Μουσικη

Ντόλι Πάρτον 1946–2026: To μικρό κορίτσι από το Τενεσί που έγινε παγκόσμιο ποπ σύμβολο

Από μια καλύβα στα Smoky Mountains στην κορυφή της country, από την Jolene στο Dollywood και την Imagination Library
Τάνια Σκραπαλιώρη
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από μια φτωχική καλύβα στα Smoky Mountains στη μουσική κορυφή, η Ντόλι Πάρτον έφτιαξε έναν ολόκληρο, κατάδικό της κόσμο με τραγούδια, στιλ και ατάκες ξεπερνώντας όσο λίγες, ίσως και καμία, τα όρια ενός αστεριού της country

Το 2004 η Ντόλι Πάρτον έλεγε σε μια συνέντευξή της ότι δεν επρόκειτο ποτέ να συνταξιοδοτηθεί και πως, αν μπορούσε να διαλέξει, θα ήθελε να πεθάνει κάποτε την ώρα που θα τραγουδούσε ένα υπέροχο τραγούδι ή θα βρισκόταν στη μέση κάποιου σπουδαίου πράγματος. Φυσικό κι επόμενο για μια γυναίκα, για μια προσωπικότητα όπως η Ντόλι Πάρτον να μοιραστεί το όνειρο του ιδανικού θανάτου για μια πρωτοπόρο καλλιτέχνιδα – εργάτη, ωστόσο τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Η Ντόλι Πάρτον πέθανε την Τρίτη 25 Αυγούστου στο Nashville, σε ηλικία 80 ετών, ήσυχα σύμφωνα με εκπρόσωπο της οικογένειας, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί το ακριβές αίτιο θανάτου. Πρόσφατα είχε ανακοινώσει ότι αντιμετώπιζε κάποια θέματα υγείας, τη φροντίδα των οποίων είχε παραμελήσει ενώ παράλληλα είχε ακυρώσει το residency της στο Las Vegas και άλλες προγραμματισμένες δημόσιες εμφανίσεις. Παρ’ όλα αυτά όμως επέμενε πάντα στις δηλώσεις της ότι είχε ακόμα πολλά πράγματα που ήθελε να κάνει. Τι πιο σύνηθες να συμβεί για μια γυναίκα που αν της ζητούσες να περιγράψει τον εαυτό της θα απαντούσε με την ατάκα «a workhorse that looks like a showhorse” – ή κάτι συναφές.

Ο θρύλος λέει ότι η Ντόλι Πάρτον βγήκε από την κοιλιά της μητέρας της κλαίγοντας σε Ρε – έναν τόνο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της country και της ακουστικής κιθάρας γενικότερα. Η ατάκα -κομμένη και ραμμένη κι αυτή για το ανεκδοτολογικό οπλοστάσιο που περιβάλλει μια περσόνα όπως η Ντόλι Πάρτον- αποδίδεται στον γιατρό Robert F. Thomas που την ξεγέννησε στην καλύβα της οικογένειας στα Smoky Mountains και αν πράγματι ειπώθηκε αυτό μάλλον έγινε αργότερα όταν η Dolly είχε ήδη δείξει τα πρώτα δείγματα του σπάνιου ταλέντου της. Όπως και να έχει αυτό το ακριβές αστείο που σβήνει τα όρια του μεταξύ του μύθου και της πραγματικότητας είναι η καλύτερη ίσως εισαγωγή στη ζωή ενός κοριτσιού που έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη country superstar των καιρών πλάθοντας τη ζωή της στον προσωπικό της μύθο, με βασικό συστατικό την αλήθεια.

Ντόλι Πάρτον: Η ζωή, ο μύθος και τα τραγούδια μιας γυναίκας που δεν συμβιβάστηκε ποτέ

Το μικρό κορίτσι από το Ανατολικό Τενεσί

Η Dolly Rebecca Parton γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1946 σε μια μονόχωρη καλύβα στις όχθες του ποταμού Little Pigeon στα Smoky Mountains του Tennessee. Μεγάλωσε ως το τέταρτο από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας Πάρτον, σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, τις οποίες άλλωστε η ίδια ποτέ δεν έκρυψε. Ο πατέρας της Robert Lee Parton, «αγράμματος» αλλά πανέξυπνος σύμφωνα με την κόρη του δούλευε σε χωράφια και οικοδομές εξασκώντας το επιχειρηματικό δαιμόνιό του όσο μπορούσε με τους περιορισμένους πόρους που διέθετε προκειμένου να προσφέρει μια καλύτερη ζωή στην οικογένειά του. Η μητέρα της Avie Lee Owen γαλουχούσε τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας με παλιές μπαλάντες, εκκλησιαστικούς ύμνους και ιστορίες Ιρλανδών και Σκοτσέζων προγόνων – το πρώτο βάπτισμα της Ντόλι όχι μόνο και στο τραγούδι αλλά και στην αφήγηση, στην ιστορία ως πρωταρχικό συστατικό ενός καλού τραγουδιού.

Η μικρή Ντόλι έπαιζε κιθάρα από παιδί, τραγουδούσε στην εκκλησία και ξεκίνησε να ακούγεται στο τοπικό ραδιόφωνο στο ανατολικό Τενεσί από πολύ μικρή ηλικία. Σε ηλικία 13 ετών ηχογράφησε το single “Puppy Love” σε μια μικρή ετικέτα της Λουιζιάνα και βρέθηκε στη σκηνή του Grand Ole Opry, της εμβληματικής live country ραδιοφωνικής εκπομπής με τον Johnny Cash να τη συστήνει ως το «μικρό κορίτσι από το Ανατολικό Τενεσί».

Όταν τελείωσε το σχολείο μετακόμισε στο Nashville, κυνηγώντας τη θέση της στο όνειρο της κραταιής μηχανής της country. Σημείωσε άμεσα επιτυχία ως songwriter, σε συνεργασία με το συνθετικό της ταίρι, τον θείο της Bill Owens, σκοράροντας συχνά – πυκνά στα charts – μεταξύ άλλων και δύο Top 10 hits για τον γνωστό μουσικό της country Bill Phillips. Με τον θείο της θα ιδρύσει ήδη από την ηλικία των 20 ετών και τη δικιά της εταιρεία publishing για τη διαχείριση των δικαιωμάτων τους επί των τραγουδιών τους, έχοντας ήδη καταλάβει με την οξυδέρκεια που πάντα τη χαρακτήριζε ότι η καλλιτεχνική της εξουσία μπορεί να ξεκινούσε από την πένα και το μικρόφωνο αλλά θα κρατούσε όσο ένα τραγούδι αν δεν θωρακιζόταν με τα πνευματικά της δικαιώματα επί αυτού. Πώς να μην την κάνει μερικές δεκαετίες αργότερα αφίσα στο νεανικό της δωμάτιο η Τέιλορ Σουίφτ;

Το 1967 η Ντόλι ήταν πια 21 ετών και έκανε τα πρώτα της βήματα στο τραγούδι έχοντας ένα πρώτο συμβόλαιο με τη Monument Records και προσπαθούσε να περάσει ως τραγουδίστρια της bubblegum pop -όπως την είχαν λανσάρει αρχικά- στην «αληθινή» country με το ντεμπούτο album της “Hello, I’m Dolly”. Κάπου εκεί τραβάει το σωστό βλέμμα και αυτί, αυτό του ήδη μεγάλου στα country χρονικά της εποχής Porter Wagoner ο οποίος της προσφέρει μια θέση στο εβδομαδιαίο τηλεοπτικό του πρόγραμμα “The Porter Wagoner Show” και στο περιοδεύον show του. Η συνεργασία τους θα κρατήσει χρόνια, θα αποδώσει 14 ντουέτα που θα μπουν στο απαιτητικό Top 10 της country, βραβεία και διακρίσεις και ουσιαστικά θα της ανοίξει την πόρτα της RCA.

Ωστόσο το μικρό κορίτσι από το Τενεσί ήταν φτιαγμένο για μεγάλα, solo πράγματα και αυτό ήταν κάτι που το ήξεραν και οι δύο. Ο Wagoner στήριξε αρχικά πολύ την προσπάθεια της Ντόλι Πάρτον να φτιάξει το δικό της αυτόνομο όνομα καθοδηγώντας τις πρώτες της solo κινήσεις. Πολύ σύντομα η solo επιτυχία της Ντόλι Πάρτον ξεκίνησε να ξεφεύγει από την σε κάθε περίπτωση πολύ μεγάλη επιτυχία των ντουέτων της με τον Port Wagoner με σημαία το θρυλικό “Jolene” που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1973, χτυπώντας άμεσα την κορυφή του country chart ενώ δύο χρόνια αργότερα πέταξε πάνω από τον Ατλαντικό για να κάνει επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο – η πρώτη γνωριμία της Ντόλι Πάρτον με τα βρετανικά charts με το ρούχο μιας μεγάλης, διαχρονικής επιτυχίας.

I Will Always Love You

Το 1974 επίσης η Ντόλι Πάρτον αποφασίζει να κάνει αφήσει το show του Port Wagoner και τραγουδάνε το τελευταίο τους ντουέτο τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, διατηρώντας ωστόσο πολύ καλές σχέσεις. Το αστέρι της Ντόλι Πάρτον οδεύει προς το πρώτο ζενίθ του με το τραγούδι “I Will Always Love You” ένα ερωτικό τραγούδι που δεν ήταν ακριβώς τέτοιο, ένα τραγούδι που γράφει η Ντόλι Πάρτον ως ιδιότυπη επιστολή παραίτησης από το σχήμα του Wagoner.

Το τραγούδι γίνεται και αυτό νούμερο 1 στο country chart και τραβάει το ενδιαφέρον του Elvis Presley -γνωστού για το μάτι και το αυτί του σε κάτι τέτοια- ο οποίος θέλησε να το ηχογραφήσει. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ο manager του Presley, «συνταγματάρχης» Tom Parker ζήτησε το συνηθισμένο “Elvis tax”, δηλαδή τα μισά δικαιώματα του τραγουδιού. Η Ντόλι Πάρτον αρνείται – όχι εύκολα αφού όπως διηγήθηκε αργότερα, πέρασε τη νύχτα της απόφασης κλαίγοντας- αλλά αρνείται. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα παρέδιδε τα όπλα ενός από τα καλύτερα τραγούδια που θα έγραφε ποτέ απλώς επειδή στην άλλη πλευρά του τραπεζιού καθόταν ο «Βασιλιάς» και ο «Συνταγματάρχης» του.

Η ιστορία φυσικά θα τη δικαιώσει και με το παραπάνω όταν σχεδόν είκοσι χρόνια μετά η μαγική φωνή της Whitney Houston θα υψώσει το τραγούδι στη δύναμη της κορυφαίας ίσως μπαλάντας στην ιστορία της pop. Το «όχι» της Ντόλι Πάρτον στον Elvis Presley διά του Tom Parker θα αποκτήσει έτσι μυθικές οικονομικές διαστάσεις με την ίδια να αστειεύεται αργότερα ότι η εκτέλεση της Whitney Houston της απέφερε αρκετά χρήματα για να «αγοράσει την Graceland». Ενώ σε όσους νόμιζαν ότι το “I Will Always Love You” ήταν της Whitney Houston απαντούσε αφοπλιστικά με το αιώνιο χιούμορ της: “She can have the credit. I’ll just take the cash”. Τα μετρητά που θα πλήρωναν για το ταλέντο αλλά και την συγκρότηση μιας γυναίκας γεμάτης καλλιτεχνική και επαγγελματική αυτοπεποίθηση που ήξερε εξαρχής τι είχε στα χέρια της και τι άξιζε αυτό.

Love at First Sight: Ο Carl και η Jolene

Την πρώτη κιόλας ημέρα που έφτασε στο Nashville η δεκαοκτάχρονη τότε Dolly γνώρισε έξω από ένα πλυντήριο τον Carl Dean, έναν νεαρό εργολάβο ασφαλτοστρώσεων. Ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά, παντρεύτηκαν δύο χρόνια αργότερα και έμειναν μαζί μέχρι τον πρόσφατο θάνατό του. Παρότι εκείνη πέρασε έξι δεκαετίες ως μια από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες του πλανήτη εκείνος κατάφερε με αξιοσημείωτη επιτυχία να περάσει κάτω από τα ραντάρ της δημοσιότητας, δείχνοντας μηδενικό ενδιαφέρον για τη show business και παραμένοντας συστηματικά εκτός της «Dolly» universe πλευράς της ζωής της συζύγου του.

Και όμως ο Carl βρέθηκε στο κέντρο ενός από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του εικοστού αιώνα αιώνα όταν μια όμορφη κοκκινομάλλα τραπεζική υπάλληλος φλέρταρε, σύμφωνα με την Dolly, λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε με τον σύζυγό της προσφέροντας τη βάση της έμπνευσης για το “Jolene” - μία από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές καλλιτεχνικής σκηνές ερωτικής αντιζηλίας στην ιστορία της pop και της country. Μισό αιώνα μετά το κομμάτι έχει περάσει από εκατοντάδες φωνές, κάποιες εκ των οποίων κάτι παραπάνω από αναγνωρίσιμες: από τους White Stripes μέχρι τη Μάιλι Σάιρους και από εκεί στη Μπιγιονσέ στο πολυσυζητημένο της country εγχείρημα “Cowboy Carter”. Μια άριστη απόδειξη της τραγουδοποιίας της Ντόλι Πάρτον η οποία συχνά λειτουργούσε σαν μια μήτρα «λαϊκών» pop standards. Τραγουδιών – ιστοριών που πάντα μπορούν να περιμένουν τον επόμενο αφηγητή για να τα πει με τον τρόπο του.

Ο Carl Dean πέθανε τον Μάρτιο του 2025 έπειτα από σχεδόν εξήντα χρόνια γάμου και η Dolly - η οποία σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις της παραμέλησε τον εαυτό και την υγεία της για να τον φροντίσει - δεν έκρυψε στιγμή ότι η απώλεια αυτή θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη στη διαχείρισή της. Δήλωσε ότι έπρεπε να μάθει να κάνει «νέα σχέδια» για το πώς θα ζούσε από εδώ και πέρα, έγραψε το “If You Hadn’t Been There” για τον Carl και συνέχισε να δουλεύει – όσο της επέτρεψαν τα δικά της προβλήματα. Δεκαεπτά μήνες αργότερα έφυγε κι εκείνη.

It costs a lot of money to look this cheap

Παράλληλα με την συνθετική ευφυΐα και την ανάπτυξη της τραγουδιστικής της φύσης η Ντόλι Πάρτον ήταν από τις πρώτες σύγχρονες stars που αντιλήφθηκε την εικόνα της ως artwork, ως έναν καμβά πάνω στον οποίο θα κεντούσε έναν χαρακτήρα, στον οποίο επένδυσε μεγάλες ποσότητες του εγγενούς χιούμορ της. Περούκες που έβαζαν δύσκολα στη βαρύτητα, στρας, τακούνια, μακιγιάζ και μανικιούρ στα κόκκινα, μια σπουδή στην υπερβολή χτισμένη πάνω στα “tramp” και “trash” πρότυπα των τόπων της, για τα οποία η μικρή Dolly ένιωθε έλξη κόντρα σε ό,τι έλεγε ο κόσμος.

“It costs a lot of money to look this cheap” έλεγε η ίδια και το αστείο πάντα δούλευε γιατί η ίδια η Dolly το έκανε τρόπο ζωής και στιλ, προλαβαίνοντας στην στροφή οποιονδήποτε ήθελε να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε αστείο για «χαζή ξανθιά» ή επιχείρημα περί «κακής» αισθητικής εναντίον της. Απολαυστικά αυτοσαρκαστική μπορούσε να πάρει μέρος σε drag Ντόλι Πάρτον διαγωνισμό και να χάσει (true story) και να κεντρίσει με χίλιους πιθανούς τρόπους με τα «κιτς» βέλη της τα πλευρά της σοβαροφανούς Αμερικής διαμορφώνοντας τελικά ένα αξιοσέβαστο κεφάλαιο καλώς εννοούμενης προσωπικής και καλλιτεχνικής εξουσίας.

Χωρίς η ίδια να κάνει ποτέ τη στάση της φεμινιστική παντιέρα -για την ακρίβεια μάλλον αισθανόταν περίεργα όταν της αποδιδόταν από τρίτους ο σχετικός τίτλος- ο τρόπος που έζησε τη ζωή της είναι το πιο ζωντανό τεκμήριο για το πώς άνοιξε δρόμους αυτοδιάθεσης μέσα σε μια (ακόμα) ανδροκρατούμενη βιομηχανία. Και όταν το 1980 συμπλήρωσε μαζί με τις Jane Fonda και Lily Tomlin το τρίο της κωμωδίας “9 to 5” -μιας κωμικής ταινίας για τις εργαζόμενες γυναίκες και την ανδρική εξουσία που πλημμυρίζει τα γραφεία όλα έμοιαζαν για μια ακόμη φορά οργανικά σωστά. Όπως άλλωστε και το ανθεμικό τραγούδι των τίτλων που έγραψε η ίδια, με τον ρυθμό του τραγουδιού να ξεκινά από τον ήχο των ακρυλικών νυχιών της που χτυπούσαν μεταξύ τους σαν γραφομηχανή και να γίνεται ύμνος για γενιές εργαζόμενων κοριτσιών κάτω από τη σκιά του αμερικανικού ονείρου.

Welcome to Dollywood: Το αμερικανικό όνειρο της Ντόλι Πάρτον

Μια γυναίκα – σύμβολο όπως η Ντόλι Πάρτον δύσκολα θα σταματούσε στα σύνορα της τέχνης της. Τιμώντας τις ρίζες και τις καταβολές της επέστρεψε στον τόπο της -από τον οποίο αρκετοί και αρκετές στις θέση της θα μπορούσαν να είχαν αποδράσει για πάντα ξορκίζοντας έτσι το φάντασμα της φτώχειας και των δύσκολων εποχών- για να δημιουργήσει ένα θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας που θα ένωνε την αφετηρία της στα Smoky Mountains με τον προορισμό της: το Hollywood και την κορυφή της μουσικής βιομηχανίας.

Ένα πάρκο που ξεκίνησε το 1961 ως Rebel Railroad περνώντας έκτοτε από διάφορες ιδιοκτησιακές και ονομαστικές αλλαγές λειτουργούσε ως Silver Dollar City όταν το 1986 η Ντόλι Πάρτον αγόρασε μερίδιο στην επιχείρηση και την μπόλιασε με το προσωπικό της όραμα που πάντρευε τα roller coasters και τις οικογενειακές ψυχαγωγικές παραδόσεις με τη μουσική, τις συναυλίες και την ανάδειξη νέων τοπικών ταλέντων. Το Silver Dollar City έγινε Dollywood βάζοντας πλώρη για ένα success story που θα σύντομα θα μετριόταν σε σημαντικές κερδοφορίες, εκατομμύρια επισκεπτών, πολλά διεθνή βραβεία και τον τίτλο της κορυφαίας τουριστικής ατραξιόν του Tennessee.

Γύρω από το Dollywood η Ντόλι Πάρτον έχτισε σταδιακά την αυτοκρατορία του προσωπικού της αμερικανικού ονείρου στο οποίο το νόημα της επιτυχίας βρίσκεται στο να επιστρέψεις έστω ένα μέρος της πίσω, εκεί απ’ όπου ξεκίνησες.

Το 1988 ιδρύει το Dollywood Foundation με καταστατικό σκοπό τον περιορισμό του αναλφαβητισμού και των σχολικών διαρροών στη γενέτειρά της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Buddy Program” που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνίστατο στην προσωπική υπόσχεση της Ντόλι Πάρτον για βραβείο 500 δολαρίων σε μαθητές που θα αποφοιτούσαν από το σχολείο μαζί με τον σχολικό “buddy” τους. Σύμφωνα με στοιχεία του ιδρύματος, το ποσοστό εγκατάλειψης του σχολείου στις τάξεις όπου εφαρμόστηκε το πρόγραμμα έπεσε από το 35% στο 6%.

Το 1995 η Ντόλι Πάρτον ιδρύει την περίφημη Imagination Library, αντλώντας έμπνευση από την ιστορία του πατέρα της, εκείνου του πανέξυπνου ανθρώπου που δεν είχε μάθει ποτέ να διαβάζει και να γράφει. Η αρχική αφοπλιστικά απλή: κάθε παιδί της κομητείας θα λάμβανε δωρεάν ένα βιβλίο κάθε μήνα, από τη γέννησή του μέχρι τα πέντε του χρόνια, ανεξαρτήτως του εισοδήματος της οικογένειάς του. Από αυτή τη μικρή γωνιά του Τενεσί η Imagination Library εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα περνώντας τα σύνορα για να φτάσει ως και στον Καναδά, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστραλία και στην Ιρλανδία, με συνολική δωρεά βιβλίων που ξεπερνάει πια τα 300 εκατομμύρια βιβλία.

Κάπως έτσι το Dollywood της Ντόλι Πάρτον έγινε η επιτομή του προσωπικού της American dream: κάτι πολύ διαφορετικό και πολλά παραπάνω από την προσωπική Disneyland μιας super star ντίβας που προορίζεται να λειτουργήσει ως βασικό κανάλι εσόδων, εισπράξεων και προσωπικού πλούτου. Ένα επιστέγασμα της προσφοράς της στον τόπο της η οποία μετριέται με χιλιάδες θέσεις εργασίας, εκατομμύρια βιβλία, εκατοντάδες ώρες ανάδειξης και επένδυσης στην τοπική κουλτούρα και τέχνες, και σε αμέτρητα μηνύματα που μπορούν να αξιοποιήσουν οι επόμενες γενιές καλλιτεχνών και όχι μόνο στο ταξίδι για το δικό τους όνειρο.

The songs are my legacy: Από την Μπιγιονσέ στην Τέιλορ Σουίφτ

Στις έξι και κάτι ψιλά δεκαετίες της καριέρας της Ντόλι Πάρτον πούλησε πάνω από 100 εκατομμύρια δίσκους, έγραψε περίπου 3.000 τραγούδια, είδε 25 singles της να φτάνουν στην κορυφή των country charts και πέρασε με τρομακτική ευκολία από την παραδοσιακή country στο pop crossover. Από το “Here You Come Again” στο “Islands in the Stream” με τον Kenny Rogers και από τα «Trio» albums με τις Emmylou Harris και Linda Ronstadt στο Hollywood, το Broadway και το Rock & Roll Hall of Fame – κι ας διαμαρτυρήθηκε αρχικά η ίδια ότι δεν είχε κάνει αρκετά «ροκ» πράγματα για να το αξίζει, φροντίζοντας να καλύψει αυτό το «χρέος» με το album “Rockstar” το 2023 και μια παρέλαση αστέρων από τον Paul McCartney και τη Debbie Harry μέχρι τον Elton John και τη Lizzo.

“The songs are my legacy” συνήθιζε να λέει η Ντόλι Πάρτον και αυτή είναι η αλήθεια – μια αλήθεια όμως που πέρα και από τους αριθμούς μετριέται στα ονόματα που ενώθηκαν στον κοινό παρονομαστή της τεράστιας επιδραστικότητας της. Η Whitney Houston βρήκε σε έναν country αποχαιρετισμό την απόλυτη soulful μπαλάντα για να σημαδέψει για πάντα με το άστρο της το pop στερέωμα. Η βαφτισιμιά Μάιλι Σάιρους μια γέφυρα ανάμεσα στην οικογενειακή country κληρονομιά και την pop ενηλικίωσή της. Η Μπιγιονσέ ένα κομμάτι του αμερικανικού μουσικού κανόνα πάνω στο οποίο θα μπορούσε να πειραματιστεί από- και ανα-δομητικά για να δοκιμάσει τα όριά της στο “Cowboy Carter”. Και φυσικά η Τέιλορ Σουίφτ – μια sui generis επίγονος που πάτησε, ακούσια ή εκούσια στα χνάρια της, ξεκινώντας κι εκείνη πριν καν κλείσει τα 20 για να κατακτήσει το Nashville και τον ήχο του, με βασικό πολεμοφόδιο τα τραγούδια της και τη δύναμη του storytelling για να διαβεί τον Ρουβίκωνα με το πέρασμα από την country των πρώτων της επιτυχιών στην καθαρόαιμη pop και το απόλυτο stardom, σε μια αντίστροφη γενεαλογική διαδρομή αυτής που είχε ακολουθήσει η Ντόλι Πάρτον σαράντα χρόνια νωρίτερα, χωρίς ωστόσο να παραδώσει στιγμή την ταυτότητα της συνθέτριας και τα δικαιώματά της στο υλικό της, κερδίζοντας τη στήριξη της ίδιας της Dolly για αυτήν της τη στάση. Η Ντόλι Πάρτον υπερασπίστηκε δημόσια τη Swift όταν αμφισβητήθηκε η ιδιότητά της ως songwriter, επιμένοντας ότι γνωρίζει πως γράφει τα τραγούδια της, και είχε επανειλημμένα δηλώσει τον θαυμασμό της για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τόσο τη μουσική όσο και την επιχειρηματική πλευρά της καριέρας της. Διόλου παράξενο που η Τέιλορ Σουίφτ πιστώνεται με έναν από τους πιο φορτισμένους αποχαιρετισμούς στην Ντόλι Πάρτον, μια γυναίκα παράδειγμα “grace and grit”, ένα πρότυπο που δείχνει στις επόμενες γενιές γυναικών ότι μπορούν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Ενδιάμεσα όλοι οι υπόλοιποι: White Stripes, Carrie Underwood, Lady Gaga και μια ολόκληρη γενιά σύγχρονων pop stars που στη δημιουργική «αυθάδεια» της Ντόλι Πάρτον διαβάζουν ένα εγχειρίδιο υγιούς pop επιτυχίας.

Ένα εγχειρίδιο που συνοψίζεται στην ιδέα ότι δεν είναι ανάγκη να συμβιβαστείς με μία και μοναδική επιλογή. Η Ντόλι Πάρτον δεν συμβιβάστηκε ποτέ, μπορούσε να ενσαρκώνει με χαρακτηριστική άνεση και χάρισμα ταυτόχρονα τις άκρες μιας ντουζίνας δίπολων. Φτωχή και πλούσια. Κιτς και λαμπερή. Country και ποπ. Θρησκευόμενη και queer icon. Sex symbol και «σοβαρή» καλλιτέχνης. Hillbilly και ευφυής επιχειρηματίας. “Dumb blonde” ή η γυναίκα που είπε όχι στον Elvis.

Στα τελευταία χρόνια της έλεγε ότι, όταν θα έκλεινε ο λογαριασμός, θα ήθελε πάνω απ’ όλα να τη θυμούνται ως καλή songwriter. “The songs are my legacy”. Τελικά θα τη θυμόμαστε για πολλά περισσότερα. Που δεν τα λες καθόλου λίγα.