Κινηματογραφος

Σωτήρης Τζεβελέκος: «Το χειροκρότημα του κοινού πάντα με συγκινούσε»

Ο αγαπητός σε όλους ηθοποιός αφηγείται τη ζωή του στην Athens Voice
Πηνελόπη Μασούρη
ΤΕΥΧΟΣ 1005
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η διαδρομή του Σωτήρη Τζεβελέκου από την Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης στο θέατρο, την επιθεώρηση, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση — μια ζωή με δουλειά, σεμνότητα και αγάπη από το κοινό

Εξαιρετικός ηθοποιός και άνθρωπος, ο Σωτήρης Τζεβελέκος υπηρέτησε την τέχνη του υποδυόμενος μια σειρά από ξεχωριστούς χαρακτήρες, ενώ διακρίθηκε ιδιαίτερα στην κωμωδία και την επιθεώρηση. Αντιμετώπισε τη ζωή και το επάγγελμα του ηθοποιού με εργατικότητα, ευγένεια, ήθος και σεμνότητα, στοιχεία που τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό τόσο στο κοινό όσο και στους συναδέλφους του.

Ο Σωτήρης Τζεβελέκος δούλεψε επί πολλές δεκαετίες αθόρυβα αλλά ουσιαστικά, υπηρετώντας την τέχνη χωρίς να επιδιώκει την προσωπική προβολή και επιλέγοντας συνειδητά να παραμένει χαμηλών τόνων. Ξεχώριζε για το πηγαίο χιούμορ του, την αμεσότητα και την αξιοπιστία του ως συνεργάτη. Αποχώρησε όταν ο ίδιος έκρινε πως είχε έρθει η στιγμή, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στη σκηνή και στη μεγάλη οθόνη.

Σωτήρης Τζεβελέκος: Η ζωή ενός σεμνού εργάτη της υποκριτικής

Οι ρίζες της οικογένειάς μου είναι από τη Θράκη. Ο παππούς μου ήρθε πρόσφυγας το 1918 και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου γεννήθηκε εκεί το 1916 κι εγώ το 1945. Μεγάλωσα στην Άνω Πόλη, στα Κάστρα, σε μια φτωχική γειτονιά που τότε ήταν σχεδόν παραγκούπολη. Πολλές οικογένειες ζούσαν σε μικρά σπίτια, χτισμένα πρόχειρα με ό,τι υλικά υπήρχαν. Εμείς σταθήκαμε λίγο πιο τυχεροί, γιατί ο παππούς μου είχε καταφέρει ν’ αγοράσει ένα οικόπεδο περίπου 300 μέτρων, όπου υπήρχε ένα παλιό σπίτι με κεραμίδια. Εκεί μεγαλώσαμε. Δύσκολες συνθήκες, αλλά με έντονες εμπειρίες που με διαμόρφωσαν.

Από μικρός χρειάστηκε να δουλέψω σε διάφορες δουλειές για να βοηθήσω την οικογένειά μου. Πήγαινα σε νυχτερινό σχολείο, κάτι που ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή για τα παιδιά που εργάζονταν. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου με πήγε σ’ έναν ζωγράφο, τον Αρίστο Παυλίδη. Εκείνη την εποχή οι ζωγράφοι δεν έκαναν μόνο πίνακες· διακοσμούσαν βιτρίνες, έφτιαχναν διαφημιστικές επιγραφές και ζωγράφιζαν υπέροχες τεράστιες αφίσες για τους κινηματογράφους. Ήταν μια ολόκληρη τέχνη που σήμερα έχει σχεδόν χαθεί. Όταν ο πατέρας μου αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας, αναγκαστικά έπρεπε να ζήσω εγώ την οικογένεια. Έτρεχα από τότε και εργαζόμουν για να τους φροντίσω. Όταν είσαι μόνος σου, τα βγάζεις εύκολα πέρα. Όταν όμως έχεις οικογένεια, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Παράλληλα άρχισα να φοιτώ στο νυχτερινό γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, γιατί, όπως σου είπα, την ημέρα εργαζόμουν. Εκεί απέκτησα έναν φίλο ο οποίος σπούδαζε σε μια δραματική σχολή. Μια Κυριακή πήγα μαζί του και γνώρισα τον δάσκαλό του. Με είδε να πηγαινοέρχομαι αρκετές φορές και κάποια στιγμή μού έδωσε ένα κείμενο να διαβάσω. Έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με το θέατρο.

Τα πρώτα βήματα στο θέατρο

Ο δάσκαλός μας, ο Κυριαζής Χαρατσάρης, ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος, μορφωμένος και καλλιεργημένος. Μιλούσε ελληνικά, γαλλικά και αραβικά, είχε σπουδάσει μουσική και είχε συνεργαστεί το 1936 με τον Κάρολο Κουν. Είχε ιδρύσει το Ελεύθερο Θέατρο Θεσσαλονίκης και προσπαθούσε με μεγάλη αγάπη να μεταδώσει στα παιδιά το πάθος για την τέχνη. Εκεί μάθαμε ότι το θέατρο είναι πάνω απ’ όλα αγάπη για τη δουλειά αυτή.

Στα 17 μου ανέβηκα για πρώτη φορά στη σκηνή, σε έναν μονόλογο του Ιονέσκο. Ακολούθησαν κι άλλες παραστάσεις: έργα του Μολιέρου, του Πλαύτου και άλλων κλασικών. Η σχολή είχε υψηλό επίπεδο και πολλές φορές οι παραστάσεις της συγκρίνονταν ακόμη και μ’ αυτές του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

Όταν απολύθηκα από τον στρατό, μπήκα στο ΚΘΒΕ με τρίμηνη σύμβαση. Έκανα τρεις τέτοιες συμβάσεις κι έπαιξα μικρούς ρόλους. Την τέταρτη όμως δεν μου την ανανέωσαν, γιατί τότε, αν ανανεωνόταν για τέταρτη φορά η σύμβαση, γινόταν αορίστου χρόνου. Έτσι αναγκάστηκα να κατέβω στην Αθήνα το 1968.

Η Αθήνα, η επιθεώρηση και οι μεγάλοι πρωταγωνιστές

Ήρθα με μια μικρή βαλίτσα κι έμεινα για περίπου έναν χρόνο στο σπίτι ενός φίλου που σπούδαζε. Δεν είχα καμία οικονομική βοήθεια, οπότε έπρεπε να σταθώ μόνος στα πόδια μου. Με βοήθησαν κάποιες συστατικές επιστολές συναδέλφων από τη Θεσσαλονίκη κι έτσι βρέθηκα στο Θέατρο Ακροπόλ.

Εκεί ξεκίνησα με επιθεώρηση, κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ πριν. Εγώ είχα μάθει κλασικό και μοντέρνο ρεπερτόριο, όμως έπρεπε να προσαρμοστώ. Στην πρώτη παράσταση είπα λίγες ατάκες σε ένα νούμερο της Ελένης Προκοπίου. Από κει και πέρα εμφανιζόμουν σε μικρά νούμερα, πολλές φορές χωρίς λόγια, αλλά αυτό ήταν η αρχή. Στο ίδιο σχήμα πρωταγωνιστούσαν μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Γιώργος Κωνσταντίνου. Για έναν νέο ηθοποιό ήταν μεγάλη εμπειρία να βρίσκεται δίπλα σε τέτοιους καλλιτέχνες και να μαθαίνει απ’ αυτούς. Σιγά σιγά καθιερώθηκα.

Θυμάμαι τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα και είχε απίστευτη ζωντάνια και ευλυγισία. Κάποτε με είχε καλέσει στο σπίτι της, στην Πανόρμου. Είχε τόσες φωτογραφίες από την καριέρα της, τα νιάτα της, που μπορούσες να τις χαζεύεις με τις ώρες. Ήταν μεγάλο ταλέντο, με πηγαίο χιούμορ, σπουδαία κωμικός, πραγματικά μοναδική. Της έδιναν ένα σενάριο κι εκείνη το απογείωνε. Ήταν αυθόρμητη και συχνά αυτοσχεδίαζε στις ταινίες, προσθέτοντας δικές της ατάκες, που έδιναν ζωντάνια στις σκηνές. Ήταν πολύ δοτική, πολύ κοινωνική, σε πλησίαζε εύκολα. Ήθελε να τη συνοδεύω, της άρεσε που είχα τσαγανό. «Το Τζεβελεκάκι θέλω», έλεγε!

Από το «Λούνα Παρκ» υπάρχει μια φωτογραφία με τη Ρένα Παγκράτη. Ήμασταν συνάδελφοι στο ίδιο σίριαλ, αλλά όχι φίλοι. Όλοι μας κάναμε παρέα στη δουλειά, χωρίς όμως να μας συνδέει στενή φιλία. Έπαιζα τον Άρη και τότε πολλοί με φώναζαν έτσι όταν μ’ έβλεπαν στον δρόμο. Η σειρά είχε μεγάλη επιτυχία· την έβλεπε πολύς κόσμος. Εγώ συμμετείχα τα δύο πρώτα χρόνια ως γκαρσόν. Μετά έγιναν αλλαγές ηθοποιών: στη θέση μου ήρθε ο Σταμάτης Φασουλής και στη συνέχεια ο Σπύρος Φασιανός. Δηλαδή τρεις διαφορετικοί ηθοποιοί ερμήνευσαν τον ίδιο ρόλο.

Από το «Λούνα Παρκ» στις βιντεοταινίες

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο κινηματογράφος άρχισε να παρακμάζει και πολλοί ηθοποιοί στράφηκαν στο βίντεο. Όλοι οι κινηματογραφιστές έγραψαν τις ταινίες τους στην κασέτα και τις έκαναν βίντεο. Αυτό που κάναμε εμείς όμως δεν ήταν βιντεοταινίες, αλλά κανονικές κινηματογραφικές ταινίες. Μπορεί τα θέματα να ήταν διαφορετικά από αυτά που μας είχε συνηθίσει ο ελληνικός κινηματογράφος, αλλά γυρίζαμε με φιλμ. Κι εγώ έκανα βιντεοταινίες, δεν κρύφτηκα ποτέ. Κασέτες έκαναν όλοι. Συμμετείχα σε πολλές παραγωγές και δεν ντρέπομαι, ούτε το σνομπάρω. Αντίθετα, θεωρώ ότι ήταν μια σημαντική περίοδος για το ελληνικό θέαμα και βοήθησε πολλούς ηθοποιούς να συνεχίσουν να εργάζονται και να εξυπηρετούν την ανάγκη του κοινού. Πάντα πίστευα ότι το σημαντικό για έναν ηθοποιό είναι να μην αλλοιώνεται ως άνθρωπος. Εγώ μπήκα στη δουλειά μου καθαρός και χαίρομαι που, έπειτα από τόσα χρόνια, μπορώ να πω ότι παρέμεινα ίδιος.

Δεν πήγαινα σε περιοδείες, γιατί ήθελα να είμαι κοντά στο παιδί μου. Κάθε φορά που γύριζα μεσάνυχτα από το θέατρο κι έστριβα το κλειδί στην πόρτα, εκείνη σηκωνόταν και με υποδεχόταν, ό,τι ώρα κι αν ήταν. Ήθελα να είμαι παρών στη ζωή της. Σήμερα ζει στην Αγγλία, αλλά συναντιόμαστε συχνά. Πηγαίνουμε στο Λονδίνο τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα, το καλοκαίρι.

Με τους περισσότερους ηθοποιούς έχω βρεθεί ή στη σκηνή ή σε κάποιο κινηματογραφικό πλατό. Από αυτούς που είχαν τη λάμψη άλλοι ήταν δοτικοί κι άλλοι ήταν σωστοί αλλά λίγο απόμακροι. Εγώ προσαρμοζόμουν με όλους. Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη συνεργάστηκα στην ταινία «Η Αλίκη δικτάτωρ», που προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες στις 20 Μαρτίου του 1972, όταν η χούντα του Παπαδόπουλου μετρούσε ήδη τέσσερα χρόνια στην εξουσία. Ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος η Αλίκη, μου φέρθηκε υπέροχα, σαν να ήμασταν συνάδελφοι επί ίσοις όροις. Ο Γιάννης Δαλιανίδης έκανε εξαιρετικά μιούζικαλ και ήταν πολύ αυστηρός με τους ηθοποιούς του. Είχε μεγάλες απαιτήσεις και ζητούσε πάντα το καλύτερο απ’ όλους.

Τις παλιές ταινίες μου θα τις δω, αν τύχει, καμιά φορά, ειδικά αυτές με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Βλέπεις τη φινέτσα εκείνης της εποχής. Η Ρένα Βλαχοπούλου από μόνη της ήταν «σενάριο». Πέταγα την ατάκα κι εκείνη το «έχτιζε», αυτοσχεδίαζε. Ενώ εγώ έμενα πιο πιστός στο κείμενο και αντιδρούσα κυρίως με τη γλώσσα του σώματος, εκείνη μπορούσε να το πάει παραπέρα. Αυτό συνέβαινε στο θέατρο κυρίως.

Το χειροκρότημα του κοινού πάντα με συγκινούσε, ιδιαίτερα όταν άρχισα να γίνομαι πιο γνωστός και τα νούμερά μου είχαν μεγάλη επιτυχία, όπως στο Θέατρο Μετροπόλιταν. Έπαιρνα πολλή αγάπη από τον κόσμο. Είχα κάνει νούμερα που αγαπήθηκαν πολύ. Κάποια γραμμένα από τον Χάρη Ρώμα, που μάλιστα είχε βραβευτεί τότε σαν νέος θεατρικός συγγραφέας, βρήκαν μεγάλη απήχηση.

Εκείνες τις εποχές υπήρχαν μεγάλα θέατρα που χωρούσαν πολύ κόσμο. Το Μπρόντγουαιη στην Πατησίων διέθετε πολλά καμαρίνια, καθώς στις παραστάσεις συμμετείχαν πολυμελείς θίασοι. Ήταν η περίοδος των μεγάλων επιτυχιών, με τα μιούζικαλ και τις επιθεωρήσεις να γνωρίζουν ιδιαίτερη άνθηση. Την επιχείρηση είχε τότε αναλάβει ο Ανδρέας Ντούζος. Εγώ, πάντως, δεν ήμουν ποτέ απομονωμένος. Η πόρτα μου ήταν πάντα ανοιχτή, τόσο για τους συνεργάτες μου όσο και για το κοινό. Ήμουν πρωταγωνιστής, όπως και στο Θέατρο Χατζηχρήστου, χωρίς όμως να κάνω πολλές δικές μου παραγωγές, όπως επιχείρησαν άλλοι συνάδελφοι, για παράδειγμα ο Κώστας Βουτσάς, η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Πολλοί πρωταγωνιστές είχαν τις δικές τους επιχειρήσεις και τα δικά τους θέατρα. Η Βουγιουκλάκη ήταν σταρ. Είχε τον έλεγχο της καριέρας της, ήξερε πολύ καλά τι έκανε και διέθετε τόσο εξυπνάδα όσο και μεγάλο ταλέντο.

Ήμουν πάντοτε πολύ προσγειωμένος άνθρωπος. Δεν έκανα ποτέ μεγάλα άλματα ούτε ριψοκίνδυνες κινήσεις. Στην πορεία της καριέρας μου υπήρξαν στιγμές που θα μπορούσα να γίνω ακόμη και θεατρικός επιχειρηματίας, όμως δεν το επιχείρησα ποτέ. Όταν καθόμουν να κάνω τους υπολογισμούς μου κι έβλεπα ότι υπήρχε το ενδεχόμενο οικονομικού ρίσκου ή να πέσω έξω, προτιμούσα να κρατώ μια πιο σταθερή στάση. Έτσι, παρότι πίστευα ότι ίσως θα μπορούσα να τα καταφέρω και σ’ αυτόν τον ρόλο, τελικά επέλεγα να μην το τολμήσω.

Σήμερα νιώθω ευτυχισμένος και πλήρης, χωρίς απωθημένα. Έχω συγχωρήσει άσχημες συμπεριφορές που βίωσα στο παρελθόν, γιατί πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι να παραμένει κανείς απλός και ανθρώπινος. Ύστερα από 43 ταινίες και 13 τηλεοπτικές σειρές, σταμάτησα το 2008. Από τότε έχω προσαρμόσει τη ζωή μου σε μια διαφορετική καθημερινότητα και πλέον είμαι αφοσιωμένος στην οικογένειά μου.

Στη δουλειά μας δεν γίνεται να αρέσουμε σε όλους. Είναι θέμα γούστου. Άλλος θα σε συμπαθήσει, άλλος όχι. Εγώ πάντα ανταποδίδω την αγάπη του κόσμου. Όταν κάποιος μου λέει «ευχαριστώ», λέω κι εγώ «ευχαριστώ», γιατί οι άλλοι με έκαναν αυτό που είμαι.

Κάποιοι λένε, αναφερόμενοι στο πρόσωπό μου, ότι, όταν ήρθα στην Αθήνα, το 1976, δούλεψα ως ταξιτζής. Αυτό δεν ισχύει. Η μεγάλη μου αγάπη και η βασική μου ενασχόληση ήταν πάντοτε το θέατρο. Κατά καιρούς γίνονταν αναφορές στο ταξί, αφήνοντας μάλιστα να εννοηθεί ότι εργάστηκα ως οδηγός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό που είχα αναφέρει σε τηλεοπτική εκπομπή ήταν ότι την περίοδο 1974-1975 είχα ανοίξει, μαζί με έναν κουμπάρο μου, ένα μικρό κατάστημα γουναρικών στην οδό Αλεξάνδρας. Η αλήθεια είναι πως ταξί όντως αγόρασα, αλλά στα τέλη της άνοιξης του 1996, και το πούλησα τον Δεκέμβριο του 1999. Εδώ και περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια δεν το έχω πλέον.

Αυτό που συνήθως δεν αναφέρεται είναι ότι υπηρέτησα το Εθνικό Θέατρο για δέκα χρόνια, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, όπως ήταν τότε το καθεστώς. Εκεί συμμετείχα σε σπουδαία έργα, ερμηνεύοντας μικρούς και μεγάλους ρόλους, ενώ είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με σημαντικούς ανθρώπους όπως ο Κώστας Τσιάνος, που δημιούργησε το Θεσσαλικό. Συμμετείχα στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, στον «Σέντζα» του Παντελή Χορν, στον «Υπάλληλο» του Χουρμούζη και στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, δίπλα στη Λυδία Κονιόρδου, σε σκηνοθεσία του Τσιάνου.

Παρ’ όλα αυτά, πολλοί προτιμούν να μένουν στην ιστορία του ταξί, γιατί αυτό πουλάει περισσότερο. Δεν ασχολήθηκα ποτέ ιδιαίτερα μ’ αυτά. Δεν πήρα ποτέ τηλέφωνο κανέναν για να διαμαρτυρηθώ, ούτε προσπάθησα να διορθώσω όσα γράφονταν ή λέγονταν.

Το ταξί, η οικογένεια και η συνειδητή αποχώρηση

Δεν κρύβομαι. Είμαι άνθρωπος της δουλειάς και της αλήθειας. Η ενασχόλησή μου με το ταξί υπήρξε μια παράλληλη δραστηριότητα, αλλά ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος που θα κυνηγούσε το χρήμα. Το 2008 αποφάσισα συνειδητά να σταματήσω την ενεργό υποκριτική. Η απόφασή μου να αποχωρήσω δεν προήλθε από απογοήτευση, αλλά από την επιθυμία να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στην οικογένειά μου και στην προσωπική μου ζωή.

Mε ρωτούν πώς με αντιμετώπιζε ο κόσμος όταν έκανα κι άλλες δουλειές παράλληλα με το θέατρο. Ένα πράγμα μπορώ να πω: μέσα στο ταξί, το μόνο που άκουγα ήταν «μπράβο, λεβέντη μου, μπράβο αγόρι μου, τώρα σ’ αγαπάμε πιο πολύ». Οι άνθρωποι το έβλεπαν με συμπάθεια. Δεν ντράπηκα ποτέ για τη δουλειά. Το ταξί το αγοράσαμε, το πληρώσαμε, πήραμε την άδεια και το δουλεύαμε οικογενειακά. Η Έφη δούλευε τη μέρα κι εγώ τη νύχτα. Εκείνη δούλευε περίπου δέκα ώρες, εγώ δώδεκα, και αφιερώναμε τον υπόλοιπο χρόνο μας για να φροντίζουμε την κόρη μας εναλλάξ. Ήταν μια επιχείρηση που τη στήσαμε με κόπο, αλλά όσα χρήματα δώσαμε τα πήραμε πίσω. Μέσα στο ταξί γνώρισα πολλούς ανθρώπους. Εκεί γίνονται συζητήσεις ελεύθερα. Οι επιβάτες συχνά μιλούν ανοιχτά, γιατί δεν σε ξέρουν και δεν τους ξέρεις. Πολλοί απ’ αυτούς ίσως να με γνώριζαν από το θέατρο, εγώ όμως δεν τους γνώριζα. Παρ’ όλα αυτά, το μόνο που άκουγα ήταν καλά λόγια, τον θαυμασμό του κόσμου, τα προβλήματά του. Ήταν μοναδική εμπειρία.

Η Έφη, η οικογένεια και ο απολογισμός μιας ζωής

Με την Έφη γνωριστήκαμε όταν ήταν δεκαεννιά χρονών, το 1972, και παντρευτήκαμε το 1981. Στάθηκε δίπλα μου σε όλες τις δυσκολίες της ζωής. Ήταν γνωστό μοντέλο και χορεύτρια. Την επομένη του γάμου έγινε σεισμός, και μάλιστα υπήρχε σχετικό εξώφυλλο στο περιοδικό Θησαυρός. Έχω να θυμηθώ αμέτρητες ευτυχισμένες στιγμές με την Έφη. Έχουμε πολύ καλή σχέση και γι’ αυτό είμαστε πάνω από πενήντα χρόνια μαζί, αν υπολογίσουμε και τον δεσμό μας πριν από τον γάμο. Βέβαια η στιγμή της γέννησης της κόρης μας ήταν το σημαντικότερο και ευτυχέστερο γεγονός της κοινής μας πορείας.

Είναι σπάνιο άνθρωποι να φτάνουν και να ξεπερνούν τα εκατό χρόνια ζωής. Πρόκειται πραγματικά για την εξαίρεση των εξαιρέσεων· δεν είναι εύκολο. Από παλιά θυμάμαι να λένε πως το πιο σημαντικό στον άνθρωπο είναι το μυαλό του, αυτό είναι που πρέπει να μπορεί να κρατήσει ζωντανό και καθαρό. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε η επιστήμη δεν έχει μπορέσει να μας κάνει βιονικούς, φαίνεται σαν άπιαστο όνειρο. Ίσως στο μέλλον να αλλάξουν τα πράγματα, αν φυσικά ο άνθρωπος επιτρέψει να συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο πλανήτης που λέγεται Γη. Βλέπουμε τι συμβαίνει γύρω μας και δεν μπορεί κανείς να μην ανησυχεί.

Ο Μπενίνι, που είχε κάνει την ταινία «Η ζωή είναι ωραία» για το, Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναρωτήθηκε πρόσφατα: «Είναι δυνατόν, ύστερα από τόσα χρόνια, να μιλάμε ακόμη για πόλεμο;». Εγώ τον πόλεμο δεν τον έζησα. Γεννήθηκα το 1945, αμέσως μετά το τέλος του, στις 5 Μαΐου. Ακολούθησε όμως ο Εμφύλιος και, παρόλο που ήμουν πολύ μικρός για να θυμάμαι, ο απόηχός του εξακολουθούσε για πολλά χρόνια μετά. Μέχρι περίπου το 1950 ή και το 1955 οι συνέπειες εκείνης της περιόδου ήταν ακόμη αισθητές και οι πληγές ανοιχτές. Η Ελλάδα είχε ήδη βγει διαλυμένη από τον πόλεμο κι αμέσως μετά ήρθε ο Εμφύλιος, το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σ’ έναν λαό. Ήταν ένας πραγματικός σπαραγμός, γιατί σε τέτοιες καταστάσεις έρχονται αντιμέτωποι άνθρωποι της ίδιας οικογένειας: αδέρφια, γονείς, συγγενείς. Γίνονται πράγματα φοβερά, πράγματα που δεν είναι ωραίο να θυμάται κανείς.

Οι άνθρωποι πολλές φορές γίνονται επικίνδυνοι, κι όσο περνά ο καιρός, τα όπλα γίνονται ολοένα και πιο καταστροφικά. Το 1945, όταν έπεσαν οι δύο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, είδαμε τι τρομερή καταστροφή προκάλεσαν. Αν τότε μπορούσαν να καταστρέψουν μια πόλη, σήμερα ίσως να μπορούν να καταστρέψουν πολλές. Δεν ξέρουμε μέχρι πού έχει φτάσει η τεχνολογία των όπλων. Υπάρχει μια γενική ανησυχία, γιατί κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά γίνεται – και δεν το λέω συνωμοσιολογικά. Ποτέ δεν μου άρεσε ο διχασμός ούτε οι αντιπαλότητες ανάμεσα στους ανθρώπους.

Θυμάμαι στη Θεσσαλονίκη που κάποιες φορές έλεγαν υποτιμητικά «χαμουτζήδες» τους ανθρώπους της νότιας Ελλάδας. Αυτές οι νοοτροπίες δεν τιμούν τον λαό μας. Από το πιο ακριτικό νησί μέχρι το τελευταίο χωριό της χώρας, είμαστε όλοι Έλληνες. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Πρέπει να είμαστε αγαπημένοι και μονοιασμένοι – μόνο έτσι θα μπορούσαμε να πετύχουμε περισσότερα. Ο διχασμός είναι κακό πράγμα κι αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα μεγάλα μας ελαττώματα. Εγώ πάντα πίστευα στη συζήτηση, στη συνεννόηση και στη συμφιλίωση. Η τωρινή σύγχυση με αφήνει έκπληκτο, εύχομαι πραγματικά να βρούμε άκρη.