Κινηματογραφος

Το σινεμά στον 21ο αιώνα ως τέχνη, φόρμα, κοινωνική εμπειρία

Μια τριλογία-προβληματισμός για το μέλλον του κινηματογράφου τον 21ο αιώνα

romanos-gerodimos.jpg
Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 782
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ελευθερία Θανουλη
Η Ελευθερία Θανούλη

Μιλήσαμε με την Ελευθερία Θανούλη, καθηγήτρια Θεωρίας στο Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ, για το σινεμά στον 21ο αι., τις ταινίες και τις ψηφιακές πλατφόρμες.

Μια τριλογία-προβληματισμός για το μέλλον του κινηματογράφου τον 21ο αιώνα. Το σινεμά ως τέχνη, φόρμα, και κοινωνική εμπειρία. Νέες μορφές οπτικοακουστικής αφήγησης και η σύγχρονη αστική κουλτούρα. [Διαβάζετε το 1ο μέρος εδώ και το 2ο μέρος εδώ]

Η μετανάστευση του κινηματογράφου στην τηλεόραση και στις ψηφιακές πλατφόρμες, που ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια και επισπεύσθηκε λόγω πανδημίας, θέτει ερωτήματα υπαρξιακής σημασίας για την 7η τέχνη. Όταν νέες κινηματογραφικές ταινίες προβάλλονται αποκλειστικά σε ψηφιακές πλατφόρμες, κι όταν τηλεοπτικές σειρές υιοθετούν την κινηματογραφική γλώσσα, ποια η διαφορά ανάμεσα στο σινεμά και την τηλεόραση; Τι είναι τελικά το σινεμά;

Για να απαντήσουμε το ερώτημα αυτό ζητήσαμε τη βοήθεια της κ. Ελευθερίας Θανούλη, Καθηγήτριας Θεωρίας στο Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ και συγγραφέα του εξαιρετικού (και σημαντικού) βιβλίου History and Film: A Tale of Two Disciplines (Bloomsbury, 2018). «Η ανάγκη μας να ορίσουμε το τι είναι ο κινηματογράφος παραμένει πάρα πολύ ζωντανή, έως και πιεστική, ειδικά τώρα που περνάμε μία φάση μετάβασης, αλλά δεν είναι καινούργια και δεν υπάρχει απόλυτος τρόπος να οριστεί η ουσία του κινηματογράφου. Η ερώτηση δεν απαντήθηκε ποτέ και δεν θα απαντηθεί και ποτέ∙ απλώς υπάρχουν διάφορες απόπειρες. Η επιθυμία να βρούμε τη μοναδικότητα, την ουσία, του κινηματογράφου δεν θα εξαλειφθεί, αλλά εμείς οι θεωρητικοί του κινηματογράφου έχουμε αποδεχτεί πλέον ότι δεν υπάρχει αυτή η ουσία».

Ίσως ένας τρόπος να διαχειριστούμε και να κατανοήσουμε τη μετάβαση που ζούμε θα ήταν να κάνουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές φύσεις του σινεμά: ως τέχνη, ως φόρμα, και ως εμπειρία θέασης.

Ο κινηματογράφος ως τέχνη

Η κ. Θανούλη τονίζει ότι το σινεμά ήταν και παραμένει μία τέχνη ζωντανή, που εξελίσσεται συνεχώς και που –όπως όλα τα μέσα επικοινωνίας– εμπλέκεται σε μια αέναη διαδικασία αυτού που, σε ένα κλασικό πλέον βιβλίο το 1998, οι Jay David Bolter και Richard Grusin ονόμασαν remediation (αναμεσοποίηση). Η αναμεσοποίηση είναι έμφυτη στις τέχνες και στα μέσα: ένα θεατρικό έργο μπορεί να είναι διασκευή λογοτεχνικού· το σινεμά μπορεί να δανειστεί τεχνικές του θεάτρου· ένα βιβλίο μπορεί να έχει κινηματογραφική ατμόσφαιρα ή δράση· τα κόμικς βρίσκονται από την αρχή σε συνεχή διάλογο με το σινεμά· το νουάρ επηρέασε καθοριστικά video games όπως το Bioshock και το LA Noire· με τη σειρά τους, ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπως το Matrix υιοθετούν αισθητικούς κώδικες και αφηγηματικές τεχνικές των video games κ.ο.κ.

«Τα μίντια είναι οχήματα που κάνουν remediation άλλα μέσα, και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και αποδεκτό. Ο κινηματογράφος ήταν πάντα ένα πορώδες μέσο το οποίο ενσωμάτωνε τρόπους διασκέδασης, άλλες τέχνες, τα συνδυάζε και τα προχωρούσε. Εξακολουθεί να είναι πορώδης, απλώς θεωρώ ότι είμαστε σε μία μετάβαση. Ιστορικά οι μεγάλες μεταβάσεις ήταν απ’ τον βωβό στον ομιλούντα, και από τον αναλογικό στον ψηφιακό. Σε όλες αυτές τις τεχνολογικές εξελίξεις οι πιο φοβικοί απάντησαν με θρήνους και με οιμωγές... “Πέθανε ο κινηματογράφος”. Ο κινηματογράφος πέθαινε και ξαναγεννιόταν. Δεν ανησυχώ για τον κινηματογράφο, ακόμα κι αν χρειαστεί να αλλάξει όνομα. Ξέρω πώς ακούγεται αυτό, αλλά οι άνθρωποι θα έχουν την ανάγκη να λένε ιστορίες μέσα από εικόνες και ήχους, βασικές μορφές αφήγησης θα παραμείνουν».

Η φόρμα της κινηματογραφικής ταινίας

Αν ο πυρήνας του κινηματογράφου –η τέχνη της οπτικοακουστικής αφήγησης μέσα από τον συνδυασμό της κίνησης, του φωτισμού, του ήχου, του mis-en-scene, και της αντιπροσώπευσης χαρακτήρων και γεγονότων– παραμένει ζωντανός, η παραδοσιακή φόρμα της ταινίας μυθοπλασίας, animation ή ντοκιμαντέρ, μικρού ή μεγάλου μήκους, βρίσκεται σε φάση ραγδαίων αλλαγών.

«Μπορεί να αλλάξουν οι διάρκειες (π.χ. μίνι σειρές, ακόμη και ντοκιμαντέρ σε σειρές)∙ δηλαδή αν θέλουμε να δούμε το διαφορετικό, τα μήκη και τα μεγέθη των οπτικοακουστικών έργων θα αποκτήσουν μια πολύ μεγάλη ευελιξία και ελαστικότητα, που δεν είναι και κακό. Το βλέπουμε άλλωστε και στα blogs – παλιά στις εφημερίδες λέγαμε πρέπει να γράψεις 500 λέξεις, δεν μπορείς να γράψεις παραπάνω. Τώρα επειδή δεν έχεις τον περιορισμό του χώρου δεν έχει και τόση σημασία. Ως προς τη φόρμα –το μέγεθος και τη διάρκεια– θα υπάρξουν διάφορες παραλλαγές, όπως θα υπάρξουν και υβριδικές μορφές σε ό,τι αφορά το ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία. Ως προς τα είδη και τις κατηγοριοποιήσεις, θα χρειαστούμε πολλές κατηγορίες ακόμη. Ως προς άλλα μορφολογικά στοιχεία των αφηγήσεων, εγώ δεν βλέπω μεγάλη διαφορά. Και τα είδη (genres) εξακολουθούν να επηρεάζουν, παρόλο που το Netflix έχει βρει πάρα πολλούς κωδικούς για να πιάνει το γούστο το κοινού –το είδος από μόνο του δεν φτάνει– άρα κι εκεί υπάρχει πλουραλισμός, θρυμματισμός και καινούργιος τρόπος να κάνεις το indexing ανάμεσα σε διαφορετικά έργα».

Η μετάβαση σε ένα ψηφιακό περιβάλλον ασύγχρονης θέασης απελευθερώνει τον δημιουργό. Από τη στιγμή που δεν χρειάζεται όλες οι ταινίες να είναι περίπου 2 ώρες, και που βασικά δεν χρειάζεται να είναι καν «ταινίες» με την παραδοσιακή έννοια, δηλαδή μοναδιαίες εμπειρίες, τότε δεν χρειάζεται καν να έχουν την παραδοσιακή μορφή τηλεοπτικής σειράς, πόσο μάλλον τα επεισόδια της να έχουν σταθερή διάρκεια. Απ’ τη στιγμή που δεν μας περιορίζει τίποτε από αυτά, το μόνο σύνορο είναι η φαντασία μας: τι μας εμποδίζει να κάνουμε κινηματογράφο για εφαρμογές στα κινητά όπως το Tik Tok και το Twitter; Ταινίες που συνδυάζουν παραδοσιακή οπτικοακουστική αφήγηση με bonus content όπως μικρά ντοκιμαντέρ, βιντεάκια απ’ τα γυρίσματα και merchandise για τους φαν; Ή ταινίες με διαδραστικά στοιχεία; Ή ταινίες που γυρίζονται και μεταδίδονται live;

«Δεν ξέρω πώς θα ονομάσουμε αυτό που θα γίνεται τις επόμενες δεκαετίες. Σίγουρα θα χρειαστούμε ταμπέλες, σίγουρα θα χρειαστούμε όρους με τους οποίους θα μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Ήδη στα βραβεία υπάρχει τεράστιο πρόβλημα με τις κατηγοριοποιήσεις των έργων». Αυτό, συμπληρώνει η Ελευθερία Θανούλη, ισχύει και για τους θεωρητικούς, αλλά και για τη βιομηχανία για να μπορεί να παράγει και να διακινεί τα έργα. «Η βιομηχανία θα το λύσει, πιστεύω, πρώτη, και μετά θα ακολουθήσει η κοινή χρήση των όρων από εμάς τους θεατές, και στο τέλος θα έρθουν οι θεωρητικοί του κινηματογράφου. Άλλωστε και ο Elsaesser έλεγε ότι η θεωρία του κινηματογράφου είναι η κηδεία μιας πρακτικής (the funeral of a practice)».

Η προοπτική του απροσδόκητου είναι το όχημα της φαντασίας μας, αλλά και ολόκληρης της ζωής μας, σε αντίθεση με τη βεβαιότητα του γνώριμου που μας παρέχει το βολικό ψηφιακό περιβάλλον

Ο κινηματογράφος ως εμπειρία θέασης

Το σινεμά δεν είναι όμως μόνο τέχνη και φόρμα. Είναι και μια συγκεκριμένη σχέση με τον χώρο. Σε πρόσφατη συνέντευξή του (Τα Νέα, 20.3), ο Φαίδων Παπαμιχαήλ, υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας για το “The trial of Chicago 7” του Άαρον Σόρκιν (το οποίο βγήκε στο Netflix), είπε: «Για μένα “κάνω κινηματογράφο” σημαίνει ακόμα “μεγάλη οθόνη”».

Εάν η τέχνη του κινηματογράφου παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ, και αν η φόρμα εξελίσσεται και προσαρμόζεται στα νέα μέσα, η τρίτη πτυχή του κινηματογράφου, το σινεμά ως κοινωνική εμπειρία και συνύπαρξη στον φυσικό χώρο –ως θρησκευτικό σχεδόν μυστήριο μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, αλλά και ως έξοδος στην πόλη– αντιμετωπίζει αδιαμφισβήτητα μια υπαρξιακή πρόκληση.

«Το κοινό του σινεμά είναι πολυπληθέστερο από κάθε άλλη εποχή. Απλώς υπάρχει αυτός ο θρυμματισμός που μας δυσκολεύει γιατί κάποτε ήταν σε μια σκοτεινή αίθουσα, ενώ τώρα είναι παντού. Αλλαγές θα υπάρξουν, αλλά αλλαγές υπήρχαν και πριν την πανδημία, απλώς τώρα υπάρχει επιτάχυνση και είναι και πιο αισθητές».

Το σινεμά είναι συνυφασμένο με την πόλη και με τη σύγχρονη αστική κουλτούρα. Στο άμεσο μέλλον, ως έξοδος, φαίνεται μάλλον να περιορίζεται σε συγκεκριμένα εμπορικά είδη ή ταινίες-κράχτες που μπορούν να ξεβολέψουν τους θεατές απ’ τους καναπέδες τους: No Time to Die, Jurassic Park, Mission Impossible, Rogue One κ.ά. Ωστόσο αυτό δεν είναι απαραιτήτως ένα βιώσιμο μοντέλο για τις κινηματογραφικές αίθουσες· όχι μόνο επιχειρηματικά (δύο-τρία blockbuster δεν αρκούν για να αποσβέσουν το κόστος ενοικίασης, στελέχωσης και διαχείρισης ενός μεγάλου δικτύου αιθουσών στα κέντρα πόλεων), αλλά και πολιτισμικά, αφού εξυπηρετεί μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες δημιουργών και θεατών. Όταν το μαζικό κοινό ξεσυνηθίζει την εμπειρία της κινηματογραφικής αίθουσας, τότε η πίτα μικραίνει για όλους· και αντίστροφα, όταν η πίτα των ταινιών που παράγονται και προβάλλονται, και των ανθρώπων που θέλουν να τις δουν, μεγαλώνει, όλοι κερδίζουν.

Τα κέντρα των πόλεων και η ευρύτερη βιομηχανία του κινηματογράφου θα πρέπει να αναπτύξουν νέες μορφές συνεύρεσης και συλλογικής απόλαυσης στον φυσικό και τον δημόσιο χώρο, που θα επιτυγχάνουν τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά οποιασδήποτε τέχνης και οποιασδήποτε διαδικασίας κοινωνικοποίησης: αφενός μεν τη βιοποικιλότητα και τον πλουραλισμό ταινιών, ειδών και φωνών· αφετέρου δε τη διασφάλιση της τυχαιότητας. Η προοπτική του απροσδόκητου είναι το όχημα της φαντασίας μας, αλλά και ολόκληρης της ζωής μας, σε αντίθεση με τη βεβαιότητα του γνώριμου που μας παρέχει το βολικό ψηφιακό περιβάλλον.

Με αυτή τη λογική δεν αποκλείεται να δούμε την άνοδο μικρότερων και μεγαλύτερων κινηματογραφικών φεστιβάλ στις πόλεις ως σημεία συγκέντρωσης, προβολής και αναφοράς. Ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της πανδημίας είδαμε την εμφάνιση μικρών διαδικτυακών κοινοτήτων που διοργανώνουν ζωντανές (ψηφιακές) προβολές με ταυτόχρονο σχολιασμό μέσω live streaming προσπαθώντας να διατηρήσουν τον κοινωνικό χαρακτήρα του κινηματογράφου (κάτι που έγινε και με τη χορευτική μουσική με DJs να παίζουν ζωντανά μέσω του Livesets).

Η άλλη μεγάλη πρόκληση και αλλαγή έχει να κάνει με το σινεμά ως επάγγελμα, ως πηγή βιοπορισμού για όσους ασχολούνται με αυτό, αλλά και ως δομή χρηματοδότησης ιδεών και σεναρίων. Για όσους βρίσκονται εκτός μεγάλων στούντιο ή κρατικών δομών, το σινεμά, όπως και το θέατρο και οι τέχνες, ήταν πάντα συνυφασμένο με την εργασιακή ανασφάλεια και τη βιοπάλη. Η μετάβαση στο gig economy (ελεύθερες και ευέλικτες εργασιακές και επαγγελματικές σχέσεις που βασίζονται στον περιορισμένο χρόνο του ενός συμβολαίου μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες) σημαίνει ότι ο νέος επαγγελματίας πρέπει τώρα να είναι καλός στα πάντα, δηλ. όχι μόνο στην τέχνη του, αλλά και στην επικοινωνιακή και επαγγελματική διαχείριση του εαυτού του ως προϊόν. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ολοένα και περισσότερες ταινίες θα αναζητούν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως το crowdfunding (που ουσιαστικά είτε είναι προπληρωμή του εισιτηρίου, είτε χρηματική υποστήριξη από φίλους και γνωστούς με αντάλλαγμα διάφορα «καλούδια»), χρηματοδότηση από σπόνσορες, τοποθέτηση προϊόντων και φυσικά οι διαδικτυακές διαφημίσεις.

Η κ. Θανούλη μάς υπενθυμίζει ότι και ο κινηματογράφος λειτουργεί με τους κανόνες της φύσης και της αγοράς: «Η προσαρμογή είναι αυτό που θα παίξει τον καθοριστικό ρόλο. Θα επιβιώσουν οι πιο προσαρμοστικοί, όπως συμβαίνει και στη φύση άλλωστε».  

ΠΡΟΣΦΑΤΑ