Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης | I Was a Stranger
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης | I Was a Stranger
Κινηματογραφος

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «Μην αλλάξεις τη γνώμη σου, άλλαξε το βλέμμα σου – μιλάμε για ανθρώπους»

Μια συζήτηση για τους πρόσφυγες και το πώς το σινεμά μπορεί να σε κάνει να δεις αλλιώς τον «ξένο»
34585-78037.jpg
Δήμητρα Γκρους
ΤΕΥΧΟΣ 995
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Ο ρόλος του λιμενικού και η εμπειρία τού να πρωταγωνιστεί στην ταινία «I Was a Stranger», μια διεθνή παραγωγή σε σκηνοθεσία Μπραντ Άντερσεν

Με φόντο το κατεστραμμένο Αλέπι της Συρίας και τα προσφυγικά camps, η ταινία μάς τοποθετεί στην καρδιά της προσφυγικής κρίσης του 2015 για να αφηγηθεί μια διαδρομή επιβίωσης μέσα από μια πολυπρόσωπη αφήγηση πέντε χαρακτήρων. Οι ιστορίες ζωής και θανάτου που ξετυλίγονται για να συναντηθούν στα τουρκικά παράλια, αναζητώντας ασφαλή διέξοδο στα ελληνικά νησιά, μας μεταφέρουν στον κόσμο των ανθρώπων τη στιγμή που εγκαταλείπουν την πατρίδα τους για να σωθούν.

Το «I Was a Stranger» είναι μια διεθνής παραγωγή με ελληνική παρουσία και εξαιρετικές ερμηνείες, που έχει ήδη αποσπάσει δεκάδες βραβεία σε φεστιβάλ, με τους χαρακτήρες να μιλούν στις φυσικές τους γλώσσες· μια επιλογή του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Μπραντ Άντερσεν, ακτιβιστή με πολυετή εμπειρία στο πεδίο, που δυσκόλεψε τη διανομή της ταινίας αλλά ενίσχυσε την αυθεντικότητά της. Η αφήγηση προσεγγίζει το ευαίσθητο αυτό θέμα με ρεαλισμό και διακριτικότητα, όχι για να δώσει απαντήσεις, αλλά για να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση απέναντι στον «ξένο».

Κομβικός ο ρόλος του Σταύρου, ενός λιμενικού σε ελληνικό νησί, τον οποίο υποδύεται ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης και βασίζεται σε υπαρκτό πρόσωπο. Με αφορμή την ταινία μιλήσαμε για τη διαδικασία των γυρισμάτων, αλλά και για το πώς το έργο αυτό επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση γύρω από το προσφυγικό – από τις θέσεις και τα επιχειρήματα, στους ανθρώπους και στις ιστορίες τους.

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Αυτό που χρειάζεται να αλλάξει δεν είναι η γνώμη μας, αλλά το βλέμμα μας

Φανταστείτε να βλέπετε τους ταλαίπωρους ξένους,
με τα μωρά τους στην πλάτη και τα φτωχικά τους υπάρχοντα,
να σέρνονται, ουρές, στα λιμάνια, στις ακτές για να ξεσπιτωθούν,
κι εσείς να κάθεστε σαν βασιλιάδες μες στις επιθυμίες σας,
ο καθένας σας τυλιγμένος με περηφάνια στη δική του γνώμη.
Αν ήσασταν στη θέση τους,
σαν να μη σας έφτιαξε Θεός,
σαν να μη φτιάχτηκε ο κόσμος και για σας.
Αν σας φέρονταν έτσι, τι θα λέγατε;
Αυτή είναι η ζωή των ξένων·
κι αυτή η απροσμέτρητη απανθρωπιά σας.

-Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 16ος αιώνας

— Το απόσπασμα που διαβάζουμε πριν ξεκινήσει η ταινία, μας εμπλέκει προσωπικά από το πρώτο λεπτό. Να ξεκινήσουμε από αυτό;

Το απόσπασμα αυτό, που αποδίδεται στον Σαίξπηρ και έγινε viral αυτές τις μέρες μέσα από μια απαγγελία του Ίαν ΜακΚέλεν, δίνει το πλαίσιο της ταινίας – που αρχικά είχε τον τίτλο «The Stranger’s Case», πριν καταλήξουν στο «I Was a Stranger». Μας προϊδεάζει ότι αυτό που θα δούμε επιδιώκει να οξύνει την ενσυναίσθηση του θεατή απέναντι στον «ξένο». Ότι από πίσω κρύβονται ιστορίες ανθρώπων και όταν συναντάμε στον τόπο μας κάποιους που μας φαίνονται ξένοι, καλό είναι να θυμόμαστε τι μπορεί να κουβαλούν.

Όποια επιχειρήματα κι αν έχει κανείς απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, μπορεί να μη συμφωνώ μαζί τους, αλλά δεν τα κοροϊδεύω. Η καχυποψία, ο φόβος, η ανάγκη περιχαράκωσης, είναι σε έναν βαθμό ενστικτώδη. Αντί να στεκόμαστε εχθρικά ή ειρωνικά απέναντι στις ανησυχίες των ανθρώπων, ακόμη κι αν είναι στενά διατυπωμένες ή ακατέργαστες, αυτό που ίσως μπορούμε να κάνουμε –γιατί έχω πειστεί πια ότι τα επιχειρήματα από μόνα τους δεν αρκούν– είναι να προσφέρουμε μια διαφορετική ματιά.

— Όπως ακριβώς κάνει η ταινία, που σε βάζει να δεις από μέσα τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων…

Δεν υπαγορεύει τι πρέπει να γίνει, ούτε παίρνει θέση στο ερώτημα των αναγκαίων πολιτικών. Αντίθετα, φωτίζει το ανθρώπινο πεδίο πίσω από αυτά τα διλήμματα, αφήνοντας τον θεατή να αναμετρηθεί ο ίδιος με τα ερωτήματα που γεννιούνται. Με έναν τρόπο καθόλου απλοϊκό, αφελή ή διδακτικό, έρχεται να μας το υπενθυμίσει: όταν στη Δύση μιλάμε για το προσφυγικό, μιλάμε πρωτίστως για ανθρώπους.

Η ταινία μπορεί να ακολουθεί το ταξίδι αυτής της χειρουργού και τους ανθρώπους που συναντά στη διαδρομή της, όμως έχει σημασία ότι ξεκινά και καταλήγει στο Σικάγο – με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε για να μην κάνουμε σπόιλερ: από την πρώτη εικόνα έως την τελευταία υπάρχει μια μετατόπιση, που επανατοποθετεί τον χαρακτήρα. Και αυτό έχει αξία. Γιατί μοιάζει σαν ο Μπραντ Άντερσεν να απευθύνεται ευθέως στον δυτικό θεατή και να του λέει: κοίταξε ξανά. Την επόμενη φορά που θα συναντήσεις έναν άνθρωπο που σου φαίνεται «ξένος» –μια γυναίκα που καθαρίζει έναν χώρο, κάποιον που σου φέρνει το φαγητό– μην τον δεις μέσα από το φίλτρο της απαξίωσης ή της συνήθειας. Στάσου για μια στιγμή και σκέψου τι μπορεί να έχει προηγηθεί. Αυτό που η ταινία προσπαθεί να μετατοπίσει δεν είναι η γνώμη σου, αλλά το βλέμμα σου.

— Το συναίσθημα του φόβου για τη ζωή –τη δική τους και των παιδιών τους– αλλά και σκηνές όπως ο βομβαρδισμός στο σπίτι της γιατρού στο Αλέπι –μια οικογενειακή στιγμή, σε ένα αστικό περιβάλλον, με ανθρώπους που τρώνε ακούγοντας δυτική μουσική– δημιουργούν μια οικειότητα που σε βοηθά να μπεις πιο εύκολα στη θέση τους. Συμφωνείς;

Αισθανόμαστε συχνά ότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να βρεθούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Ότι ανήκουμε στον δυτικό κόσμο, με τις δουλειές μας, τα σπίτια μας, μια σχετική αίσθηση ασφάλειας. Και όμως, μια τέτοια ρήξη δεν είναι αδιανόητη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έφερε τον ξεριζωμό ξανά μέσα στην Ευρώπη, σε μια πραγματικότητα που θεωρούσαμε πιο προστατευμένη. Και η επιλογή του Μπραντ Άντερσεν να παρουσιάσει μια επιτυχημένη γιατρό στη Συρία, με καριέρα και κοινωνική θέση, κάνει αυτή τη σύνδεση ακόμη πιο άμεση. Σε αναγκάζει να δεις ότι αυτό δεν αφορά απαραίτητα «κάποιους άλλους».

Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι όσοι φτάνουν εδώ βρίσκονταν εξαρχής στην απόλυτη ανέχεια. Αυτό δεν ισχύει πάντα. Πολλοί είχαν μια εντελώς διαφορετική ζωή πριν από τον πόλεμο – κάτι που διαπιστώνεις αν μιλήσεις μαζί τους. Δεν λέω ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό εδώ, αλλά αν σκεφτούμε παραδείγματα όπως το Λονδίνο του ’39, άνθρωποι που ζούσαν μια κανονική ζωή δεν φαντάζονταν ότι η πόλη τους θα γίνει συντρίμμια. Δεν είναι κάτι που το περιμένεις.

Κι όμως, συχνά νιώθουμε προστατευμένοι. Και μέσα σε αυτή τη σχετική ασφάλεια, κάποιοι αισθάνονται ότι απειλούνται. Και δεν νομίζω ότι μια τέτοια ταινία θα αλλάξει ριζικά τη στάση κάποιου που είναι αρνητικός απέναντι στο μεταναστευτικό. Αυτό που μπορεί να κάνει, όμως, είναι να μαλακώσει τις γωνίες. Είναι άλλο να λες «το προσφυγικό είναι πρόβλημα» και ταυτόχρονα να αναγνωρίζεις ότι μιλάμε για ανθρώπους, και εντελώς άλλο να λες «διώξτε τους όλους». Η διαφορά είναι τεράστια, ηθικά και ψυχικά.

— Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν ακραίες θέσεις, αλλά είναι απλώς αδιάφοροι. Και νομίζω ότι σε αυτούς μπορεί να απευθυνθεί η ταινία. Γιατί το σινεμά, όπως και η λογοτεχνία, διευρύνουν τις προσλαμβάνουσές μας, μας μεταφέρουν σε περιοχές όπου η δική μας εμπειρία δεν φτάνει.

Αυτή η αδιαφορία δεν είναι τυχαία. Σχεδόν μια δεκαετία μετά την προσφυγική κρίση, υπάρχει μια τάση να θέλουμε να τα αφήσουμε όλα πίσω μας, να μην τα βλέπουμε. Και αυτό είναι, σε έναν βαθμό, ανθρώπινο. Συνηθίζουμε το δράμα, το ενσωματώνουμε στην καθημερινότητά μας για να μπορούμε να συνεχίσουμε. Αν το σκεφτείς, ένας άνθρωπος που θα βίωνε κάθε τραγωδία γύρω του με απόλυτη ένταση, σαν να ήταν δική του, δεν θα μπορούσε καν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Η απο-ευαισθητοποίηση είναι μηχανισμός επιβίωσης.

Όμως δεν μπορούμε να μένουμε εκεί. Είναι εξίσου αναγκαίο να ερχόμαστε σε επαφή με ό,τι μας ευαισθητοποιεί ξανά, έστω και για λίγο. Και ίσως εκεί βρίσκεται ο ρόλος της τέχνης: να μετακινεί το βλέμμα μας προς τον κόσμο, να το οξύνει, να μας κάνει να παρατηρούμε λίγο περισσότερο.

— Νομίζω ότι η ταινία το πετυχαίνει. Γιατί σε όλη τη διάρκειά της αναδύονται ηθικά διλήμματα, δοσμένα με λεπτότητα, που δείχνουν ότι τα πράγματα δεν είναι άσπρο ή μαύρο.

Ακόμη και στην περίπτωση του διακινητή, η ταινία επιλέγει να τον δείξει ως ένα πρόσωπο με ανθρώπινη διάσταση, έναν πατέρα που αγαπά το παιδί του. Ο ρόλος του Ομάρ Σι βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο που είχε γνωρίσει ο Άντερσεν κατά τη διάρκεια της ακτιβιστικής του δράσης στην Τουρκία. Κάποια στιγμή, τον ρώτησε: πώς γίνεται να αγαπάς τόσο πολύ το παιδί σου και ταυτόχρονα να κάνεις κάτι που ξέρεις ότι μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο άλλων παιδιών;

Η απάντηση ήταν απλή: «Αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνουν άλλοι. Και χρειάζομαι τα χρήματα». Δεν είναι μια απάντηση που αντικρούεται εύκολα. Δείχνει το βάθος της αντίφασης – αλλά και το πόσο μακρύς είναι ο δρόμος για να αλλάξουν τέτοιες πραγματικότητες. Και αυτό είναι, τελικά, που επιχειρεί η ταινία: να μη δείξει τίποτα ως απόλυτα σωστό ή λάθος, να μη διδάξει, να μη τοποθετηθεί με όρους ιδεολογικούς ή πολιτικούς. Αντίθετα, επιλέγει κάτι πιο δύσκολο: να σταθεί με συνέπεια υπέρ των ανθρώπων. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική θέση που μπορεί να πάρει ένα έργο.

 Πώς ήταν να δουλεύεις σε μια διεθνή παραγωγή;

Ήταν φανταστικά – για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, γιατί με ενδιέφερε πολύ η ίδια η ταινία και το θέμα της. Ήρθα πολύ κοντά με τους ανθρώπους, τους συντελεστές, και ειδικά με τον Μπραντ Άντερσεν γίναμε πραγματικά φίλοι – κάνουμε πλέον μαζί διακοπές, σαν να είμαστε φίλοι από παλιά. Είχα επίσης την ευκαιρία να συμμετάσχω σε σκηνές δράσης και να τις κάνω ο ίδιος, να είμαι παρών σε όλη τη διαδικασία μιας τέτοιας παραγωγής. Ήταν κάτι πολύ εντυπωσιακό. Υπήρχε και μια ενδιαφέρουσα αντίθεση: οι Αμερικανοί αγχώνονταν γιατί ο προϋπολογισμός ήταν – για τα δικά τους δεδομένα – περιορισμένος, κι εμείς γελούσαμε, γιατί στην Ελλάδα τέτοια ποσά είναι αδιανόητα.

Πέρα από αυτό, ήταν από τις λίγες φορές που ένιωσα ότι όλα ευθυγραμμίζονται: η καλλιτεχνική αξία, οι άνθρωποι, η καθημερινότητα στο γύρισμα, το ίδιο το περιεχόμενο. Όλα δούλευαν προς την ίδια κατεύθυνση. Θυμάμαι, για παράδειγμα, συζητήσεις με έναν Λιβανέζο ηχολήπτη, που μου μιλούσε για τη Βηρυτό, για την έκρηξη στο λιμάνι και για το πώς επηρέασε τη χώρα του. Και συνειδητοποιείς ότι, παρότι ερχόμαστε από τόσο διαφορετικά μέρη, στο σινεμά μιλάμε την ίδια γλώσσα. Βλέπεις τον άλλον στη δουλειά – έναν ηχολήπτη με τον εξοπλισμό του, έναν τεχνικό στο πόστο του – και ξέρεις ακριβώς τι κάνει, γιατί κάνετε όλοι το ίδιο πράγμα. Και αρχίζεις να καταλαβαίνεις, όχι μόνο διανοητικά αλλά σχεδόν σωματικά, ότι δεν διαφέρεις πουθενά από τον άλλον. Είναι απλώς ένας άνθρωπος σαν κι εσένα, που αγαπά το σινεμά και θέλει να κάνει ταινίες.

 Μέσα από αυτή τη βιωματική επαφή γεννήθηκε και ο χαρακτήρας του Έλληνα λιμενικού, του Σταύρου, που βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο. Πώς προσέγγισες τον ρόλο;

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος ήταν λιμενικός στη Λέσβο, που δυστυχώς δεν βρίσκεται πια στη ζωή, και βρέθηκε να υπηρετεί στη δίνη της μεγάλης προσφυγικής κρίσης του 2015. Έβγαινε σε περιπολίες και έσωζε ανθρώπους, με μια αφοσίωση που ξεπερνούσε το επαγγελματικό του καθήκον. Η ιστορία του έχει καταγραφεί και στο ντοκιμαντέρ «4.1 Miles», της Δάφνης Ματζιαράκη, που αναφέρεται στην απόσταση ανάμεσα στις ακτές της Λέσβου και της Τουρκίας – μια απόσταση μικρή στον χάρτη, αλλά που σε δύσκολες συνθήκες γίνεται τεράστια και επικίνδυνη. Σε αυτόν βασίζεται ο χαρακτήρας που υποδύομαι: ένας λιμενικός σε ελληνικό νησί, που η συγκυρία τον τοποθετεί σε μια εξαιρετικά φορτισμένη ιστορική στιγμή. Το βάρος που καλείται να σηκώσει το αντιμετωπίζει με τρόπο βαθιά αντιηρωικό, με ταπεινότητα, χωρίς μεγαλοστομίες. Δεν αντλεί ικανοποίηση από τις ζωές που σώζει, γιατί υπάρχουν εκείνες που χάθηκαν.

Με συγκίνησε βαθιά η στάση αυτού του ανθρώπου: η ηρεμία, η απουσία ιδεολογικής ρητορικής, η πλήρης αφοσίωση σε ένα και μόνο πράγμα – στη διάσωση ανθρώπινων ζωών– και η συντριβή όταν δεν τα καταφέρνει. Υπερβαίνει τα όρια του ρόλου του, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ζωή, ακόμη και τη σχέση με το παιδί του.

Μελετώντας τον ρόλο, προσπάθησα να μαλακώσω κυρίως το βλέμμα. Επηρεάστηκα έντονα από τον τρόπο που στεκόταν ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, όπως τον είχα δει στο ντοκιμαντέρ. Υπήρχε μια ηρεμία, μια εσωτερικότητα. Προσπάθησα να δώσω στο βλέμμα ένα βάρος, σαν να κουβαλά κάτι, αλλά και μια απόσταση, σαν ο άνθρωπος αυτός να είναι λίγο αλλού. Σαν να μην τον αφορά πια ο κόσμος γύρω του με τον ίδιο τρόπο.

 Σε μια περίοδο που η δημόσια συζήτηση για το προσφυγικό είναι έντονη και συχνά πολωμένη, σας απασχόλησε ο τρόπος με τον οποίο επιλέξατε να το προσεγγίσετε μέσα από την ταινία;

Στο Φεστιβάλ του Βερολίνου προέκυψε μια συζήτηση με κάποιες Γερμανίδες από ΜΚΟ, οι οποίες εξέφρασαν την ένσταση ότι η ταινία δεν αντανακλά την πραγματική στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στους πρόσφυγες και ότι παρουσιάζει μια υπερβολικά θετική εικόνα της Ελλάδας και των Ελλήνων. Αυτό που τους απαντήσαμε –και εγώ και ο Άντερσεν, σαν να ήμασταν συνεννοημένοι – είναι ότι η ιστορία που αφηγείται η ταινία δεν είναι η μοναδική. Δεν πρόκειται για ένα δοκίμιο πάνω στη στάση του ελληνικού κράτους, ούτε για ένα ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να καλύψει συνολικά το ζήτημα. Αν έχουν υπάρξει pushbacks και σκοτεινές σελίδες, δεν είναι αυτή η συζήτηση – θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας άλλης ταινίας. Όπως, αντίστοιχα, αν υπάρχουν σκοτεινές σελίδες στο προσφυγικό, υπάρχουν σίγουρα και λαμπρές.

Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την πλευρά, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Γιατί στο σινεμά πάντα επιλέγεις να πεις μια ιστορία. Και το ερώτημα είναι, αυτή η ιστορία στέκει; Έχει βάση; Είναι ψέμα ότι υπήρξαν άνθρωποι όπως ο Κυριάκος Παπαδόπουλος και τόσοι άλλοι Έλληνες που υποδέχτηκαν πρόσφυγες στις ακτές των νησιών τους; Πρέπει οπωσδήποτε όλοι να παρουσιάζονται σκληροί και απάνθρωποι; Ακόμη κι ένας άνθρωπος που διαφωνεί με τη διαχείριση του προσφυγικού, σημαίνει αυτό ότι, αν δει μια βάρκα μπροστά στο σπίτι του, θα αντιδράσει με βία; Ίσως, τελικά, ένας τρόπος για να μετακινηθούμε είναι να πλησιάσουμε αυτό που μας φαίνεται ξένο, να το γνωρίσουμε καλύτερα.

— Ο Μπραντ Άντερσεν είχε βρεθεί ο ίδιος στην καρδιά της προσφυγικής κρίσης, σε camps στην Ελλάδα και την Τουρκία. Καταλαβαίνεις, βλέποντας την ταινία, ότι δεν πρόκειται για έναν σκηνοθέτη που παρατηρεί από απόσταση, αλλά για κάποιον που έχει άμεση εμπειρία του πεδίου. Πες μας λίγο γι’ αυτόν.

Ο Άντερσεν προέρχεται από τον χώρο του Χόλιγουντ και έχει εργαστεί ως παραγωγός σε μεγάλες παραγωγές με ηθοποιούς όπως ο Τομ Κρουζ, ενώ ταυτόχρονα είναι και ενεργός ακτιβιστής. Αρχικά δημιούργησε το μικρού μήκους Refugee, όπου ξεδιπλωνόταν η ιστορία της Σύριας γιατρού στο Σικάγο — μια πρώτη εκδοχή της ιδέας που βλέπουμε τώρα. Το φιλμ είχε μεγάλη απήχηση, και έτσι αποφάσισε να επεκτείνει την ιστορία, συμπεριλαμβάνοντας και τους ανθρώπους που συναντά η ηρωίδα στη διαδρομή της.

Παράλληλα, είχε ταξιδέψει επανειλημμένα σε περιοχές που επλήγησαν από την κρίση –στη Συρία, την Ιορδανία, την Τουρκία, αλλά και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στη Λέσβο– προσπαθώντας να βοηθήσει και καταγράφοντας τις εμπειρίες του. Από αυτές τις εμπειρίες διαμόρφωσε και μια πολύ θετική εικόνα για την Ελλάδα. Έχει μιλήσει με ιδιαίτερα καλά λόγια για τη φιλοξενία και τη συμπόνια που έδειξαν απλοί άνθρωποι, που βρέθηκαν ξαφνικά να υποδέχονται πρόσφυγες στις ακτές και στα χωριά τους.

 Στα γυρίσματα βρεθήκατε σε άμεση επαφή με ανθρώπους που είχαν ζήσει αντίστοιχες εμπειρίες με αυτές της ταινίας. Πόσο σε επηρέασε αυτή η προσωπική επαφή τον τρόπο που δούλεψες και βίωσες την ιστορία;

Συνάντησα πολλούς τέτοιους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της ταινίας. Στα παράλια της Τουρκίας, όπου κάναμε τα γυρίσματα, πέρα από τους Αμερικανούς, τους Τούρκους που είχαν την εκτέλεση της παραγωγής, τους Άγγλους, τους Ιρλανδούς, τους Λιβανέζους, τους Ιορδανούς, τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ, είχαμε και βοηθητικούς ηθοποιούς –τους ανθρώπους που βλέπεις στις βάρκες–, ανθρώπους, κυρίως από τη Συρία που είχαν ζήσει αντίστοιχες ή παρόμοιες ιστορίες.

Κάθε μέρα, πριν από το γύρισμα, ο Άντερσεν έκανε μια προαιρετική «τελετή» που ονόμαζε devotional. Μαζευόμασταν σχεδόν όλοι οι συντελεστές και, κάθε φορά, ένας ή μία από αυτούς μοιραζόταν την προσωπική του ιστορία: πώς βρέθηκε εκεί, μαζί μας: πού ζούσε πριν, πώς αναγκάστηκε να φύγει, πώς οργάνωσε τον ξεριζωμό του, πώς κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες. Έτσι πηγαίναμε κάθε μέρα στο γύρισμα οπλισμένοι συναισθηματικά και ψυχικά, έχοντας έρθει σε επαφή με κάτι που καθρέφτιζε την ίδια την πραγματικότητα.

 Μας αρέσει πολύ να βλέπουμε Έλληνες ηθοποιούς σε διεθνείς παραγωγές –στην ταινία συμμετέχουν επίσης η Αγγελική Παπούλια, ο Θάνος Τοκάκης και ο μικρός Νικόλας Αλαφάκης– και ευχόμαστε η ταινία να πάει καλά στις αίθουσες, γιατί της αξίζει.

Η ταινία έχει ήδη ταξιδέψει πολύ στο εξωτερικό και έχει πάρει αρκετά βραβεία. Περιμένουμε να δούμε πώς θα πάει και στην Ελλάδα – αυτό πάντα είναι πιο δύσκολο να το προβλέψεις πριν τη δει το κοινό. Αυτό που μπορώ να πω, πάντως, είναι ότι από όπου κι αν έχει προβληθεί, έχω την αίσθηση ότι αγγίζει βαθιά τους ανθρώπους. Υπάρχει μια συγκίνηση που περνάει πέρα από τη γλώσσα ή τη χώρα. Και αυτό, ίσως, είναι το πιο σημαντικό: ότι τελικά μιλάει για κάτι που μας αφορά όλους, την ανθρώπινη εμπειρία, τη συμπόνια και τις σχέσεις μας με τους άλλους σε ακραίες συνθήκες.

Δειτε περισσοτερα

Guggenheim Museum Bilbao
Στη Χώρα των Βάσκων

Χωρίς αυστηρό πρόγραμμα αλλά με διάθεση για εξερεύνηση, μέσα από βόλτες και γεύσεις, αποκαλύπτεται η αυθεντική ψυχή ενός τόπου που αντιστέκεται στον χρόνο