- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Επισκέπτες στη Γη τους: Ο Ανίκητος Χατζηχαραλάμπους κατέγραψε τις πρώτες επιστροφές των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα
Ο Ανίκητος Χατζηχαραλάμπους μιλά στην ATHENS VOICE για το φωτογραφικό έργο που κατέγραψε τις πρώτες επιστροφές των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα
Υπάρχουν φωτογραφικά έργα που δεν καταγράφουν απλώς γεγονότα, αλλά διασώζουν τη μνήμη ενός τόπου και των ανθρώπων του. Η 20ή Ιουλίου 1974, ημέρα έναρξης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, σημάδεψε βαθιά τη σύγχρονη ιστορία του νησιού, αφήνοντας πίσω της εκτοπισμένους, χαμένες πατρίδες και μια διαίρεση που παραμένει μέχρι σήμερα.
Τον Απρίλιο του 2003, με τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, χιλιάδες Ελληνοκύπριοι πέρασαν για πρώτη φορά στα κατεχόμενα για να επιστρέψουν —έστω προσωρινά— στα σπίτια, στα χωριά και στις μνήμες τους. Δεν επέστρεφαν όμως ως κάτοικοι. Επέστρεφαν ως «επισκέπτες στη γη τους». Αυτή τη συγκλονιστική στιγμή κατέγραψε ο Ανίκητος Χατζηχαραλάμπους στο ομώνυμο φωτογραφικό του έργο, δημιουργώντας ένα σημαντικό ντοκουμέντο για τη μνήμη, την απώλεια και τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του.
Ο Ανίκητος Χατζηχαραλάμπους μιλά για το λεύκωμα «Επισκέπτες στη Γη τους»
— Υπάρχουν φωτογραφίες που τις αναζητά ο φωτογράφος και άλλες που μοιάζουν να τον βρίσκουν εκείνες. Πότε καταλάβατε ότι οι πρώτες διελεύσεις στα κατεχόμενα δεν ήταν απλώς ένα γεγονός της επικαιρότητας αλλά ένα έργο ζωής;
Θα σας απαντήσω μέσα από ένα απόσπασμα που έχω γράψει στο λεύκωμα «Επισκέπτες στη Γη τους», γιατί αποτυπώνει ακριβώς όσα ένιωσα εκείνη την ημέρα. «Πρωινό της 23ης Απριλίου 2003. Μια συνηθισμένη εργάσιμη μέρα. Βρίσκομαι στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Είχε προηγηθεί η εξαγγελία του Ραούφ Ντενκτάς ότι οι Ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να περάσουν στις κατεχόμενες περιοχές.
Η εικόνα που αντικρίζω θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μου. Χιλιάδες Ελληνοκύπριοι, πρόσφυγες και μη, περιμένουν υπομονετικά να περάσουν απέναντι. Να δουν την κατεχόμενη πατρίδα τους. Να μυρίσουν τον αέρα, να αγγίξουν το χώμα, να περπατήσουν στη γη όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Σαστίζω. Για αρκετή ώρα προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει. Και τότε αρχίζει ένας εσωτερικός μονόλογος.
Αυτό πρέπει να καταγραφεί. Πρέπει να φωτογραφηθεί. Δεν πρέπει να χαθεί. Πρέπει να μείνει. Θέλω να μείνει. Για να το θυμόμαστε εμείς και να το γνωρίσουν οι επόμενες γενιές. Εδώ γράφεται ιστορία. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μέσα μου τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη: «Όλοι έχουμε χρέος προς την πατρίδα, χρέος στην κοινωνία, χρέος στους ανθρώπους που έζησαν πριν από εμάς.» Τότε κατάλαβα πραγματικά τι εννοούσε. Δεν ήταν πια μια φράση που είχα διαβάσει. Ήταν ένα βίωμα. Ένιωθα ότι κι εγώ όφειλα να αφήσω τη δική μου μαρτυρία για αυτή την ιστορική στιγμή».
— Ο τίτλος Visitors in Their Land μοιάζει σχεδόν ποιητικός, αλλά περιγράφει μια σκληρή πραγματικότητα. Πότε αισθανθήκατε ότι οι άνθρωποι που φωτογραφίζατε ήταν πραγματικά «επισκέπτες» στον ίδιο τους τον τόπο;
Ακριβώς αυτό που δηλώνει ο τίτλος. Είναι ένα οξύμωρο, αλλά ταυτόχρονα η ίδια η πραγματικότητα. Οι Ελληνοκύπριοι μπορούσαν πλέον να περάσουν στις κατεχόμενες περιοχές, να δουν τα σπίτια τους, τα χωριά τους, τις εκκλησίες τους, τις γειτονιές όπου μεγάλωσαν. Όμως, στο τέλος της ημέρας, έπρεπε να επιστρέψουν στις ελεύθερες περιοχές. Μπορούσαν να δουν τον τόπο τους, αλλά όχι να ζήσουν σε αυτόν. Ήταν επισκέπτες στη δική τους γη.
— Πώς πλησιάζει κανείς έναν άνθρωπο που, λίγα λεπτά πριν, έχει ξαναδεί το σπίτι του ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια;
Παραδόξως, δεν συνάντησα δυσκολίες. Αντίθετα, οι περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν να φωτογραφηθεί αυτή η ιστορική στιγμή. Ένιωθαν ότι δεν κατέγραφα μόνο τους ίδιους, αλλά ένα κομμάτι της ιστορίας της Κύπρου. Υπήρχε η ελπίδα πως, αν αυτές οι εικόνες έβγαιναν προς τα έξω και γίνονταν γνωστές διεθνώς, θα βοηθούσαν να γίνει περισσότερο κατανοητό το κυπριακό ζήτημα και ο αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδας μας. Για μένα, η παρουσία της φωτογραφικής μηχανής δεν λειτούργησε ποτέ ως εμπόδιο. Εκείνες τις ημέρες όλοι αντιλαμβάνονταν ότι αυτό που συνέβαινε έπρεπε να μείνει ως μαρτυρία.
— Αν αφαιρούσατε όλες τις λεζάντες από το έργο, ποιο συναίσθημα πιστεύετε ότι θα διάβαζε πρώτα ο θεατής στις φωτογραφίες σας;
Η απώλεια και η μνήμη είναι παρούσες σχεδόν σε κάθε φωτογραφία. Είναι στοιχεία αξεχώριστα. Όσο για την ελπίδα... σήμερα δυσκολεύομαι να μιλήσω γι' αυτήν με τον ίδιο τρόπο που ίσως θα μιλούσα πριν από είκοσι χρόνια. Ύστερα από πενήντα και πλέον χρόνια κατοχής, οι προσδοκίες έχουν περιοριστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτείσαι από τη μνήμη ή τη διεκδίκηση. Σημαίνει απλώς ότι ο χρόνος αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα.
«Δεν είναι εύκολο να βλέπεις έναν ξένο να ζει στο σπίτι σου».
— Υπήρξε στιγμή που χρειάστηκε να χαμηλώσετε τη μηχανή γιατί ο άνθρωπος μπροστά σας ήταν σημαντικότερος από τη φωτογραφία;
Υπήρξαν πολλές. Μία όμως δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Συνόδευσα ένα συγγενικό μου πρόσωπο στο σπίτι όπου είχε μεγαλώσει, στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Καθώς πλησιάζαμε στη γειτονιά και το σπίτι άρχισε να φαίνεται από μακριά, είδα να αρχίζει να τρέμει. Ήταν ένα κράμα συγκίνησης, αγωνίας και φόβου. Φόβου για το τι θα αντίκριζε ύστερα από τόσα χρόνια.
Τελικά, η Τουρκοκύπρια που κατοικούσε εκεί μάς υποδέχθηκε με ευγένεια και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού για να μπορέσουμε να το δούμε. Ήταν μια ανθρώπινη στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Όμως, όσο ανθρώπινη κι αν ήταν η υποδοχή, δεν είναι εύκολο να βλέπεις έναν ξένο να κατοικεί στο σπίτι όπου γεννήθηκες ή μεγάλωσες. Είναι μια εμπειρία που δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
— Οι άνθρωποι εκείνων των ημερών κοιτούσαν περισσότερο τα σπίτια τους ή τον φακό σας;
Δεν ένιωσα ποτέ ότι παρεμβαίνω σε μια προσωπική στιγμή. Οι περισσότεροι ήθελαν αυτές οι εικόνες να υπάρχουν. Ήθελαν να καταγραφούν όσα ζούσαν, όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για τις επόμενες γενιές. Πίστευαν ότι η φωτογραφία μπορούσε να λειτουργήσει ως απόδειξη, ως μαρτυρία και ως ιστορική μνήμη.
— Σε αυτό το έργο οι πρωταγωνιστές είναι οι άνθρωποι ή οι τόποι; Μπορεί ένα άδειο σπίτι να αφηγηθεί μια ιστορία εξίσου δυνατά με ένα ανθρώπινο πρόσωπο;
Ο ίδιος ο χώρος είναι ο φορέας της μνήμης. Αυτό συμβαίνει σε κάθε κοινωνία. Οι τόποι κρατούν μέσα τους τις ιστορίες των ανθρώπων. Στην Κύπρο, όμως, η σχέση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη, γιατί επιστρέφεις γνωρίζοντας ότι σε λίγο θα πρέπει να φύγεις ξανά. Έχεις περιορισμένο χρόνο. Ξέρεις ότι η επίσκεψή σου τελειώνει. Και όλες οι αναμνήσεις μένουν εκεί, στον τόπο όπου γεννήθηκαν. Μέχρι την επόμενη φορά.
— Οι συναντήσεις σας με Τουρκοκύπριους και εποίκους άλλαξαν έστω και λίγο τον τρόπο με τον οποίο βλέπατε το κυπριακό ζήτημα;
Συνάντησα και Τουρκοκύπριους και εποίκους. Συζήτησα μαζί τους πολλές φορές. Οι περισσότεροι ήταν απλοί άνθρωποι του μεροκάματου. Οι Τουρκοκύπριοι καταλάβαιναν τον πόνο των Ελληνοκυπρίων. Μου έλεγαν ότι ήθελαν κι εκείνοι μια δίκαιη λύση, ώστε όλοι να μπορούν να ζουν ειρηνικά στο νησί. Ταυτόχρονα, όμως, παραδέχονταν ότι οι εξελίξεις δεν εξαρτώνταν από τους ίδιους, αλλά από τις πολιτικές αποφάσεις της Τουρκίας.
Οι έποικοι, από την άλλη, έδιναν συχνά την εντύπωση ανθρώπων που είχαν βρεθεί στην Κύπρο χωρίς να γνωρίζουν πραγματικά την ιστορία του τόπου. Οι περισσότεροι είχαν έρθει από φτωχές περιοχές της Ανατολίας, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Θυμάμαι επίσης ότι αρκετοί Τουρκοκύπριοι τόνιζαν πως δεν αισθάνονταν ότι είχαν κοινά στοιχεία με τους εποίκους — ούτε πολιτισμικά, ούτε κοινωνικά, ούτε ως προς τον τρόπο ζωής τους. Αυτές οι συναντήσεις μού υπενθύμιζαν ότι, πίσω από κάθε μεγάλη ιστορία, υπάρχουν πάντα άνθρωποι. Και η φωτογραφία οφείλει να μην το ξεχνά ποτέ.
— Όταν φωτογραφίζατε, αισθανόσασταν ότι δημιουργούσατε ένα καλλιτεχνικό έργο ή ότι καταγράφατε ένα κομμάτι της ιστορίας;
Εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόμουν ότι δημιουργούσα ένα καλλιτεχνικό έργο. Η μόνη μου έγνοια ήταν να καταγράψω μια ιστορική στιγμή που ένιωθα πως δεν έπρεπε να χαθεί. Αυτός είναι, άλλωστε, ο πυρήνας της φωτογραφίας ντοκουμέντου: να καταγράφει την πραγματικότητα με ειλικρίνεια, ώστε με το πέρασμα του χρόνου να αποκτά ιστορική αξία, χωρίς ποτέ να χάνει το ανθρώπινο στοιχείο και τη βιωματική δύναμη κάθε εικόνας.
Ίσως γι' αυτό πιστεύω ότι η φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα και ως ιστορικό τεκμήριο και ως καλλιτεχνική έκφραση. Όταν ξεκινάς με μοναδικό στόχο να διασώσεις μια αλήθεια, η ίδια η ζωή είναι αυτή που δίνει τελικά στις εικόνες τη διαχρονική τους αξία. Η φωτογραφία δεν δείχνει μόνο αυτό που βλέπουμε ή αυτό που συνέβη. Κουβαλά και όσα θυμόμαστε, όσα αισθανόμαστε και, κυρίως, όσα δεν πρέπει να ξεχαστούν.
— Περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά τις εικόνες του 2003–2004, πώς βλέπετε σήμερα το έργο αυτό; Έχει αποκτήσει διαφορετική σημασία με την πάροδο του χρόνου;
Είμαι πεπεισμένος ότι όσο περνά ο χρόνος, το έργο «Επισκέπτες στη Γη τους» αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ιστορική αξία. Δεν είναι πλέον μόνο μια φωτογραφική δουλειά. Είναι ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο μιας ιστορικής περιόδου, που καταγράφει την καταστροφή, τη λεηλασία και τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974 στη μισή Κύπρο.
Παράλληλα, θεωρώ πολύ σημαντικό ότι μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή γνώσης για τις νεότερες γενιές. Οι νέοι που δεν έζησαν τα γεγονότα έχουν ανάγκη από τεκμήρια που να τους βοηθούν να κατανοήσουν την ιστορία του τόπου τους. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που με συγκινεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι το λεύκωμα έχει βρει τη θέση του σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες της δημόσιας και μέσης εκπαίδευσης της Κύπρου, καθώς και στα πανεπιστήμια. Εκεί αισθάνομαι πως ο σκοπός του έργου συνεχίζει να υπηρετείται.
— Αν μπορούσατε να προσθέσετε σήμερα μία ακόμη φωτογραφία στο Visitors in Their Land, ποια θα ήταν;
Θα ήταν μια φωτογραφία των γονιών μου να επισκέπτονται τα κατεχόμενα. Δεν είναι πρόσφυγες, όμως ανήκουν στους λίγους Κυπρίους που δεν αισθάνονται ότι μπορούν να περάσουν απέναντι υπό αυτές τις συνθήκες. Για πολλά χρόνια δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά βίωναν κι εκείνοι αυτή την πραγματικότητα. Όταν το κατάλαβα, αντιλήφθηκα ότι η κατοχή δεν αφορά μόνο όσους έχασαν το σπίτι τους. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Ίσως γι' αυτό το λεύκωμα είναι αφιερωμένο στους γονείς μου.
— Ποιο μήνυμα θα θέλατε να λάβει ένας νέος άνθρωπος που δεν έζησε τα γεγονότα του 1974 και βλέπει αυτές τις φωτογραφίες για πρώτη φορά;
Θα ήθελα να καταλάβει ότι η ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό. Ότι αφορά και τη δική του ζωή. Θα ήθελα να αισθανθεί πως έχει ευθύνη να γνωρίζει την ιστορία του τόπου του και να διατηρεί ζωντανή τη συλλογική μνήμη. Κάθε γενιά καλείται να συμβάλει, από το δικό της μετερίζι, ώστε να μη χαθεί η ιστορική συνείδηση και η διεκδίκηση της δικαιοσύνης.
— Πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο του φωτογράφου όταν καταγράφει τραυματικές συλλογικές μνήμες; Είναι παρατηρητής, μάρτυρας ή κάτι περισσότερο;
Είναι όλα αυτά μαζί. Ο φωτογράφος παρατηρεί, καταγράφει και γίνεται μάρτυρας της εποχής του. Ταυτόχρονα, όμως, μέσα από τη φωτογραφία ενημερώνει, αφηγείται και διασώζει τη μνήμη. Αν το έργο μου έχει συμβάλει, έστω και λίγο, στο να γίνει περισσότερο γνωστή η ιστορία αυτού του τόπου και να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των γεγονότων, τότε αισθάνομαι ότι έχω προσφέρει το δικό μου μικρό λιθαράκι.
— Ως Κύπριος φωτογράφος, πόσο δύσκολο ήταν να διαχωρίσετε το προσωπικό συναίσθημα από την ανάγκη για ψύχραιμη καταγραφή;
Θα περίμενε κανείς ότι αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο δίλημμα. Κι όμως, δεν το βίωσα έτσι. Το πάθος μου να καταγράψω εκείνη την ιστορική στιγμή ήταν τόσο έντονο, ώστε δεν άφηνε χώρο για εσωτερικές συγκρούσεις. Βρισκόμουν διαρκώς σε εγρήγορση. Οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη με τέτοια ταχύτητα, που το μυαλό και το βλέμμα μου ήταν απόλυτα προσηλωμένα στην καταγραφή. Όταν ξαναδιαβάζω σήμερα το κείμενο που έγραψα για εκείνη την πρώτη ημέρα στο Λήδρα Πάλας, καταλαβαίνω καλύτερα και τη δική μου ψυχική κατάσταση εκείνες τις ώρες.
— Υπήρξε κάποια φωτογραφία από το έργο «Visitors in Their Land» που επιλέξατε συνειδητά να μη δημοσιεύσετε, γιατί θεωρήσατε ότι παραβίαζε μια ιδιαίτερα προσωπική στιγμή;
Στο συγκεκριμένο έργο όχι. Από την πρώτη στιγμή αισθανόμουν ότι οι άνθρωποι που φωτογράφιζα ήθελαν να καταγραφεί αυτό που ζούσαν. Δεν ένιωσα ποτέ ότι παραβίαζα μια προσωπική στιγμή. Σε άλλα φωτογραφικά μου έργα, όμως, υπήρξαν εικόνες που επέλεξα να μη δημοσιεύσω. Πιστεύω ότι υπάρχουν στιγμές όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια έχει μεγαλύτερη αξία από οποιαδήποτε, όσο δυνατή κι αν είναι, φωτογραφία.
— Αν ξεκινούσατε σήμερα το ίδιο έργο, τι θα κάνατε διαφορετικά;
Ειλικρινά, τίποτα. Θα το δούλευα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ίσως να είχα καλύτερο φωτογραφικό εξοπλισμό ή περισσότερη εμπειρία, όμως ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισα τους ανθρώπους και το ίδιο το γεγονός θα παρέμενε ο ίδιος. Δεν θα άλλαζα ούτε τη ματιά ούτε την πρόθεση.
Η φωτογραφία δεν αλλάζει την ιστορία. Τη διασώζει
Περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά τις πρώτες εκείνες εικόνες, το Visitors in Their Land – Επισκέπτες στη Γη τους εξακολουθεί να λειτουργεί όχι μόνο ως φωτογραφικό έργο αλλά και ως ιστορική μαρτυρία. Οι άνθρωποι που εμφανίζονται στις φωτογραφίες έχουν πλέον μεγαλώσει. Κάποιοι δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Τα παιδιά που τότε κρατούσαν το χέρι των γονιών τους είναι σήμερα ενήλικες. Ο χρόνος πέρασε. Οι εικόνες, όμως, έμειναν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη της φωτογραφίας: να αντιστέκεται στη λήθη.
→ Ο Ανίκητος Χατζηχαραλάμπους γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1966. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Μάρκετινγκ του ΤΕΙ Αθηνών και κάτοχος διπλώματος Travel and Tourism του London City College. Αυτοδίδακτος φωτογράφος, ξεκίνησε να ασχολείται συστηματικά με τη φωτογραφία σε ηλικία τριάντα ετών. Από το 1998 έως το 2023 εργάστηκε ως εικονολήπτης σε τηλεοπτικό σταθμό της Κύπρου, όπου καλλιέργησε παράλληλα το ενδιαφέρον του για τη φωτοδημοσιογραφία. Σήμερα εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας φωτογράφος με έδρα την Κύπρο και την Αθήνα. Η δουλειά του κινείται κυρίως ανάμεσα στη street photography και τη documentary photography, με σταθερό επίκεντρο τον άνθρωπο, τη συλλογική μνήμη και τις κοινωνικές μεταβολές.
Καθοριστική για την πορεία του υπήρξε η συνεργασία του, από το 2000, με τη μη κυβερνητική οργάνωση Γιατροί του Κόσμου – Κύπρος (μετέπειτα Εθελοντές Γιατροί – Κύπρος). Συμμετείχε σε ανθρωπιστικές αποστολές στη Γάζα (2000), στο Ιράκ (2003), στη Ρουμανία (2007), στη Σρι Λάνκα (2008), στην Ινδονησία (2009) και στην Κένυα (2016). Οι εμπειρίες αυτές επηρέασαν βαθιά τη φωτογραφική του ματιά πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την απώλεια, τη μνήμη και την ανθεκτικότητα.
Έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις και φωτογραφικές εκδόσεις, μεταξύ των οποίων το λεύκωμα «Γάζα, Γκρίζα Πολιτεία», που εκδόθηκε το 2002 από τους Γιατρούς του Κόσμου – Κύπρος.
Τον Σεπτέμβριο του 2004 παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση, «Επισκέπτες στη Γη τους», αφιερωμένη στις πρώτες επιστροφές των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα μετά τη διάνοιξη του οδοφράγματος του Λήδρα Πάλας στις 23 Απριλίου 2003. Το 2008 κυκλοφόρησε το ομώνυμο φωτογραφικό λεύκωμα, το οποίο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φωτογραφικές καταγραφές αυτής της ιστορικής περιόδου. Το 2022 παρουσίασε το δεύτερο προσωπικό του λεύκωμα, Above the Fences, ένα ιδιαίτερα προσωπικό έργο αφιερωμένο στην κόρη του Άννα και στον κόσμο της καλλιτεχνικής ιππασίας.
Το 2024 παρουσίασε την ατομική έκθεση και το τρίτο προσωπικό του λεύκωμα, «Μαρί», με θέμα τις μαζικές διαμαρτυρίες των Κυπρίων πολιτών μετά τη φονική έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, τον Ιούλιο του 2011. Έργα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά, εφημερίδες και φωτογραφικές εκδόσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ενώ συνεχίζει να εργάζεται πάνω σε μακροχρόνια φωτογραφικά πρότζεκτ που εξερευνούν τη σχέση του ανθρώπου με τη μνήμη, τον τόπο και την ιστορία.