Μάνος Καρατζογιάννης: Συνέντευξη με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του θεάτρου Σταθμός
© Nikos Pandazaras
Θεατρο - Οπερα

Μάνος Καρατζογιάννης: «Ισορροπώ ανάμεσα στην ευθραυστότητα και τον δυναμισμό»

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Σταθμός σε μια συζήτηση για τα 10 χρόνια του θεάτρου, τον φετινό προγραμματισμό, τη σχέση με τη γειτονιά
niki-koskina1
Νίκη - Μαρία Κοσκινά
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Μάνος Καρατζογιάννης μιλά για τα 10 χρόνια του Θεάτρου Σταθμός και το επετειακό πρόγραμμα

Το θέατρο Σταθμός, μια ατομική προσπάθεια που συνεχίζεται με κόπο και αφοσίωση, προσφέροντας στο κοινό παραστάσεις που συζητιούνται, επαναλαμβάνονται, βραβεύονται και προσελκύουν όλο και περισσότερους θεατές, συμπληρώνει φέτος μία δεκαετία. Με αυτή την αφορμή, ζητήσαμε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του, Μάνο Καρατζογιάννη, να μας κάνει έναν απολογισμό, να μας μιλήσει για το φετινό πρόγραμμα, για τις δυνατές στιγμές αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και για τη σχέση του με τη γειτονιά, το Μεταξουργείο.

Μάνος Καρατζογιάννης: Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Σταθμός μιλάει στην ATHENS VOICE

― Αν έπρεπε να δώσεις έναν τίτλο σε ένα θεατρικό έργο που θα περιέγραφε τη δεκαετή πορεία του Θεάτρου Σταθμός μέχρι τώρα, ποιος θα ήταν αυτός;

Ένα θέατρο… σταθμός! (γέλια)

― «Μεσάνυχτα κατέβαινα προς το Μεταξουργείο, το Βέμπο ήτανε κλειστό, σβηστό το Περοκέ… Σου το ’χα πει, με πείσματα θ’ αδειάσουν τα ταμεία, γι’ αυτό πρέπει τα νούμερα ν’ αλλάξουν απ’ αρχής». Πες μου, γιατί χρησιμοποίησες αυτούς τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου στην παρουσίαση του φετινού επετειακού προγράμματος;

Αγαπώ πολύ τον Μάνο Ελευθερίου. Τον στιχουργό, τον πεζογράφο, τον συλλέκτη. Ήταν από τους πιο πιστούς μας θεατές. Και είχα τη χαρά να με τιμήσει με τη φιλία του. Επιπλέον, το τραγούδι αυτό μιλά για την ιστορική θεατρική συνοικία του Μεταξουργείου, στην οποία βρίσκεται και το θέατρο Σταθμός. Αλλά είναι και τα νούμερα… Τα ταμεία που, όπως φαίνεται, ζορίζονται στις μέρες μας, λόγω της ακρίβειας που μαστίζει τόσο την Ευρώπη όσο και τη χώρα μας.

― Δέκα χρόνια πριν, ξεκίνησες κυρίως ως ηθοποιός και νέος σκηνοθέτης, βρέθηκες όμως να κουβαλάς και την ευθύνη ενός ολόκληρου οργανισμού. Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω στην πρώτη μέρα του 2016, τι θα έλεγες στον Μάνο τότε;

Να μη φοβάται. Ή έστω να φοβάται λιγότερο. Θα τον προετοίμαζα ίσως για μια σειρά απωλειών που ακολούθησε. Και θα του έκανα και κάνα αστείο. Απ’ αυτά που κάνω στους άλλους, και συνήθως πιάνουν, για να χαλαρώσει λιγάκι.

― Τι ξεχωρίζεις στον επετειακό προγραμματισμό;

Ξεχωρίζουν αναμφίβολα ο 4ος χρόνος των παραστάσεων «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωνσταντίνου Ντέλλα και «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη. Από νεοελληνικά έργα το «Αρμπάιτ» των Γιώργου Παλούμπη και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και το «Βίντεο κλαμπ Φαντασία» των Νικόλα Λαμπάκη και Μιχάλη Μαλανδράκη. Και βέβαια το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη – υποψήφιο για βραβείο δραματουργίας από την Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών. Καθώς και τις παραστάσεις του Γιαν Φαμπρ και το έργο του Ουαζντί Μουαουάντ «Πακαμάμπο», που θα σκηνοθετήσει ο Τάκης Τζαμαργιάς με μια δυνατή δημιουργική ομάδα και με εξαιρετική διανομή. Τέλος, στον Μικρό Σταθμό σκηνοθετούν, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Φιλίππογλου και ο Γιάννης Παναγόπουλος.

― Μίλησέ μου για το Φεστιβάλ Γιαν Φαμπρ, που έρχεται στο θέατρο Σταθμός στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής περιοδείας του.

Ο διεθνούς φήμης καλλιτέχνης και δημιουργός Γιαν Φαμπρ παρουσιάζει μια σειρά από τέσσερις αιχμηρούς, ποιητικούς και ανατρεπτικούς θεατρικούς μονολόγους, από τις 6 έως τις 21 Νοεμβρίου. Πρόκειται για έναν κύκλο παραστάσεων που επικεντρώνονται στη σκέψη, την ελευθερία του λόγου, την πνευματική αναζήτηση και την καλλιτεχνική αμφισβήτηση. Μέσα από τη ματιά σπουδαίων ερμηνευτριών, τα έργα αυτά εξερευνούν τα όρια της ανθρώπινης ευαλωτότητας, της ελευθερίας της έκφρασης και της καλλιτεχνικής ταυτότητας. Οι παραστάσεις θα παρουσιαστούν στα ιταλικά και στα ισπανικά με ελληνικούς υπέρτιτλους.

― «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ποια είναι η δική σου προσέγγιση στο εμβληματικό κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη, που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Σταθμός;

Ζούμε σε μια αδιαμφισβήτητα αντιπνευματική εποχή, όπου το αίσθημα της αλληλεγγύης, πόσο μάλλον της αυταπάρνησης που πρεσβεύει το έργο, έχει καθ’ όλα εκλείψει. Αυτοί είναι και οι δύο βασικοί λόγοι που επέλεξα το έργο: το πνεύμα και η θυσία, όπως αποτυπώνονται μέσα από τη γραφή του μεγάλου μας Κρητικού αλλά και παγκόσμιου συγγραφέα.

Το βασικότερο μήνυμα που διατρέχει ολόκληρη την εργογραφία του Καζαντζάκη συμπυκνώνεται χαρακτηριστικά σε μια φράση του από την «Ασκητική»: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω». Έτσι κι εδώ, ο Μανολιός κι οι «απόστολοι» μάχονται για το δίκαιο, θεωρώντας μάλιστα τους εαυτούς τους συνυπεύθυνους για ό,τι εγκληματικό μπορεί να συμβαίνει γύρω τους. Δεν δειλιάζουν. Δεν μένουν αμέτοχοι.

Κύριο μέλημά μου ήταν να αποδοθεί η τελετουργική διάσταση του βιβλίου στη σκηνή, εξίσου με τον πολιτικό του χαρακτήρα, χωρίς να χαθούν τα λαϊκά χωρατά της γραφής του Καζαντζάκη. Εστίασα, επίσης, στη θέση της γυναίκας στο έργο του Καζαντζάκη ή στο ποια θα ήταν αυτή αν ο συγγραφέας έγραφε το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» σήμερα, το 2026.

― Σκηνοθετείς, διευθύνεις και συχνά παίζεις ο ίδιος. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον δημιουργό που εκτίθεται ευάλωτος και στον διευθυντή που πρέπει να κρατάει τα ηνία;

Είναι μια ευαίσθητη ισορροπία. Αλλά κάπως έτσι ισορροπώ κι εγώ ανάμεσα στην ευθραυστότητα και τον δυναμισμό και στην καθημερινότητά μου στην προσωπική μου ζωή. Οπότε το δίπολο αυτό ενυπάρχει σ’ εμένα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.

― Ζούμε σε μια εποχή που η προσοχή του κοινού είναι διασπασμένη και οι θεατρικοί χώροι πολλαπλασιάζονται διαρκώς. Τελικά, τι είναι αυτό που κάνει έναν μικρό, ανεξάρτητο χώρο όπως ο Σταθμός να αντέχει και να γίνεται σημείο αναφοράς;

Η συνέπεια. Νομίζω πως όλοι μας απ’ αυτό κρινόμαστε. Από το πόσο συνεπείς είμαστε, δηλαδή, στα λόγια και στις πράξεις μας. Πόσο επίμονοι ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες που δημιουργούν πάντα την όποια διαφορά στην υλοποίηση του οράματος του καθενός.

― Ο Σταθμός έχει ταυτιστεί όσο λίγα θέατρα με τη στήριξη του σύγχρονου νεοελληνικού έργου και των νέων δημιουργών. Έπειτα από μια δεκαετία τριβής, πιστεύεις ότι το ελληνικό θεατρικό έργο σήμερα αφουγκράζεται την αγωνία της εποχής μας ή μένει ακόμη προσκολλημένο σε ασφαλέστερες φόρμες;

Το ελληνικό έργο είχε πάντα στενή σχέση με την κοινότητα. Άλλωστε, από την αρχαιότητα το θέατρο και το πολίτευμά μας, η δημοκρατία, ήταν στενά συνδεδεμένα, καθώς εκφράζουν και τα δύο το συλλογικό αίσθημα των πολιτών, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε υποσυνείδητα. Η ευημερία του ενός προϋποθέτει την ευημερία του άλλου και η κρίση του ενός επιφέρει τη δοκιμασία του άλλου.

Θυμηθείτε τον χρυσό αιώνα του Περικλή… Πώς άκμασε τότε η δραματουργία; Συνηθίζουμε να καταλογίζουμε στο θέατρο, επομένως και στο ελληνικό έργο, διάφορα δεινά. Όμως το θέατρό μας στην πραγματικότητα αναπτύσσεται την εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Όπως και η σύγχρονη δημοκρατία μας. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται… Έτσι, καθορίζεται σε επίπεδο θεματικής, φόρμας και παραγωγής από το πολιτικό κοινωνικό πλαίσιο που το περιβάλλει.

― Το θέατρο Σταθμός βρίσκεται στην καρδιά του Μεταξουργείου, μιας ιστορικής αλλά ταυτόχρονα και δύσκολης θεατρικής συνοικίας. Πώς έχει αλληλεπιδράσει με τη γειτονιά και τους ανθρώπους της σε βάθος δεκαετίας; Φώτισε πράγματι ο πολιτισμός αυτούς τους δρόμους;

Έχει δυνατή ενέργεια το Μεταξουργείο. Είναι η πρώτη θεατρική συνοικία της πόλης, με γνωστότερα τότε το Θέατρο του Λαού, το Περοκέ, το Αλκαζάρ. Σκεφτείτε ότι λεγόταν «Μικρό Παρίσι των Αθηνών». Η δύναμη έρχεται από κάτω, από μέσα. Από την ίδια τη γη. Από την πνευματική παράδοση του τόπου, που ενέπνευσε τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Αλέκο Φασιανό και στέγασε το κινηματογραφικό όραμα του Φιλοποίμενα Φίνου.

Βρισκόμαστε βέβαια στο υποβαθμισμένο από τα δύο κέντρα που διαθέτει η πόλη. Στη δική μας γειτονιά τα πράγματα είναι πιο ήσυχα, πιο καθαρά και πιο συνοικιακά. Πιστεύω πως η στήριξη του κόσμου στο θέατρο υπήρξε καθοριστική γι’ αυτό. Σαν να βάλαμε πλάτη όλοι – γείτονες, ηθοποιοί, κοινό...

― Η συνεργασία με τα θέατρα της γειτονιάς, το Άλμα και το Αργώ, πόσο σημαντική είναι, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περιοχή της Αθήνας;

Προσωπικά, είμαι σε συχνή επικοινωνία με τους θεατρικούς μας γείτονες. Τους τιμώ και τους σέβομαι. Τώρα, στο Αργώ της Αιμιλίας Υψηλάντη μεταφέρθηκαν οι «Απόντες» του Βασίλη Κατσικονούρη για έναν τρίτο κύκλο παραστάσεων, ενώ στο Άλμα της Κατερίνας Μαραγκού σκηνοθετώ για τη Νon Grata το αριστούργημα του Γιώργου Διαλεγμένου «Μάνα, Μητέρα, Μαμά», με τη Σμαράγδα Σμυρναίου, τον Νίκο Ορφανό, τη Νεκταρία Γιαννουδάκη, τον Θανάση Βλαβιανό και την Τώνια Μαράκη.

Τέλος, τον Μάρτιο του 2027 γιορτάζουμε την ποίηση και το θέατρο με δύο ξεχωριστά αφιερώματα στον Χρήστο Βαλαβανίδη και την Άννα Βαγενά, ιδρυτές των θεάτρων Από Μηχανής και Μεταξουργείο αντίστοιχα. Είναι ένα μήνυμα αλληλεγγύης η γιορτή για τα δέκα χρόνια του θεάτρου μαζί με τα γειτονικά μας θέατρα.

― Στην εποχή μας του τεράστιου ανταγωνισμού και των γρήγορων ρυθμών, τι είναι τελικά αυτό που κρατάει έναν μικρό, ανεξάρτητο χώρο ζωντανό και πιστό στο κοινό του;

Οι καθαρές προθέσεις. Η εργατικότητα, η επιμονή, η συνέπεια και, όπως πάντα, η καλή καρδιά!

Δειτε περισσοτερα