέδιο για μεταφορά των φυλακών από την περιοχή;
Εγώ δεν είμαι ειδικός, δεν είμαι πολιτικός. Εκεί μέσα υπάρχουν αδικίες. Η μισή Ελλάδα έχει περάσει από κει και η άλλη μισή ετοιμάζεται. Το καταλαβαίνω γιατί γύρω έχει σχολεία, παιδιά. Να μεταφερθεί, ναι, να πάει πού όμως; Δεν είμαι ειδικός να σου απαντήσω. Είναι άλλοι αρμόδιοι.

Από τον Τσιτσάνη στον Νικολόπουλο και από τον Παγιουμτζή στον Καζαντζίδη, η εμφάνισή σου στον εμβληματικό χώρο του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά είναι μία από τις όμορφες εκπλήξεις της νέας χρονιάς…
Στον Πειραιά έχω τραγουδήσει μια φορά μόνο, στο «Κρεμλίνο». Είναι αγαπημένη περιοχή, πού με χάνεις, πού με βρίσκεις, είμαι στον Πειραιά. Έχω φίλους καλούς και τα έχει όλα. Και σε αυτό το στολίδι που έχει ήθελα να μπω κι εγώ μέσα, να ακουστεί και η δική μου φωνή. Θα ακουστούν υπέροχα τραγούδια στις 17 Ιανουαρίου. Απευθύνομαι στους πολλούς φίλους, γνωστούς κι άγνωστους, να μη χάσουν αυτή την παράσταση. Με τη δεκαμελή ορχήστρα, τον μαέστρο της Γιώργο Παγιάτη και την Χριστιάνα Γαλιάτσου στα φωνητικά δίπλα μου, δουλεύουμε πολύ καιρό για να παρουσιάσουμε κάτι που θέλουμε να θυμόμαστε και να θυμάστε.

Τι σημαίνει επιτυχία για σένα;
Αυτό που είδες. Να βγαίνεις έξω και να φωνάζουν «Γιώργαρε». 


Ο Γιώργος Μαργαρίτης εμφανίζεται ζωντανά για πρώτη φορά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου. Δείτε περισσότερα στο Guide της ATHENS VOICE.