Κινηματογραφος

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος: «Ήθελα να μιλήσω για τον φανατισμό που βλέπω παντού»

«100 χρόνια μπροστά», από ένα παιδί της «Αλλαγής». Ο ηθοποιός και σεναριογράφος μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή τη νέα ταινία
Δημήτρης Αθανασιάδης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος - Συνέντευξη: Ο σεναριογράφος και ηθοποιός μιλάει για το θέατρο και το σινεμά, με αφορμή τη νέα ταινία «100 Χρόνια Μπροστά» στην οποία πρωταγωνιστεί.

Γεννημένος το 1981 και απόφοιτος της Δραματικής Σχολής «Βασίλης Διαμαντόπουλος», ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος έχει διαμορφώσει μια ξεχωριστή θεατρική και συγγραφική ταυτότητα: άμεση, λαϊκή, βαθιά ανθρώπινη, με χιούμορ που ισορροπεί ανάμεσα στον παραλογισμό και την τρυφερότητα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, με τη θεατρική ομάδα Τσούκου Τσούκου, έθεσε τις βάσεις ενός θεάτρου που αργότερα θα γνωρίσει μεγάλη απήχηση. Από το «Neon…» και το «Sourelaiken» έως τα «De Variete» και «De Variete Vol. 2», που συνυπέγραψε με τον Μάκη Παπαδημητράτο, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος ανέπτυξε μια φόρμα που συνδυάζει σάτιρα, επιθεώρηση, μουσική, stand-up και κοινωνικό σχόλιο, με έντονο λαϊκό χαρακτήρα.

Η κωμωδία «Εθνικός Ελληνορώσων» (2018), σε συνεργασία με τον Γιώργο Παλούμπη, σηματοδότησε μια περίοδο καλλιτεχνικής ωρίμανσης. Μετά την πανδημία, η αναγνωρισιμότητά του ενισχύθηκε και από τις κινηματογραφικές συμμετοχές του στα «Digger» και «Μαγνητικά πεδία». Παράλληλα, ο «Κωλόκαιρος» εξελίχθηκε σε μεγάλη επιτυχία, ανοίγοντας τον δρόμο για παραστάσεις όπως τα «Ανεξάρτητα κράτη», «Έντα» και «Αρμπάιτ».

Στον πυρήνα της δουλειάς του βρίσκονται μια σταθερή ομάδα συνεργατών κι ένα βαθιά ελληνικό κοινωνικοπολιτικό θέατρο: λαϊκό, αιχμηρό, συχνά «βρόμικο» στο χιούμορ του, αλλά ταυτόχρονα σοβαρό και διεισδυτικό. Στο νέο έργο «100 χρόνια μπροστά», που συνυπογράφει σεναριακά με τον σκηνοθέτη της ταινίας Μιχάλη Γιγιντή, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ πιστεύει πως η ζωή του συνδέεται μεταφυσικά με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η αφορμή ήταν αρκετή για ν’ ανοίξει η κουβέντα.

— Πώς γεννήθηκε η ιστορία του «100 χρόνια μπροστά»;

Αρχικά ήταν θεατρικό. Με τον Μάκη Παπαδημητράτο κάναμε ένα βαριετέ, παίζαμε σκετς, μουσικές, διάφορα πράγματα, και όλη αυτή η ιστορία του Λάκη, του ιδιωτικού ντετέκτιβ, είχε γραφτεί για τη σκηνή. Μετά γνώρισα τον Μιχάλη Γιγιντή, του έδωσα κάποια κείμενα που είχα γράψει, του άρεσαν πάρα πολύ και μου πρότεινε να το κάνουμε ταινία. Και κάπως έτσι έγινε. Στην πραγματικότητα, η ταινία είναι κατά 90% το αρχικό θεατρικό κείμενο. Νομίζω, φαίνεται κιόλας η θεατρικότητά του. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή όχι, αλλά υπάρχει.

— Η ταινία χρησιμοποιεί το χιούμορ, αλλά ταυτόχρονα μιλά για τη Μεταπολίτευση, τη νοσταλγία, την πολιτική ταυτότητα. Είσαι παιδί της «Αλλαγής»;

Πολύ. Γεννήθηκα το 1981. Δηλαδή γεννήθηκα μαζί με το ΠΑΣΟΚ, σε περίοδο «Αλλαγής». Μεγάλωσα ουσιαστικά μέσα σ’ αυτό. Τα πρώτα χρόνια τα πέρασα και στην Κρήτη με τη γιαγιά και τον παππού, όπου υπήρχε ένας πράσινος αναβρασμός παντού. Σημαίες, εκλογές, φανατισμός, όλο αυτό το πράγμα. Θυμάμαι τότε πως, σαν παιδί τουλάχιστον, έβλεπα έναν κόσμο που πίστευε ότι κάτι αλλάζει. Υπήρχε μια ελπίδα. Μπορεί να ήταν ψευδαίσθηση, μπορεί να ήταν επειδή ήμουν παιδί κι έβλεπα παντού πράσινες σημαίες και κόλλαγα αυτοκόλλητα του ΠΑΣΟΚ στις μπλούζες, αλλά αυτό θυμάμαι.

— Ο ήρωας της ταινίας πιστεύει πως η ζωή του συνδέεται μεταφυσικά με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι μια σάτιρα της κομματικής εμμονής;

Ακριβώς αυτό είναι. Ήθελα να μιλήσω για τον φανατισμό που βλέπω παντού – στη δεξιά, στην αριστερά, στην αναρχία, στη θρησκεία, στην μπάλα… παντού. Αυτή την εμμονή του ανθρώπου που πιστεύει ότι κατέχει τη μοναδική αλήθεια. Το μετέφερα σ’ έναν τύπο που θεωρεί πως κάθε σημαντική στιγμή της ζωής του συνδέεται με μια μεγάλη στιγμή του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο λόγος που τον έκανα πασόκο και όχι, ας πούμε, νεοδημοκράτη είναι γιατί μου ήταν πολύ δύσκολο να συνδέσω οποιοδήποτε ίχνος χιούμορ με τη Νέα Δημοκρατία και γιατί το ξέρω βιωματικά.

— Γνώρισες τον Ανδρέα Παπανδρέου ποτέ;

Η αλήθεια είναι ότι είχαμε μια προσωπική στιγμή με τον Ανδρέα, λίγο πριν πεθάνει, απλά δεν θέλω να την αποκαλύψω.

«Πιστεύω πως στην τέχνη πρέπει να ιδρώσεις. Να κουραστείς. Να πονέσεις. Όχι απαραίτητα να πεινάσεις, αλλά να μπεις βαθιά στα πράγματα.» – Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

— Το θερινό σινεμά στην ταινία μοιάζει σχεδόν σαν χαρακτήρας. Τι συμβολίζει για σένα;

Η ιστορία με το σινεμά που πωλείται στα funds μπήκε στην κινηματογραφική εκδοχή. Μας είχε επηρεάσει πολύ το θέμα του Ιντεάλ και γενικά το πώς αλλάζει η Αθήνα. Νιώθω ότι η πόλη έχει γίνει φιλική μόνο προς τον τουρίστα. Airbnb, ξενοδοχεία, «αναπλάσεις» για φωτογραφίες, ακόμη και φοινικόδεντρα σε γλάστρες – ευτυχώς που τα ξηλώσανε. Εγώ μεγάλωσα σε μια άλλη Αθήνα. Στο Μοναστηράκι, στις γειτονιές, με παρέες που αλώνιζαν την πόλη. Και τώρα βλέπεις να χάνονται χώροι που είχαν μνήμη. Το θερινό σινεμά για μένα είναι από τα πιο ξέγνοιαστα πράγματα που υπάρχουν. Μπαίνεις μέσα και σταματάνε για λίγο τα πάντα. Έχει μια χαλαρότητα διαφορετική από την κλειστή αίθουσα. Πίνεις το ποτό σου, καπνίζεις, χαλαρώνεις, μπαίνεις σε άλλο ρυθμό.

— Η ταινία γυρίστηκε με πολύ περιορισμένα μέσα. Αυτό πόσο δύσκολο ήταν;

Πολύ δύσκολο. Τη γυρίσαμε ουσιαστικά με προσωπικά έξοδα κυρίως του Μιχάλη, μέσα σε δύο μέρες. Σαράντα πέντε λεπτά ταινία σε δύο μέρες. Όλοι βάλαμε πλάτη. Χρόνο, πρόγραμμα, χρήματα, ό,τι μπορούσε ο καθένας.

— Πότε κατάλαβες ότι θέλεις να γράφεις;

Όταν μπήκα στη δραματική σχολή. Δεν είχα μεγαλώσει με την ιδέα ότι θα γίνω ηθοποιός. Μπήκα σχεδόν τυχαία. Μου φαινόταν πιο εύκολο από το να δώσω Πανελλήνιες. Μετά όμως μπήκα στη σχολή και μου άρεσε. Κι άρχισα να γράφω από ανάγκη. Ήθελα να βρω τη γλώσσα που ήθελα να ακούω και να παίζω στο θέατρο. Γιατί απλά δεν μου άρεσε η γλώσσα που άκουγα.

— Πώς θα περιέγραφες τη θεατρική γλώσσα που έχεις διαμορφώσει μαζί με τον Γιώργο Παλούμπη;

Είναι δύσκολο να το ονομάσω. Εύκολα μπορώ να το χαρακτηρίσω θεατρικό ρεαλισμό. Αλλά επειδή είναι θέατρο, δεν μπορεί με τίποτα να είναι πραγματικός ρεαλισμός. Με τον Γιώργο γνωριστήκαμε το 2017 και είναι σαν να βρήκα τον άνθρωπο με τον οποίο μπορώ να συνεννοηθώ απόλυτα. Πολύ συχνά, ό,τι δεν αρέσει στον έναν δεν αρέσει ούτε στον άλλον. Υπάρχει εμπιστοσύνη. Δεν νομίζω ότι αυτό που μας ενώνει είναι κάποιο πολιτικό πρόγραμμα ή μια κοινή ιδεολογία. Είναι κυρίως η ανάγκη να δημιουργήσουμε. Η ανάγκη να υπάρχουμε μέσα απ’ αυτό που κάνουμε.

— Τι αλλάζει για σένα ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο;

Τα τεχνικά μέσα. Η τεχνική της υποκριτικής. Ο τρόπος που λειτουργεί το σώμα και η φωνή. Και κυρίως η σχέση του σώματος με τον χώρο. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η ανάγκη να πεις μια ιστορία.

Έχεις δουλέψει για χρόνια στην εστίαση παράλληλα με το θέατρο. Τι σου έδωσε αυτή η εμπειρία;

Πάρα πολλά πράγματα. Κυρίως το ότι μπορούσα να ζω και να κάνω θέατρο ταυτόχρονα. Αλλά μου άρεσε κιόλας αυτή η δουλειά. Μου άρεσε να εξυπηρετώ ανθρώπους. Το έβλεπα σαν μια μορφή φροντίδας. Και γι’ αυτό με πείραζε πολύ όταν κάποιος ήταν αγενής. Λες: «Ρε φίλε, ήρθα να σε περιποιηθώ. Γιατί φέρεσαι έτσι;». Νομίζω πάντως ότι η επαφή με τον κόσμο σε βοηθά πολύ ως ηθοποιό. Παρατηρείς ανθρώπους συνέχεια.

— Διδάσκεις και σε δραματική σχολή. Πώς βλέπεις τα νέα παιδιά σήμερα;

Με στενοχωρεί όταν ακούω από την πρώτη μέρα «θέλω να παίξω στην τηλεόραση». Είσαι σε σχολή θεάτρου, ρε μανάρι μου... Περίμενα ν’ ακούσω ότι θέλεις να παίξεις, να ψάξεις, να φτιάξεις κάτι. Αλλά από την άλλη δεν τα κατηγορώ. Τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ έναν κόσμο που τους λέει ότι μπορείς να γίνεις διάσημος με το τίποτα. Με ένα TikTok, με μια εικόνα. Οπότε, γιατί να περάσεις από τη διαδικασία της πραγματικής δουλειάς; Του κόπου; Εγώ πιστεύω πως στην τέχνη πρέπει να ιδρώσεις. Να κουραστείς. Να πονέσεις. Όχι απαραίτητα να πεινάσεις, αλλά να μπεις βαθιά στα πράγματα. Αλλιώς πώς θα παίξεις έναν άνθρωπο που έχει καταστραφεί; Που έχει υποστεί βία; Πώς θα μπεις σε μια δύσκολη ανθρώπινη κατάσταση;

— Σε ενοχλούν οι influencers στο θέατρο;

Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Και θα κάνουμε κι εμείς αυτό που θέλουμε. Δεν με επηρεάζουν στη δουλειά μου. Αν δημιουργούν κάποιο πρόβλημα, είναι όταν έρχονται και σου λένε ότι θέλουν να στηρίξουν αυτό που κάνεις, αλλά στην πραγματικότητα δεν σε εμπιστεύονται. Όταν σου λένε «ωραία η παράσταση που σκέφτεσαι να κάνεις, αλλά να βάλουμε κι ένα όνομα;». Τι όνομα; Τι πάει να πει αυτό; Δεν είχαμε σκοπό να κάνουμε παράσταση με ανώνυμους ανθρώπους… Εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν πιστεύουν αληθινά σ’ αυτό που φτιάχνεις.

«Δεν υπάρχει σταρ στην Ελλάδα. Σταρ είναι κάτι άλλο. Θυμάμαι ότι πρώτη φορά ένιωσα πως βλέπω πραγματικό σταρ όταν είδα τον Ίγκι Ποπ στη σκηνή». – Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

— Πιστεύεις ότι υπάρχει ελληνικό star system;

Όχι πραγματικά. Δεν υπάρχει σταρ στην Ελλάδα. Σταρ είναι κάτι άλλο. Θυμάμαι ότι πρώτη φορά ένιωσα πως βλέπω πραγματικό σταρ όταν είδα τον Ίγκι Ποπ στη σκηνή. Να σκαρφαλώνει, να κουνιέται, να κρατά το βλέμμα σου. Έβλεπες μια ενέργεια σχεδόν υπερφυσική. Αυτό είναι σταρ, αυτή η ενέργεια που δεν μπορείς να εξηγήσεις από πού προέρχεται. Είναι μια λάμψη, ένα «αστέρι» που το καταλαβαίνεις αμέσως.

— Υπάρχει σήμερα μια νέα ελληνική κινηματογραφική ταυτότητα;

Νομίζω πήγε να δημιουργηθεί κάτι και κάπου χάθηκε μέσα σε αγιογραφίες και ασφαλείς παραγωγές. Υπάρχει ένας φόβος γενικά. Και στο θέατρο και στον κινηματογράφο και, κυρίως, στην τηλεόραση, που δεν μ’ ενδιαφέρει, αλλά δυστυχώς επηρεάζει αφόρητα τα άλλα δύο. Σου λένε συνέχεια «αυτό δεν γίνεται», «αυτό δεν περνάει», «αυτό δεν πουλάει». Στην τηλεόραση ειδικά, είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξεις ως δημιουργός χωρίς αμέτρητα φίλτρα. Από το ποιος θα παίξει μέχρι το τι επιτρέπεται να ειπωθεί.

— Μιλάς συχνά για την ελληνικότητα. Τι σημαίνει για σένα;

Δεν είναι φολκλόρ. Ελληνικότητα είναι να μιλήσεις για τους ανθρώπους γύρω σου. Για τη γλώσσα σου. Γι’ αυτά που συμβαίνουν εδώ. Νιώθω πολλές φορές ότι προσπαθούμε να αντιγράψουμε ξένες φόρμες χωρίς ν’ ακούμε πραγματικά πώς μιλάνε οι άνθρωποι δίπλα μας. Εμένα μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ ο ρυθμός της καθημερινής γλώσσας. Η αμεσότητα. Αυτό που έχουν συχνά οι λαϊκοί άνθρωποι — όχι επειδή είναι «αυθεντικοί» με κάποιον ρομαντικό τρόπο, αλλά επειδή μιλάνε χωρίς φίλτρα. Και πιστεύω ότι κάθε λαός που κατάφερε να βγάλει κάτι σημαντικό προς τα έξω το έκανε επειδή μίλησε πρώτα για τον εαυτό του στη γλώσσα του. Όπως λέει και ο Παλούμπης, «Πιστεύω πως, αν δουν οι ξένοι ελληνική ταινία, θα νομίζουν πως στην Ελλάδα την περνάμε στη μούγγα»

— Τι ετοιμάζεις τώρα;

Περιμένουμε να προχωρήσει η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που ετοιμάζουμε με τον Γιώργο Γούση. Λέγεται «Γκρίζος αφρικανικός» και είναι ένα εξαιρετικό σενάριο. Παράλληλα, με τον Γιώργο Παλούμπη και τον Γούση ετοιμάζουμε μια θεατρική δουλειά για τον Αθανάσιο Διάκο. Και συνεχίζουμε όπως και να ’χει. Κάποτε συνεχίζαμε πιο δύσκολα, τώρα λίγο πιο εύκολα. Το καλό είναι πως ξέρουμε να συνεχίζουμε και με τους δύο τρόπους.

«ΕΛΛΑΔΑ 3.0»: Τρεις κωμωδίες μικρού μήκους σε μια κυκλοφορία

Για πρώτη φορά, τρεις κωμωδίες μικρού μήκους ενώνονται σε μία κοινή κινηματογραφική κυκλοφορία. Το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» είναι το νέο project της Tanweer που φέρνει μαζί τρεις διαφορετικές ιστορίες σε μία ενιαία εμπειρία -πολυφωνική, σύγχρονη και απόλυτα συντονισμένη με το σήμερα.

Μέσα από τρεις διακριτές σκηνοθετικές ματιές, το «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή, το «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνά και το «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση συνθέτουν ένα κινηματογραφικό τρίπτυχο που κινείται ανάμεσα στο χιούμορ, τον παραλογισμό και την ελληνική πραγματικότητα.

Στην ταινία «100 Χρόνια Μπροστά», ο Λάκης, ιδιωτικός ερευνητής, πιστεύει ότι η ζωή του είναι μεταφυσικά συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ και τον Αντρέα Παπανδρέου. Μια νύχτα, κλειδώνει τον Κωστάκη στο γραφείο του και μέσα από ένα ταξίδι στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, προσπαθεί να τον πείσει να μην πουλήσει σε πολυεθνική το ιστορικό θερινό σινεμά που διατηρεί η οικογένειά του στην ταράτσα του μεγάρου, στο οποίο συνυπάρχουν και οι δύο τους τα τελευταία χρόνια.