Δυόμισι μέρες στη Σαντορίνη με το βλέμμα στη βιωσιμότητα των νησιών
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Μπέττυ Βακαλίδου: «Ήθελα να αλλάξω ζωή»
Μπέττυ Βακαλίδου - Συνέντευξη: Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην ταινία «Μάχη» του Ηλία Γιαννακάκη, τα παιδικά χρόνια στο αναμορφωτήριο, οι νύχτες στη Συγγρού, η Καζαμπλάνκα, οι μάχες της ζωής της.
Ιούλιος του 1965. Η Αθήνα βράζει πολιτικά και η Μπέττυ Βακαλίδου δουλεύει στη λάντζα ενός γαλακτο-ζαχαροπλαστείου στην Αγίου Κωνσταντίνου. Είναι δεκαπέντε χρονών. Έχει αφήσει πίσω της τις Φέρες του Έβρου, την οικογένεια, την κακοποίηση. Όταν περνά από μπροστά η κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα, παρατά για λίγο τη δουλειά και κοιτάζει. Η πόλη που της υποσχέθηκε ελευθερία είναι ανάστατη και φλέγεται. Η ίδια, πάντως, την έχει πάρει την απόφαση: δεν γυρίζει πίσω.
Δεκαετίες αργότερα, μια επιστροφή τη φέρνει στον πρωταγωνιστικό ρόλο της νέας ταινίας του Ηλία Γιαννακάκη, «Μάχη», που κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 5 Νοεμβρίου από την Tanweer. Η Μπέττυ Βακαλίδου μπαίνει με τα μπούνια υποδυόμενη μια γυναίκα που υπήρξε λοχαγός του Ελληνικού Στρατού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, σύζυγος και πατέρας δύο παιδιών. Ύστερα από μισό αιώνα απουσίας, επιστρέφει στην Ελλάδα και αναζητά ό,τι άφησε πίσω, περισσότερο όμως την κόρη της, της οποίας έχει πάρει το όνομα. Το παρελθόν βαραίνει κάθε συνάντηση, χωρίς να υπάρχει κανένα φλας μπακ. Απέναντί της βρίσκεται η Έλενα Τοπαλίδου στον ρόλο της κόρης και ο Γιάννης Οικονομίδης που παίζει τον γιο – ένας αινιγματικός ρόλος που τραβά την περιέργειά σου μέχρι το φινάλε. Ανάμεσα στις δύο ηρωίδες, όσα πρόλαβαν κάποτε να αγαπήσουν και όσα δεν ξέρουν πια η μία για την άλλη.
Η Μπέττυ έχει τη δική της διαδρομή. Αναμορφωτήριο, φορτηγά πλοία, λάντζα στη Νέα Υόρκη, νύχτες στη Συγγρού. Το μικρόφωνο στο Λουζιτάνια, τα βιβλία, η Καζαμπλάνκα, το σινεμά και το θέατρο. Αφηγείται αυτές τις μετακινήσεις με την ακρίβεια ανθρώπου που θυμάται πού δούλευε και γιατί έπρεπε να φύγει. Σε κάθε τόπο έπρεπε να βρει δουλειά, να σταθεί στα πόδια της, να διεκδικήσει χώρο. Και η οικογένεια παραμένει μια λέξη που δεν φέρνει υποχρεωτικά συγχώρεση.
Μιλά για την πορνεία ως όρο επιβίωσης, για την επέμβαση ως δική της απόφαση, για τους νεότερους ακτιβιστές με διάθεση να αναγνωρίσει το κέρδος ακόμη και μέσα στα λάθη. Κάποτε έγραψε στο σώμα της μια προειδοποίηση να μην εμπιστεύεται κανέναν. Η προειδοποίηση υπάρχει. Το αν την ακούει είναι άλλη ιστορία.
Δύο χρόνια πριν ανάψει η κάμερα
Η δουλειά άρχισε στο σπίτι της στον Νέο Κόσμο, με συναντήσεις κάθε Κυριακή και ένα σενάριο που άλλαζε ξανά και ξανά. Τον δεύτερο χρόνο οι συναντήσεις έγιναν δύο την εβδομάδα, ώσπου έφτασαν στις πρόβες και στον μήνα των γυρισμάτων. Η εξάντληση ήρθε μαζί με μια ασφάλεια, που η Μπέττυ αποδίδει στην υπομονή του Γιαννακάκη και στην προσοχή του συνεργείου. Πίσω από τη δωρική ερμηνεία της οθόνης, θυμάται πόσο έκλαψε στα γυρίσματα.
«Άρχισα να ζητάω εξηγήσεις για τις απορίες που προκαλούσε το σενάριο. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Ηλίας Γιαννακάκης, ήταν πάντα δίπλα μου, πρόθυμος να με καθοδηγεί και να με καθησυχάζει για όλα. Τα γυρίσματα ήταν λίγο κουραστικά –για τα 76 μου χρόνια–, αλλά όλα καλά. Ήταν πολύ ευχάριστο το κλίμα. Όλοι οι άνθρωποι του συνεργείου με πρόσεξαν πολύ, πράγμα που με έκανε να νιώσω φοβερή ασφάλεια».
Δύο παθημένοι άνθρωποι και μία «μπαμπάς»
Στην πρώτη επίσκεψη στο σπίτι της Βακαλίδου, η Τοπαλίδου πέταξε τις μπαλαρίνες της και χάζεψε τη θέα προς Λυκαβηττό, Ακρόπολη και Φιλοπάππου. Ύστερα πλησίασε την Μπέττυ, άγγιξε το πρόσωπό της και τη ρώτησε αν μπορεί να τη λέει «μπαμπά».
«Με την Έλενα δεθήκαμε πάρα πολύ, γιατί κατανοήσαμε αμέσως η μία την άλλη. Είχε διαβάσει τα βιβλία μου, αυτό βοήθησε τη μεταξύ μας σχέση. Αναγνωρίσαμε η μία στην άλλη ότι είμαστε δύο παθημένοι άνθρωποι στη ζωή. Αυτό μας ένωσε και μας έκανε να αισθανόμαστε πάρα πολύ άνετα. Ξεδίπλωσε τον χαρακτήρα της απέναντί μου, όχι μόνο στο πλαίσιο του γυρίσματος, της ταινίας, του ρόλου, αλλά και έξω από αυτά. Βρήκα πολύ χαριτωμένες τις “κραυγές” της. “Μπαμπάαα”; “Πού είναι η μπαμπάς;”. Ήταν πολύ δοτική και προστατευτική μαζί μου».
«Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Ηλίας Γιαννακάκης, ήταν πάντα δίπλα μου, πρόθυμος να με καθοδηγεί και να με καθησυχάζει για όλα. Τα γυρίσματα ήταν λίγο κουραστικά –για τα 76 μου χρόνια–, αλλά όλα καλά. Ήταν πολύ ευχάριστο το κλίμα» – Μπέττυ Βακαλίδου
Ήμουν αποφασισμένη να μη γυρίσω ποτέ πίσω
Η δική της φυγή είχε ξεκινήσει από ένα σπίτι όπου η διαφορετικότητα έφερνε ξύλο και εξευτελισμό. Στην Αθήνα έφτασε αεροπορικώς από τη Θεσσαλονίκη, τον Ιούλιο του 1965, παιδί ακόμη. Η απόσταση άνοιγε μια δυνατότητα ζωής, χωρίς να σβήνει όσα είχαν προηγηθεί.
«Ήταν μια μεγάλη πόρτα ελευθερίας. Τραυματισμένη μεν, γιατί εξαναγκάστηκα σε φυγή από το σπίτι μου και την οικογένειά μου, αλλά ήθελα να πετάξω. Ήμουν αποφασισμένη να μη γυρίσω ποτέ πίσω και δεν γύρισα.
»Η πόλη έβραζε. Φωτιές στους δρόμους, κλούβες, κυνηγητά, αστυνομίες. Εκείνες τις μέρες σκοτώσανε και τον Σωτήρη Πέτρουλα. Θυμάμαι όταν έβγαζα μεροκάματο στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου σε ένα γαλακτο-ζαχαροπλαστείο, το “Ελβετικόν”, στη λάντζα βέβαια, την ώρα που περνούσε το φέρετρο του Πέτρουλα, τα παράτησα όλα και παρακολούθησα την πομπή».
Η έξοδος από το αναμορφωτήριο
Η απόρριψη την ακολούθησε και στην Αθήνα, αφού η οικογένειά της φρόντισε να την κλείσει σε αναμορφωτήριο.
«Εκεί ξανάρχισα το σχολείο που είχα εγκαταλείψει φεύγοντας από τον Έβρο, χωρίς τελικά να καταφέρω να αποφοιτήσω. Έμεινα τρεισήμισι χρόνια και κάποια στιγμή έπρεπε να φύγω. Με έδιωχναν λόγω ηλικίας και εξαιτίας του χουντικού διευθυντή, ο οποίος ήταν πάρα πολύ αυστηρός. Αλλά δεν είχα πού να πάω. Έτσι αποφάσισα να μπαρκάρω με τα καράβια».
Πλένοντας πιάτα (και) στη Νέα Υόρκη
«Πολύ γρήγορα και μόλις το καράβι έπιασε Νέα Ορλεάνη, το έσκασα και πήγα στη Νέα Υόρκη με αεροπλάνο. Βρήκα δουλειά σε ένα ελληνικό εστιατόριο, λάντζα κι εκεί. Άρχισα να μαθαίνω αγγλικά πηγαίνοντας σε μια σχολή. Έμεινα δύο χρόνια ως παράνομος μετανάστης, παρόλα αυτά όμως είχα μια αίσθηση ελευθερίας που μου έδινε κάθε απομάκρυνση από τόπους όπου είχα υποφέρει. Κάποια βράδια που έφευγα από το εστιατόριο είχα δει κάποιες τρανς αλλά δεν σκέφτηκα τίποτα παραπάνω. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα για να ξεκαθαρίσω την εκκρεμότητα με τη στρατιωτική μου θητεία, άρχισα να ψάχνω ξανά ένα πλοίο που να πιάνει Αμερική για να το σκάσω πάλι. Ήμουν άτυχη. Και σε ένα, και σε δύο και σε τρία μπάρκα που δοκίμασα. Κανένα δεν έπιασε Αμερική και δεν μου απέμεινε πια καμία άλλη λύση, παρά μόνο η Συγγρού».
Η επιβίωση είχε διεύθυνση στη Συγγρού
Όταν μιλά για την πορνεία, επιστρέφει στις δουλειές που δεν μπορούσε να κρατήσει. Στους ανθρώπους που κορόιδευαν, έδιωχναν ή δεν πλήρωναν όσους ξεχώριζαν από το αποδεκτό πρότυπο. Η Συγγρού εμφανίζεται στην αφήγησή της στο τέλος μιας σειράς αποκλεισμών, εκεί όπου έπρεπε να βρεθεί τρόπος να βγει η επόμενη μέρα. Η δουλειά στον δρόμο θα έδινε αργότερα τη θέση της στους οίκους ανοχής, όπου εργάστηκε μέχρι να αποχωρήσει οριστικά το 2000, σε ηλικία πλέον 50 ετών.
«Για μένα η πιο σημαντική μάχη ήταν αυτή της επιβίωσης. Αυτός ήταν ο λόγος για όλες μας που οδηγηθήκαμε στην πορνεία τα χρόνια εκείνα. Δεν μπορούσαμε πλέον να επιβιώσουμε διαφορετικά. Το άγριο μπούλινγκ, η απόρριψη, η περιφρόνηση, το κυνηγητό και το ξύλο ήταν καθημερινότητα. Η περιπλάνησή μου από τις Φέρες όπου γεννήθηκα στην Αθήνα, στο αναμορφωτήριο και στη Συγγρού, στο Βερολίνο, στα καράβια, στα Χανιά, στη Ρόδο, στη Μυτιλήνη, στον Βόλο και στη Λάρισα, αυτή η περιπλάνηση λοιπόν, μισός αιώνας δρόμος, έπρεπε πλέον να φτάσει στο τέλος της».
Το μικρόφωνο στο Λουζιτάνια
Στις 25 Απριλίου 1977, η Μπέττυ εκφώνησε την κεντρική ομιλία στη συγκέντρωση του Λουζιτάνια για την ίδρυση του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλοφίλων Ελλάδας. Η δημόσια διεκδίκηση των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων και των τρανς άλλαξε και τις δικές της συναναστροφές. Θυμάται την επόμενη μέρα σαν άνοιγμα προς ανθρώπους, βιβλία και λέξεις που ήθελε πια να κάνει δικά της.
«Συνειδητοποίησα εν μία νυκτί ότι ο κόσμος μάς υπολογίζει και μπορεί να μας υπολογίσει πολύ περισσότερο. Κι εμένα βέβαια. Γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης, της επιστήμης, των γραμμάτων. Άρχισα να μαθαίνω περισσότερα. Να διαβάζω, να συμπεριφέρομαι αλλιώς, να πλουτίζω το λεξιλόγιό μου. Δηλαδή το λεξιλόγιό μου να μην είναι μόνο “πόσους πελάτες, μωρή, πήρες εσύ χθες το βράδυ; Εγώ πήρα τόσους. Εσύ τον πήρες τον άλλον τον μανάβη, ας πούμε, ή τον δημοσιογράφο”. Ήταν μεγάλο κέρδος για μένα. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η στιγμή και ευτυχώς που τόλμησα και το έκανα. Δεν έχω ξεκόψει από την κοινότητα, τις κοινότητες των τρανς και των ομοφυλόφιλων. Αναπόφευκτη η κοινή μας αφετηρία και η κοινή μας ζωή για κάποια χρόνια».
«Για μένα η πιο σημαντική μάχη ήταν αυτή της επιβίωσης. Αυτός ήταν ο λόγος για όλες μας που οδηγηθήκαμε στην πορνεία τα χρόνια εκείνα. Δεν μπορούσαμε πλέον να επιβιώσουμε διαφορετικά. Το άγριο μπούλινγκ, η απόρριψη, η περιφρόνηση, το κυνηγητό και το ξύλο ήταν καθημερινότητα» – Μπέττυ Βακαλίδου
Καζαμπλάνκα με δική της απόφαση
Στην Καζαμπλάνκα, το 1984, πήγε έχοντας ξεκαθαρίσει τους δικούς της λόγους για την επέμβαση. Είχε προηγηθεί μια περίοδος επιφυλάξεων, ώσπου η στενή φιλία με μια γυναίκα που είχε ήδη χειρουργηθεί άλλαξε την εικόνα της. Στα τριάντα τέσσερά της, περιγράφει την απόφαση ως επιθυμία να ζήσει διαφορετικά, με πλήρη συνείδηση της επιλογής της. Μέρος αυτής της ζωής ήταν και η δυνατότητα να αναγνωρίζεται ως γυναίκα στα επίσημα έγγραφά της.
«Στην αρχή, όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, το καθαρά αυτοβιογραφικό, το 1980, αφελώς και από κακή πληροφόρηση, τάχθηκα εναντίον της αλλαγής φύλου, της φυλομετάβασης. Άλλαξα γνώμη κάνοντας παρέα με μια άλλη τρανς, που είχε ήδη εγχειριστεί. Θα το πω πολύ ψυχρά. Ήθελα να αλλάξω ζωή. Πατούσα πολύ γερά στα πόδια μου. Ήμουν πια τριάντα τεσσάρων ετών, με φοβερές εμπειρίες, με πλήρη συνείδηση του τι πήγαινα να κάνω. Και γιατί πήγαινα να το κάνω; Για να αλλάξω ζωή. Δηλαδή έζησα σαν αγόρι, σαν άντρας, έζησα σαν τρανς. Θέλω να ζήσω σαν γυναίκα. Όταν κάποια τρανς έκανε αλλαγή φύλου, της χορηγούσαν με μια μικρή δικαστική διαδικασία κανονική ταυτότητα ως γυναίκα».
Ακόμη κι ένα θετικό μετράει
Η δημόσια παρουσία της άνοιξε δρόμο, χωρίς η ίδια να διεκδικεί ότι έμεινε στην πρώτη γραμμή κάθε αγώνα. Σήμερα κοιτάζει τις νεότερες διεκδικήσεις προσπαθώντας να καταλάβει και όσα αρχικά την ενοχλούν. Την ανησυχεί η ακροδεξιά και η απειλή που διακρίνει στην εξάπλωσή της για όσα έχουν ήδη κατακτηθεί. Στον απολογισμό της αφήνει χώρο για το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας, ακόμη κι όταν βλέπει υπερβολές ή λάθη.
«Μπορεί κάποια πράγματα να μας ενοχλούν, ακόμη κι εμένα, αλλά προσπαθώ να τα κατανοήσω. Όλες οι διεκδικήσεις έχουν σημασία. Η επανάληψη όλων αυτών των εικόνων, των φωνών, των δράσεων, των αιτημάτων, πιστεύω ότι αφήνουν θετικό πρόσημο. Ας υπάρχουν άλλα ενενήντα εννιά λάθη σε αυτές τις απόπειρες ακτιβισμού. Εγώ θα λάβω υπόψιν τη μία θετική. Υπάρχουν θετικές εξελίξεις και το βλέπουμε παντού πια».
Τα Χανιά, οι κερασιές του Κιότο και το Πήλιο
Ύστερα από τόσες αναχωρήσεις, η συζήτηση φτάνει στους τόπους που κράτησε κοντά της.
«Βεβαίως αγαπώ την Αθήνα πολύ, γιατί είναι η βάση μου. Παρόλα αυτά, έχω αγαπήσει πολύ και τα Χανιά, τα οποία με φιλοξενούν από το 1986, γιατί είναι μια πόλη ανοιχτή στην όποια διαφορετικότητα. Συμπεριλαμβανομένης της ομορφιάς της και της διάθεσης φιλοξενίας των ανθρώπων της. Αγάπησα και την Ιαπωνία. Ανάμεσα στα πολλά ταξίδια που έχω κάνει ξεχωρίζω το Κιότο, την παλιά πρωτεύουσα της Ιαπωνίας. Έζησα δεκαπέντε υπέροχες μέρες εκεί. Μέσα στο πράσινο, την ησυχία, επισκεπτόμενη εκατοντάδες βουδιστικούς ναούς. Παράδεισος! Απόλαυσα και τις ανθισμένες κερασιές – ένα θέαμα μοναδικό. Δεν θα παραλείψω το αγαπημένο μου Πήλιο, που είναι πανέμορφο όλες τις εποχές».
Trust no one?
Η καθημερινότητα έχει πια έναν ρυθμό που μπορεί να ακολουθήσει με κλειστά μάτια: βόλτα με το σκυλί και καφές απ’ έξω. Ζει μόνη και μιλά για τα ζώα περνώντας σχεδόν αμέσως στους ανθρώπους. Η αχαριστία εξακολουθεί να την πληγώνει, κι ας φρόντισε κάποτε να γράψει επάνω της μια υπενθύμιση. Μου δείχνει το τατουάζ της: Trust no one. «Χτυπημένο» στα Χανιά, το 2013.
«Όταν γνωρίζεις τη βία, τη σκατοψυχιά, την αγνωμοσύνη και την αχαριστία των ανθρώπων, αγαπάς πολύ τα ζώα και περισσότερο τα σκυλιά. Έχω νιώσει την αχαριστία στη ζωή μου και είναι κάτι που δεν συγχωρώ. Η αχαριστία υφίσταται ακόμη. Παρόλα αυτά, όμως, δεν θα πάψω ποτέ να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους».
Δειτε περισσοτερα
Με αφορμή τη «Μάχη» του Ηλία Γιαννακάκη, η ηθοποιός, ακτιβίστρια και συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE
Η φωτογράφος μιλάει στην ATHENS VOICE για όσα αποκαλύπτει μια φωτογραφία όχι μόνο για τον κόσμο αλλά και για τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από την κάμερα
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Σταθμός σε μια συζήτηση για τα 10 χρόνια του θεάτρου, τον φετινό προγραμματισμό, τη σχέση με τη γειτονιά
Ο απαιτητικός ρόλος της Άννας Καρένινα, οι γυναίκες που διεκδικούν τη ζωή που επιθυμούν, η μητρότητα και το τίμημα της προσωπικής ελευθερίας
Ο Jason Williamson μιλάει στην ATHENS VOICE γα την οργή, τη ζήλια, την αυτοκριτική, την υποκρισία της μουσικής βιομηχανίας και τη σχέση του με την Αθήνα