Φωτογραφια

Κωνσταντίνος Πίττας: 40 χρόνια μετά, ένα ταξίδι 30.000 φωτογραφιών σε μια Ευρώπη που δεν υπάρχει πια

Ο άνθρωπος που ταξίδεψε μόνος στην Ευρώπη για να φωτογραφίσει τον χρόνο
Δήμητρα Γκρους
ΤΕΥΧΟΣ 1003
20’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με μια μικροσκοπική φωτογραφική μηχανή τσέπης Minox και ένα ελληνικό Pony, στην Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου: Το μεγάλο ταξίδι του Κωνσταντίνου Πίττα

«Στην αρχή, υπάρχει πάντα μια κρίση». Έτσι ξεκινά και το πρώτο μέρος του βιβλίου, «Ανάμνηση της μήτρας»: στις αρχές του 1984 ο Κωνσταντίνος Πίττας είναι ένας νεαρός απόφοιτος του Πολυτεχνείου που κουβαλάει ένα αίσθημα αποτυχίας. Βγαίνει από το δωμάτιο όπου είχε κλειστεί, αγοράζει μια μικρή μηχανή τσέπης, μια Minox, και πηγαίνει στον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο για να τη δοκιμάσει.

Κάπως έτσι αρχίζει μια φωτογραφική περιπλάνηση που θα αλλάξει τη ζωή του. Τις επόμενες μέρες περιπλανιέται στην Αθήνα όχι για να φωτογραφίσει, αλλά για να δει, όπως λέει, πρώτη φορά στη ζωή του – να δει εκείνο που συνήθως περνά απαρατήρητο: τους αόρατους ανθρώπους. Στην Πανεπιστημίου, στον Ηλεκτρικό, στο Ζάππειο, στο Αιγάλεω, στη Βαρβάκειο, αποτυπώνεται μια ολόκληρη πόλη μέσα από πρόσωπα και στιγμές που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Εικόνες του κοινού μας παρελθόντος, ζωές μέσα στις οποίες μπορούμε ακόμη να αναγνωρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας.

Μέχρι που αυτός ο κύκλος κλείνει και αρχίζει ένα άλλο, μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη. «Η περιπλάνηση, η εποχή». Από τις πρώτες εικόνες του αυτοκινήτου, της βροχής και του δάσους έως τις πόλεις της Δυτικής Γερμανίας, την Πράγα, τη Βουδαπέστη, το Παρίσι, τη Βόρεια Θάλασσα, τη Βιέννη, τη Λισσαβόνα, τη Βενετία, το Βουκουρέστι και τελικά την ιστορική στιγμή που το Ανατολικό και το Δυτικό Βερολίνο ξαναγίνονται ένα, η προσωπική περιπλάνηση ενός νέου ανθρώπου γίνεται μαρτυρία μιας ολόκληρης εποχής.

Για σχεδόν πέντε χρόνια ταξιδεύει μόνος, με έναν χάρτη και ένα αυτοκίνητο, σε μιαν Ευρώπη που λίγο αργότερα δεν θα υπήρχε πια. Σαράντα χρόνια αργότερα, οι φωτογραφίες συνοδεύονται από κείμενα που λειτουργούν σαν μια δεύτερη μνήμη. Ένας άλλος χρόνος προστίθεται πάνω στον πρώτο, μαζί με τη γνώση όσων τότε κανείς δεν μπορούσε να ξέρει. Οι λέξεις και οι φωτογραφίες φτιάχνουν κάτι καινούργιο, σαν να μην μπορούν πια να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο. Είναι δύσκολο να βάλεις σε λόγια την εμπειρία της ανάγνωσης.

Αυτό που μπορείς να πεις, ίσως, είναι ότι ο χρόνος αναδύεται ως ο πραγματικός πρωταγωνιστής: ο χρόνος που περνά, αυτό που χάνεται κι αυτό που τελικά διασώζεται. Κι ότι υπάρχει τρυφερότητα, μελαγχολία, ελευθερία, αλλά και κούραση, εγκατάλειψη, ιστορικό βάρος. Το αυτοκίνητο, η βροχή, τα σκουπίδια, η λάσπη, τα γερασμένα πρόσωπα, τα παιδικά βλέμματα, η ησυχία, η μοναξιά, οι άδειοι χώροι και οι σιωπηλές φιγούρες μοιάζουν σαν να έχουν βγει από ταινία. Κι όμως, έχουν όλα υπάρξει και μπορούν το ένα πλάι στο άλλο να αφηγηθούν μιαν ολόκληρη εποχή.

Ζωές που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου όπως χάνονται όλες οι ζωές, αλλά που άφησαν πίσω τους τα σημάδια, τις αποδείξεις ότι υπήρξαν, ότι αγαπήθηκαν…. (Στο πέρασμα του χρόνου, Χάλκη 2019)

Κωνσταντίνος Πίττας: Ένα πραγματικά σπάνιο βιβλίο

Συναντιόμαστε με τον Κωνσταντίνο Πίττα σ’ ένα καφέ, λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του. Το λεύκωμα βρίσκεται ανοιχτό ανάμεσά μας και, καθώς μιλάμε για τη φωτογραφία και για τις εικόνες που τράβηξε από το 1984 έως το 1989 —στην Αθήνα και κατόπιν στη χωρισμένη στα δύο Ευρώπη— οι σελίδες γυρίζουν και ένας ολόκληρος κόσμος επιστρέφει μπροστά μας. Μιλάμε για τη φωτογραφία, για τη ζωή μας, για την Ευρώπη.

Του λέω πόσο μου άρεσε το βιβλίο του. Ότι το βρίσκω παρηγορητικό. Όχι μόνο τις φωτογραφίες, τις οποίες εξάλλου γνώριζα και αγαπούσα ήδη, αλλά κυρίως τη γραφή. O τρόπος που βάζει τις λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη, σαν να μην υπάρχει τίποτα περιττό και τίποτα που να μην είναι στη θέση του.

Ο Κωνσταντίνος Πίττας και οι εικόνες μιας Ευρώπης πριν αλλάξει για πάντα

«Οι φωτογραφίες για μένα είναι εύκολες, κάτι σαν ένστικτο. Ή το έχεις ή δεν το έχεις. Αλλά η γραφή είναι πρωτίστως δουλειά. Δεν υπάρχει ένα μαγικό κλειδί που το γυρίζεις και βγαίνει ένα αριστούργημα. Κάποια κείμενα γράφτηκαν με μια πινελιά, που λέμε. Τα περισσότερα όμως είναι δουλεμένα. Είχα βάλει τον περιορισμό της μίας σελίδας, κάτι που εκ των υστέρων αποδείχθηκε σοφό. Με ανάγκαζε να μη μακρηγορώ και να μην παίρνω πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μου ως συγγραφέα. Πολλά κομμάτια έχουν τρεις παραγράφους, μια έμπνευση από την κλασική μουσική και τη δομή της σονάτας: αρχή, ανάπτυξη, γρήγορο τέλος. Αυτή ήταν η ιδέα και για το κείμενο: λιτότητα. Να ξεκινάει, να ολοκληρώνεται και μετά να αφήνει χώρο στη φωτογραφία. Και από τη φωτογραφία να μπορείς να επιστρέψεις ξανά στο κείμενο».

— Δεν είναι συνηθισμένο ένας φωτογράφος να συνοδεύει τις εικόνες του με κείμενα που στέκονται δίπλα τους ισότιμα. Σαν οι ιστορίες που κουβαλούν οι φωτογραφίες να βρίσκουν τις λέξεις τους — ή σαν τα κείμενα να επιστρέφουν και να φωτίζουν ξανά τις εικόνες.

Δεν το φανταζόμουν όταν ξεκινούσα ότι από την ένωση λόγου και εικόνας μπορεί να παραχθεί κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα από τα δύο μέρη ξεχωριστά. Είναι σαν τον άντρα και τη γυναίκα που ενώνονται και κάνουν ένα παιδί. Και το παιδί δεν μοιάζει στους γονείς — ευτυχώς δηλαδή (λέει γελώντας). Το παιδί είναι κάτι άλλο. Αυτό που βγαίνει από την ένωση λόγου και εικόνας είναι κάτι άλλο.

Ας πούμε η ιστορία της θείας μου στο χωριό. Αν δεν ξέρεις τίποτα για αυτήν, αν δεν υπάρχει το κείμενο, βλέπεις απλώς μια ηλικιωμένη γυναίκα με ένα τσεμπέρι και μια κατσίκα. Όμως η ιστορία της είναι σπαρακτική και κάποιος έπρεπε να την πει. Αν δεν την έλεγα εγώ, θα χανόταν εντελώς. Πέθανε πριν από σαράντα χρόνια, το 1986, και όλοι την έχουν ξεχάσει. Μόνο εγώ πήγαινα και την έβλεπα, μία φορά τον μήνα, τους χειμώνες που ήμουν στην Ελλάδα. Της πήγαινα τρόφιμα, μερικά πράγματα που χρειαζόταν. Ζούσε σε αυτή την κατάσταση και ήταν πολύ συγκινητικό να τη βλέπεις. Το πιο σπαρακτικό ήταν όταν καταλάβαινε ότι της είχαν πάρει κάποιο κατσικάκι. Τα φώναζε με τα ονόματα που τους είχε δώσει, τα έψαχνε και έκλαιγε. Αυτή η γυναίκα έκλαιγε πάρα πολύ…

— Υπάρχει ένα πρώτο μέρος που το ονομάζεις «Πρελούδιο». Γιατί;

Ήθελα, πριν μπει κανείς στα δύο μεγάλα κεφάλαια —την Αθήνα του ’80 και την Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου— να υπάρχει μια εισαγωγή. Το ταξίδι στην Ευρώπη είναι πολύ ωραίο, αλλά ταυτόχρονα με περιορίζει. Έπρεπε να μιλήσω μέσα στο πλαίσιο εκείνου του ταξιδιού. Γι’ αυτό διάλεξα αυτές τις έξι φωτογραφίες και τα επτά μικρά κομμάτια: για να βάλω τον αναγνώστη στη λογική αυτής της συνομιλίας ανάμεσα στον λόγο και την εικόνα. Και να πω τι είναι η φωτογραφία. Ότι είναι μια οντολογία.

Είναι η μαγική διάσταση του κάθε ανθρώπου χωριστά, του προσώπου που έχεις μπροστά σου, που είναι ταυτόχρονα όλοι οι άνθρωποι μαζί σε ένα πρόσωπο, αυτό που είχες την τύχη να δεις και να αισθανθείς από μέσα εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το σημείο, εκείνο το πρωί στο Βερολίνο. Η φωτογραφία είναι μια οντολογία, μας μιλάει για το ον και τη ζωή με έναν μοναδικό μαγικό τρόπο, χωρίς τα πολλά λόγια της φιλοσοφίας. -Ανατολικό Βερολίνο, 1987

— Τι είναι για σένα, λοιπόν, η φωτογραφία;

Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι η φωτογραφία είναι απλώς καταγραφή. Δεν ένιωσα ποτέ φωτορεπόρτερ. Δεν ήταν ότι βρέθηκα στην Ανατολική Γερμανία και έπρεπε να περιγράψω πώς ήταν εκεί. Για μένα ήταν κάτι πιο βιωματικό. Και όταν μετά εμφανίζονταν οι φωτογραφίες αναρωτιόμουν: «Τι είναι αυτή η γυναίκα; Τι θέλει να μου πει αυτό το πρόσωπο; Είναι έτσι επειδή αυτή είναι η κατάσταση στη Γερμανία ή υπάρχει και κάτι άλλο;» Αυτό το αισθανόμουν ήδη από τότε.

Συνεχίζουμε να ξεφυλλίζουμε το βιβλίο. Τον ρωτάω για τον τρόπο που φωτογράφιζε τότε: μια μικρή μηχανή, χαμηλά, περίπου στο ύψος του στομαχιού («η φωτογραφία πρέπει να βγαίνει από τα σπλάχνα σου, όχι από το μυαλό σου» ). Όπως λέει, χωρίς να το ξέρει τότε, ήταν ίσως και ο μόνος τρόπος να φωτογραφίσει στο Ανατολικό Μπλοκ — ειδικά στο Ανατολικό Βερολίνο.

— Ειδικά οι φωτογραφίες από το ταξίδι στην Ευρώπη είναι σαν να έχουν βγει από ταινία του Μπέργκμαν ή του Ταρκόφσκι.

Ήμουν φανατικά κινηματογραφόφιλος και είχα στο μυαλό μου κινηματογράφο. Και ο κινηματογράφος αυτό κάνει: παίρνει φωτογραφίες από τη ζωή. Οι σκηνές που βλέπουμε σε μια ταινία προέρχονται κι αυτές από κάπου, από την πραγματική ζωή. Μόνο που εκεί υπάρχουν ηθοποιοί. Αλλά αυτές οι φωτογραφίες θα μπορούσαν πράγματι να είναι μέσα σε μια ταινία.

— Απλώς υπήρξες εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το μέρος, και το αποτύπωσες; Πώς συμβαίνει αυτό;

Δεν είναι ότι βγαίνεις ένα απόγευμα και κάνεις πέντε-δέκα λήψεις. Περπατάς ώρες. Περνώντας σταδιακά μέσα στο τοπίο, το αφήνεις να σε απορροφήσει και ξαφνικά αρχίζεις να βλέπεις άλλα πράγματα. Όπως και σε εκείνη τη φωτογραφία στο Αιγάλεω, με τα δύο κορίτσια και το κλειστό ματάκι. Στην Αθήνα περπατούσα πραγματικά 12 ώρες την ημέρα. Στο τέλος, αργά το απόγευμα συνήθως, που έβγαζα τις περισσότερες φωτογραφίες, ήταν σαν να είχα παραισθήσεις από την κούραση. Και τότε έβλεπα διαφορετικά.

Υπάρχει ένας κανόνας στη φωτογραφία, για μένα τουλάχιστον: δεν πρέπει να σκέφτεσαι. Αν σκέφτεσαι, θα βγάλεις απλώς κάποιες φωτογραφίες. Εκείνη τη στιγμή στο Αιγάλεω είδα, χωρίς να το σκεφτώ, την ομοιότητα του κλειστού ματιού του κοριτσιού με την κλεισμένη τρύπα που υπήρχε στον δρόμο λίγο πιο δεξιά. Δεν σκέφτεσαι πια με τη συνείδηση. Η ενόραση είναι μεγάλη λέξη, αλλά πάντως βλέπεις κάπως αλλιώς.

— Αυτό που περιγράφεις μοιάζει με τη διαδικασία της δημιουργίας γενικότερα. Όπως όταν ένας συγγραφέας γράφει ή ένας ζωγράφος ζωγραφίζει, μπαίνουν σε έναν άλλο κόσμο.

Ναι, έτσι είναι. Γι’ αυτό και σήμερα βλέπεις πολλές δουλειές φωτογράφων όπου πίσω από την εικόνα, το μόνο που αισθάνεσαι είναι έναν άνθρωπο που λέει διαρκώς: «Κοιτάξτε τι ωραίο κάδρο έκανα ο άτιμος…» Βλέπεις την πρόθεση. Το «εγώ» του φωτογράφου είναι ακόμα εκεί. Η βασική όμως προϋπόθεση για να κάνεις κάτι αξιόλογο, είναι να μην σκέφτεσαι διαρκώς τον εαυτό σου, να μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά, να τον χάσεις ή να τον ξεχάσεις αν μπορείς.

— Νομίζω το λες και κάπου στο βιβλίο: ότι επειδή περιπλανιόσουν άσκοπα, αυτό σε βοηθούσε.

Γιατί έτσι χάνεις τον εαυτό σου. Υπάρχουν ένα-δύο κείμενα μέσα στο βιβλίο, κάπως κρυμμένα, που είναι τα πιο «μυστικά». Το ένα είναι η φωτογραφία από τη Ζυλτ (134), στο τέλος του κεφαλαίου για τη Γερμανία. Αν το διαβάσεις, στην ουσία περιγράφει αυτή τη διαδικασία: πώς, χάνοντας τον εαυτό σου, ενσωματώνεσαι στο τοπίο και αρχίζεις να βλέπεις από μέσα. Η προϋπόθεση είναι να χάσεις τον εαυτό σου. Εγώ δεν έκανα ποτέ αυτό το ταξίδι για να κερδίσω κάτι ή να παράγω έργο. Ήταν μια ανάγκη. Και γι’ αυτό δεν προσπάθησα ποτέ να το εξαργυρώσω μετά, να κάνω καριέρα με αυτό. Τα έκλεισα σε μια αποθήκη και τα ξέχασα.

Ανάμνηση της μήτρας

— Στις αθηναϊκές φωτογραφίες μοιάζει να υπάρχει μια ηθογραφία, παρότι δεν είχες πρόθεση καταγραφής. Μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια. Και οι χαρακτήρες στις εικόνες ζωντανεύουν μέσα από τα κείμενα: άλλοτε μιλάς εσύ γι’ αυτούς, άλλοτε μοιάζει σαν να μιλούν οι ίδιοι μέσα από σένα.

Μιλάς για τα κείμενα… Ξέρεις, η λέξη ηθογραφία έχει μέσα της κάτι που δεν μου ταιριάζει. Παραπέμπει στην αποτύπωση μιας εποχής, ενώ εδώ τα κείμενα γράφτηκαν τώρα. Με τη συγκρότηση που είχα τότε δεν θα μπορούσα να τα γράψω, τα κείμενα είναι ενός ώριμου ανθρώπου.

Δεν υπάρχει τόσο ηθογραφία όσο νοσταλγία. Γι’ αυτό και το λέω «Ανάμνηση της μήτρας». Είναι η παιδική ηλικία, μια Αθήνα όπως την έζησα. Θυμάμαι να πηγαίνω πολύ μικρός με τη μάνα μου στα μαγαζιά με τα υφάσματα και να βλέπω τις γυναίκες να ανοίγουν μπροστά μου τα τόπια — ολόκληρους κόσμους από χρώματα και σχέδια. Θυμάμαι τις διαδρομές με τον Ηλεκτρικό κάθε απόγευμα. Στην ουσία, το 1985 φωτογράφιζα τις πρώτες εικόνες που είχα από τον κόσμο είκοσι χρόνια νωρίτερα.

— Και σαράντα χρόνια μετά, θα έγραφες τα κείμενα. Η διαδρομή μιας ολόκληρης ζωής. Και παρότι είναι κάτι βαθιά προσωπικό, με έναν τρόπο μας εμπεριέχει όλους — οι αθηναϊκές φωτογραφίες είναι ο κοινός μας τόπος: οι άνθρωποι, τα ρούχα, τα βλέμματα, ένας τρόπος ζωής που χάθηκε.

Αυτό είναι ένα από τα πιο μυστικά θέματα του βιβλίου: ο χρόνος. Αν ρωτήσεις σήμερα το AI τι είναι η φωτογραφία, νομίζω ότι θα σου δώσει αυτή την απάντηση: η φωτογραφία είναι χρόνος. Τίποτε άλλο. Είναι το μεγαλοφυέστερο μέσο που ανακάλυψε ο άνθρωπος για να αποτυπώσει τον χρόνο. Να τον κρατήσει, γιατί ο χρόνος φεύγει.

— Μια στιγμή που περνάει στην αιωνιότητα…

Ο χρόνος δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τη ζωή. Ο χρόνος είναι η ζωή. Και ζωή δεν υπάρχει χωρίς την αγάπη. Η ζωή είναι αγάπη. Οι φωτογραφίες γίνονται με αγάπη, η αγάπη γίνεται φωτογραφία. Κι έτσι κλείνει ο κύκλος… φωτογραφία, χρόνος, ζωή, αγάπη και πάλι φωτογραφία. Όλο το βιβλίο είναι ένας κύκλος. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια μικρή φωτογραφία σαν βινιέτα, που είναι και η τελευταία φωτογραφία του κεφαλαίου. Πάντα μου άρεσε η κυκλική δομή. Ο κύκλος είναι το τέλειο σχήμα.

Η περιπλάνηση, η εποχή

Πριν ξεκινήσει το ταξίδι, η ζωή του έμοιαζε να έχει πάρει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Μετά το Βαρβάκειο και το Πολυτεχνείο, είχε γίνει δεκτός για μεταπτυχιακές σπουδές σε μια μεγάλη πολυτεχνική σχολή του Παρισιού. Μόνο που κάτι δεν ταίριαζε. Εγκαταλείποντας αργότερα το μεταπτυχιακό, πέρασε έναν χρόνο κάνοντας περιστασιακές δουλειές και περνώντας τα βράδια στην Σινεματέκ. Εκεί άρχισε να γεννιέται η ιδέα ενός ταξιδιού και το όνειρο μιας ενωμένης Ευρώπης μέσα από ένα φωτογραφικό άλμπουμ.

— Όταν κλείνει το αθηναϊκό κεφάλαιο ξεκινά το δεύτερο μέρος. Στη βινιέτα ο χάρτης μιας Ευρώπης χωρισμένης στα δύο, και πρώτη φωτογραφία το «Μόνος στο δάσος, το ταξίδι». Είναι Σεπτέμβριος του ’85 και ξεκινάς με ένα Pony, με ποιον σκοπό;

«Ξεκινάω για να δω τους Ευρωπαίους. Αυτό ήταν το μεγαλόπνοο σχέδιο που είχα ως νέος. Είχα πάει είκοσι χρονών στο Ανατολικό Βερολίνο και είχα πάθει σοκ. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί η Ευρώπη ήταν χωρισμένη με ένα τείχος από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Ήθελα λοιπόν να κάνω ένα βιβλίο όπου η Ευρώπη θα ήταν όλη μαζί, ενωμένη μέσα από τις φωτογραφίες. Αυτό ήταν το σχέδιο. Και όταν έπεσε το Τείχος, ένιωσα ότι τελικά η Ευρώπη δεν περίμενε εμένα για να την ενώσω — ενώθηκε μόνη της» [γελάει]. «Τέτοιες χαζομάρες. Αλλά από μια τέτοια χαζομάρα μπορούσες να ταξιδέψεις τέσσερα χρόνια».

— Δεν ήθελε θάρρος όλο αυτό; Δεν είχε κινδύνους; Ακούγεται σαν μια κάπως τρελή ιστορία.

Όταν είσαι 25 χρονών έχεις άγνοια κινδύνου. Η οικογένειά μου πίστευε ότι σπούδαζα στο Παρίσι. Δεν τους το είχα πει για να μην ανησυχούν. Έτσι ήμουν ήσυχος στον δρόμο. Δεν έλειπα σε κανέναν και δεν μου έλειπε κανείς. Απολάμβανα το ταξίδι και τη μοναξιά μου. Έφευγα νωρίς την άνοιξη και ταξίδευα μέχρι τον Νοέμβριο, μέχρι να κρυώσει πολύ ο καιρός, για τέσσερα χρόνια και κάτι. Κοιμόμουν μέσα στο αυτοκίνητο. Το Pony είχε γύρω γύρω μουσαμάδες. Στην Ολλανδία, όπως γράφω και στο βιβλίο, κάτι μεθυσμένοι άνοιξαν τους μουσαμάδες ενώ ήμουν μέσα και κοιμόμουν, άρχισαν να με φτύνουν και να με βρίζουν, και μετά έφυγαν. Μπορούσε να συμβεί και το χειρότερο αλλά δεν συνέβη, ήμουν τυχερός.

— Τη διαδρομή τη σχεδίαζες;

Τη διαδρομή την έβγαζα στον δρόμο. Το μόνο που είχα ήταν ένας χάρτης. Ξεκίνησα από τον Μαύρο Δάσος, στη Δυτική Γερμανία. Εκεί έζησα κάτι σαν μυστικιστική εμπειρία, όπως αργότερα και στο νεκροταφείο της Πράγας. Το περιγράφω στο κείμενο που συνοδεύει τη φωτογραφία που ανοίγει την ευρωπαϊκή ενότητα.[Αλλαγή αναδίπλωσης κειμένου]Είχα και μια ιδιαίτερη σχέση με τον Βορρά, που ήταν κάτι σχεδόν μυστικό για μένα. Ήθελα να φτάσω όσο πιο βόρεια μπορούσα. Έφτασα μέχρι τη βόρειο άκρο της Γιουτλάνδης στη Δανία, αλλά ήταν πολύ ακριβό το πλοίο για τη Σουηδία και δεν συνέχισα. Γύρισα πίσω, προς το Ανατολικό Μπλοκ. Η παλιά Αυστροουγγαρία με γοήτευε πολύ. Ο Κάφκα, η κλασική μουσική… Ήμουν ένας νέος που είχε στο μυαλό του μουσικές, διαβάσματα και εικόνες. Δεν ήξερα τίποτα, αλλά είχα πέντε πράγματα που με παρακινούσαν, με οδηγούσαν.

— Καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό που λες κάπου, ότι χωρίς τις φωτογραφίες δεν θα θυμόσουν τίποτα. Ότι η φωτογραφία ξυπνάει κάθε μικρή στιγμή εκείνης της ημέρας.

Η φωτογραφία αποδεικνύει πάντα ότι ζήσαμε. Ακόμα και η πιο αφελής selfie αυτόν τον σκοπό επιτελεί. Αποδεικνύει ότι πέρασες από κάπου, ότι υπήρξες εκεί, ότι έζησες κάτι. Και παράλληλα σου επιστρέφει πράγματα που δεν υπάρχουν πια στη μνήμη σου: ανθρώπους που συνάντησες, συναισθήματα, στιγμές… Ακόμη και οι πιο ανώδυνες φωτογραφίες που μπορεί να έχει κάποιος στο κινητό του, κάνουν αυτό το σπουδαίο πράγμα: σε βάζουν να σκεφτείς τη ζωή σου. Απλώς μερικές φωτογραφίες μπορούν να πουν κάτι και σε κάποιον άλλον.

— Ενώ δεν ήθελες να κάνεις καταγραφή, συνέβη τελικά να γίνεις μάρτυρας μιας ιστορικής εποχής που οι επόμενες γενιές δεν γνώρισαν.

Ναι, γι’ αυτό και μερικές φορές, με τον κίνδυνο να γίνω διδακτικός, προσπαθώ να περιγράψω την εποχή. Ειδικά στο Βερολίνο. Τα νέα παιδιά σήμερα δεν μπορούν να φανταστούν ότι το Δυτικό Βερολίνο ήταν ένα νησί μέσα στην Ανατολική Γερμανία. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν σε μια πόλη περικυκλωμένη από ένα τείχος. Εσύ που ζούσες μέσα στο «νησί» μπορούσες να μπεις και να βγεις. Οι άνθρωποι από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά.

— Ας πούμε κι άλλα πράγματα για το Βερολίνο. Περιγράφεις πολύ ωραία την είσοδο, πώς έμπαινε κανείς στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου στο Δυτικό Βερολίνο.

Ήταν τρομερή εμπειρία. Έμπαινες στον «διάδρομο», έβλεπες τανκς δεξιά και αριστερά και πάγωνες. Έπρεπε όμως να συνεχίσεις για διακόσια τόσα χιλιόμετρα και να μη σταματήσεις πουθενά.

Σου έβαζαν μια σφραγίδα στο διαβατήριο που είχε ώρα εισόδου και έπρεπε να φτάσεις σε συγκεκριμένο χρόνο. Είχαν υπολογίσει ότι αν πήγαινες με το αυστηρό όριο, τα 80 χιλιόμετρα την ώρα, θα έφτανες περίπου σε τρεις ώρες. Εγώ, επειδή είχα φοβηθεί, πήγαινα με 60 και έκανα πέντε. Με έπιασαν στην έξοδο. Με ρωτούσαν πού σταμάτησα και μέχρι το βράδυ είχαν λύσει όλο το αυτοκίνητο να βρουν μήπως μετέφερα κάτι. Μετά με άφησαν να φύγω.

Αυτοί οι άνθρωποι στα σύνορα και στο Τείχος ήταν οι πιο σκληροί του καθεστώτος. Στη Φρίντριχστρασε, όταν ερχόσουν από το Δυτικό Βερολίνο για να περάσεις στο Ανατολικό με βίζα μιας ημέρας, κατέβαινες σε έναν υπόγειο, υποφωτισμένο σταθμό. Έριχναν πάνω σου φώτα, κάποιος εξέταζε τα χαρτιά σου ώρα πολλή και ένιωθες ότι σε περνούσε από ακτινογραφία με το βλέμμα. Ήταν τόσο εκπαιδευμένοι που σε έφερναν σε μια κατάσταση να πεις: «Ομολογώ, είμαι κατάσκοπος, πιάστε με!». (Γελάει)

— Ήταν δύο διαφορετικοί κόσμοι… Σκέφτομαι και τη φωτογραφία με τα δύο κορίτσια, από το Δυτικό και το Ανατολικό Βερολίνο, πόσο διαφορετικές μοιάζουν — έχεις και κάποια δίπτυχα. Και έχεις αρκετές φωτογραφίες όπου μιλάς για την παρακμή της Δύσης. Σαν να μη σε ενδιέφερε το λαμπερό πρόσωπο της Δυτικής Ευρώπης;

Αν δεις τις φωτογραφίες της Δυτικής Γερμανίας μαζί με τα κείμενά τους, σε καμία δεν φαίνεται μια λαμπερή χώρα. Οι γκασταρμπάιτερ, τα παιδιά των τσιγγάνων, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι… Βλέπεις την αθέατη πλευρά μιας κοινωνίας. Κι αν δεν τη δει ο φωτογράφος, ποιος θα τη δει; Αυτοί οι ηλικιωμένοι έξω από το λαμπερό Μπάντεν Μπάντεν — ποιος άλλος θα τους πρόσεχε; Όπως και την ταξιθέτρια έξω από το Ρεξ στην Αθήνα. Είναι σαν να έχεις μια αποστολή, που όμως κανείς δεν σου ανέθεσε: να δεις αυτούς που δεν βλέπουν οι άλλοι.

Ακόμη και το Παρίσι μου δεν είναι το λαμπερό Παρίσι, η πόλη του φωτός και τα κλισέ των δημοσιογράφων. Ήθελα να δείξω ένα αθέατο Παρίσι. Έβλεπα μια μεγάλη μοναξιά των ανθρώπων εκεί. Ανθρώπους που φαινομενικά τα είχαν όλα, αλλά μέσα τους διέκρινες ένα τρομακτικό κενό· δουλειές, σχέσεις, κι όμως μια αίσθηση ότι η ζωή τους δεν είχε νόημα.

Στο Βερολίνο, αντίθετα, ένιωθα μιαν άλλη ενέργεια. Ήταν τότε το πιο ενδιαφέρον μέρος της Γερμανίας και όλης της Ευρώπης. Ήταν είκοσι χρόνια μπροστά. Είχε μαζευτεί όλος ο νεαρόκοσμος, άνθρωποι που ήθελαν να ζήσουν διαφορετικά, τους επιδοτούσαν για να σπουδάσουν εκεί. Έμοιαζε σαν ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα. Γιατί το Δυτικό Βερολίνο δεν ήταν εύκολο μέρος να ζεις, εκτός αν ήσουν ποιητής ή ένας άνθρωπος που αναζητούσε έναν άλλον τρόπο ζωής. Ήσουν κλεισμένος από ένα τείχος. Ήταν σαν στην Αθήνα να μπορούσες να πας μέχρι την Κηφισιά αλλά όχι παραπέρα, μετά να έπρεπε να γυρίσεις πίσω.

Η δική μου ματιά όμως ήταν πάντα πιο εσωτερική. Το Αννόβερο, η Κολωνία, το Αμβούργο ήταν ωραίες πόλεις, αλλά αυτή τη Γερμανία δεν τη φωτογράφισα. Αυτό είναι δουλειά άλλων. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν η μοίρα των ανθρώπων. Για μένα ήταν σοκ όταν είδα τις εσωτερικές διαβαθμίσεις μιας κοινωνίας που θεωρούσαμε ευημερούσα. Υπήρχαν κομμάτια της Δυτικής Γερμανίας που ήταν πολύ φτωχά το 1985. Όπως εκείνο το κάμπινγκ στο Ρουρ όπου πήγα για να διανυκτερεύσω, πιστεύοντας ότι είναι παραθεριστικό. Νόμιζα ότι ήταν για τουρίστες και ήταν για ανθρώπους που είχαν χάσει τα σπίτια τους και ζούσαν εκεί. Όποιος μου λέει ότι είμαι προκατειλημμένος απέναντι στην Ανατολική Ευρώπη, η απάντησή μου είναι: δείτε πώς φωτογράφισα τη Δυτική.

— Είχες και ένα πάθος με τις λουτροπόλεις, όπως το Μπάντεν Μπάντεν και το Μαρίενμπαντ.

Το Μαρίενμπαντ ήταν ένα συνταρακτικό μέρος. Σήμερα πηγαίνεις και είναι γεμάτο τουρίστες. Τότε έβλεπες έναν ανατολικό κόσμο, ανθρώπους πολύ απλά ντυμένους, και ταυτόχρονα την αίγλη μιας παλιάς Κεντρικής Ευρώπης.

Στο μυαλό μου η Κεντρική Ευρώπη ήταν πάντα ένας μυθικός τόπος, κυρίως μέσα από τη μουσική. Ένιωθα ότι ερχόταν από εκεί ένας μεγάλος πολιτισμός, ένας κόσμος που εμείς στα Βαλκάνια δεν μπορούσαμε τότε εύκολα να φανταστούμε. Αυτός ο κόσμος με συγκινούσε περισσότερο από τη Γαλλία. Παρότι έκανα γαλλικά από μικρός και αργότερα έζησα στη Γαλλία, ποτέ δεν την αισθάνθηκα ως τη μοναδική μητρόπολη του πολιτισμού. Εκεί στην Κεντρική Ευρώπη ένιωθα κάτι βαθύτερο, πολύ παλιό. Αυτή η αλησμόνητη ατμόσφαιρα… Δεν μπορώ να σου περιγράψω την ατμόσφαιρα της Πράγας τότε, για παράδειγμα. Σήμερα είναι ένα λούνα-παρκ για τουρίστες.

— Κοιτώντας τις φωτογραφίες, σαν να συνδέεσαι με τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις. Στιγμιαία, σαν να τους ερωτεύεσαι.

Έτσι είναι. Σε κάποια σημεία εκμυστηρεύομαι κάποια πράγματα πολύ ακροθιγώς, λίγο καλυμμένα. Όπως στη φωτογραφία με εκείνη την ηλικιωμένη γυναίκα στην Ισπανία, με το περιστέρι στο κεφάλι. Εκεί γράφω ότι είχα πάντα μια δυσκολία να βγω από τον εαυτό μου και να πάω προς τους ανθρώπους. Και η φωτογραφία ήταν ένα δεκανίκι. Δεν μίλησα ποτέ σε αυτή τη γυναίκα. Αν είχαμε μιλήσει, ίσως να θυμόμουν δύο πράγματα που μου είπε μια γριούλα στη Σεβίλλη. Τώρα χάθηκε η γυναίκα. Έμεινε μια φωτογραφία και ένα περιστέρι.

— Αυτή η φωτογραφία έχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό… Κάνεις επίσης κάποιες παρατηρήσεις για τους ανθρώπους και τις διαφορές των τόπων. Όπως όταν μιλάς για τους Ούγγρους στη λίμνη Μπάλατον, στη φωτογραφία με τίτλο «Ενωμένη Ευρώπη».

Μου είχε κάνει εντύπωση πόσο κλειστοί ήταν αυτοί οι άνθρωποι. Μια μελαγχολία που ένιωθα στους Ούγγρους, μια εσωστρέφεια. Ήταν ένας περίκλειστος λαός, με μια γλώσσα και μια ιστορία εντελώς διαφορετικές από τους λαούς γύρω του. Και παράλληλα, στη λίμνη Μπάλατον έζησα μερικές από τις πιο ωραίες μέρες εκείνου του ταξιδιού. Υπήρχε μια χαρά της ζωής. Ένας κόσμος που απολάμβανε το καλοκαίρι του, άνθρωποι που έρχονταν από διαφορετικές χώρες, ακόμη και από τη Δύση.

Την ονομάζω «Ενωμένη Ευρώπη» γιατί εκεί τα δύο μπλοκ ενώνονταν μέσα σε ένα κάμπινγκ, μέσα σε μια σκηνή. Και ταυτόχρονα, το τρομερό καλοκαίρι του ’89, στη λίμνη Μπάλατον ακριβώς, ήταν η στιγμή που όλα άλλαζαν. Κατέβαιναν οι Ανατολικογερμανοί για διακοπές στην Ουγγαρία, αλλά είχε πέσει σύρμα ότι από εκεί υπήρχε τρόπος να φύγουν. Η Ουγγαρία είχε ανοίξει τα σύνορα με την Αυστρία και αυτό ήταν το πέρασμα προς τη Δύση. Έφυγαν τότε δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Θυμάμαι ένα τεράστιο κομβόι από Τράμπαντ και αυτοκίνητα φορτωμένα μέχρι πάνω, με όλα τους τα υπάρχοντα. Περνούσαν στην Αυστρία και από εκεί ζητούσαν να πάνε στη Δυτική Γερμανία. Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος που μετακινούνταν.

— Ταξίδεψες όμως και στις νότιες χώρες…

Η μεγάλη μου αγάπη ήταν τότε η Πορτογαλία. Μου έκανε εντύπωση αυτή η χώρα που μόλις είχε βγει από μια δικτατορία σχεδόν πενήντα χρόνων, μια χώρα τότε πολύ φτωχή — πολύ φτωχότερη από την Ελλάδα — και ο τρόπος που οι άνθρωποι δούλευαν για να ξεπεράσουν αυτή τη φτώχεια. Δούλευαν συνεχώς. Και τελικά τα κατάφεραν. Μας ξεπέρασαν.

Θαύμαζα αυτούς τους ανθρώπους. Πολλοί νομίζουν ότι οι Πορτογάλοι είναι ένας μεσογειακός λαός, αλλά δεν είναι έτσι. Είναι ένας λαός ατλαντικός, κλεισμένος στη δική του γωνιά της Ευρώπης. Έχουν περάσει πολλά: μεγάλες δόξες, μια αυτοκρατορία, και μετά μια μεγάλη πτώση. Από τις αποικίες στη φτώχεια.

— Και τη Βενετία την αγαπάς πολύ…

Ακόμα πηγαίνω κάθε χρόνο τον χειμώνα, είναι το τάμα μου. Τον Γενάρη, πριν πλακώσουν τα πλήθη. (Στεκόμαστε στη φωτογραφία από τη Βενετία.) Επιστρέφοντας κάθε χρόνο από το ταξίδι, συνήθως τον Νοέμβριο, κατέβαινα από την Αυστρία…

Το άλλο μεγάλο πάθος μου ήταν οι Άλπεις. Αυτό που γράφω στο κείμενο: η ευτυχία του να νιώθεις ένα τίποτα. Εκεί, στις αυστριακές λίμνες, ήταν η ευτυχία να ενώνεσαι με τη φύση. Καμιά φορά αυτό που νιώθουμε είναι σημαντικότερο από την περιγραφή που μπορούμε να του κάνουμε. Είχα τρέλα τότε. Έβγαζα τους μουσαμάδες από το Pony και κατέβαινα τις Άλπεις με ανοιχτό αυτοκίνητο. Έβρεχε, γινόταν μέσα μούσκεμα, βρεχόμουν μέχρι το κόκκαλο και ούτε που μ’ ένοιαζε…

Κάπως έτσι έφτανα στη Βενετία και περνούσα τις τελευταίες δύο εβδομάδες στην Τζουντέκα. Τότε ήταν ακόμα υπνωτήριο εργατών, με ταρσανάδες όπου έφτιαχναν γόνδολες και άλλα πλοία. Νοίκιαζα ένα τρισάθλιο δωμάτιο με τα τελευταία χρήματα που μου είχαν απομείνει, αλλά ήμουν πάντα ευτυχισμένος εκεί. Έχω μια τρομερή αίσθηση του χειμώνα στη Βενετία — την υγρασία, τις γυναίκες με τα μακριά πράσινα παλτά, τα γοβάκια τους στα βαπορέτι…

Το βιβλίο είναι επικεντρωμένο κυρίως στη Βόρεια Ευρώπη και λιγότερο στη Νότια. Άλλωστε την Ισπανία την έχασα σχεδόν ολόκληρη, όπως και την Πολωνία. Έχασα τις φωτογραφίες. Μου τις κατάσχεσαν οι Βούλγαροι στα σύνορα, μια φορά που γύριζα στην Ελλάδα από τον Προμαχώνα, το 1989. Δεν ήξερα ότι υπήρχε μια άτυπη «ταρίφα»: πέντε δολάρια μέσα στο διαβατήριο για να περάσεις ανενόχλητος. Ήταν νύχτα, ήμουν μάλλον και τελείως άφραγκος. Έχασα εκατό τραβηγμένα φιλμ.

Και η Πολωνία ήταν μεγάλο σοκ. Από όλες τις ανατολικές χώρες ήταν ίσως αυτή που αγαπούσα περισσότερο. Όταν χρόνια μετά είδα αυτή τη σπουδαία ταινία, την «Ίντα» του Παβλικόφσκι, έβαλα τα κλάματα, γιατί δείχνει ακριβώς αυτό που είχα ζήσει τότε. Αυτή την ανοιχτωσιά της Πολωνίας, τις ατελείωτες πεδιάδες, τα μικρά μέρη στη μέση του πουθενά, με ένα μπαρ κι ένα ξενοδοχείο. Η πολωνική επαρχία ήταν συνταρακτική.

— Και όταν ξαναπάς στο Τείχος; Έτσι τελειώνει το βιβλίο, και όλη αυτή η αδιανόητη περιπέτεια…

Εκείνες τις μέρες είχε γίνει στο Ανατολικό Βερολίνο μια τεράστια διαδήλωση εναντίον του καθεστώτος. Οι άνθρωποι είχαν καταλάβει ότι αυτή τη φορά η Σοβιετική Ένωση του Γκορμπατσόφ δεν θα στήριζε τον Χόνεκερ όπως είχε συμβεί στο παρελθόν. Πολλοί ένιωθαν ότι ερχόταν η ώρα. Κάποιοι φίλοι που είχα στο Βερολίνο μού είπαν: «Κάτι θα γίνει, αν θέλεις έλα γρήγορα». Και πήγα την παραμονή. Ήταν η πιο συγκλονιστική μέρα της ζωής μου. Προσπάθησα να το περιγράψω όσο πιο λιτά μπορούσα στις τελευταίες φωτογραφίες. Ήταν τρομερό να το ζεις: να αισθάνεσαι την ενέργεια 600.000 ανθρώπων που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους περνώντας το Τείχος και είχαν καταλάβει ολόκληρο το Δυτικό Βερολίνο. Μια ειρηνική εισβολή.

Στο KaDeWe, το μεγάλο πολυκατάστημα του Δυτικού Βερολίνου, ο κόσμος ήταν μέσα σαν τσαμπιά από μέλισσες. Κοιτούσαν τις βιτρίνες, τις σοκολάτες, τα εμπορεύματα. Υπήρχε αυτός ο μύθος της Δύσης. Τους είχαν δώσει από 100 δυτικά μάρκα στον καθένα και αγόραζαν μικροπράγματα, σαν μικρά παιδιά.

Έβλεπες οικογένειες να συναντιούνται μετά από χρόνια στην πλευρά του Δυτικού Βερολίνου. Όπως στη φωτογραφία με την ηλικιωμένη μάνα τη στιγμή που δίνει το χέρι στον γιο της για να περάσει στη δυτική πλευρά. Αυτός ο άνθρωπος είχε προφανώς τη δυνατότητα να περνάει στο Ανατολικό Βερολίνο για να βλέπει τη μητέρα του. Αλλά το να έρχεται ξαφνικά αυτή στον δυτικό τομέα ήταν κάτι συνταρακτικό.

Είναι σαν να ετοιμάζεται να διαβεί ένα κατώφλι. Έχει φορέσει τα καλά της. [«Κι εγώ τρέμω ολόκληρος, είμαι δίπλα τους. Από τη συγκίνηση δεν μπορώ να καδράρω σωστά τη φωτογραφία, κόβω το μισό πρόσωπο του άντρα γιατί τρέμουν τα χέρια μου…»].

Η μεγάλη σκηνή της Ιστορίας δημιουργεί εκατομμύρια μικρές ιστορίες ανθρώπων. Κι αν μπεις στον κόπο να τις προσέξεις και να τις δεις, συγκλονίζεσαι κι εσύ.

— Και έτσι μπορείς να καταλάβεις και τη μεγάλη Ιστορία…

Οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων, ακόμα και μια ταπεινή φωτογραφία, μπορούν να σου το δείξουν αυτό. Η φωτογραφία μπορεί να σου δείξει την Ιστορία. Όπως στις φωτογραφίες από την Αυστρία. Βλέπεις την αριστοκράτισσα και τον απλό κόσμο και ξαφνικά η φωτογραφία γίνεται μια τοιχογραφία της Αυστρίας του 1986: μια παλιά τάξη που φεύγει και ένας νέος κόσμος που έρχεται. Πολλές φορές είχα αυτή την αίσθηση: ότι δεν φωτογραφίζω απλώς ανθρώπους. Ξαφνικά ανοίγεται μπροστά μου μια σκηνή και μέσα από αυτήν καταλαβαίνω μια χώρα.

Όπως και στην Ελλάδα, με εκείνη τη γυναίκα που είναι με τον γιο της τη μέρα των Πανελλαδικών εξετάσεων στο Παγκράτι. Βλέπεις την Ελληνίδα μάνα και τον γιο, τη σχέση των γενεών, τη νεότερη Ελλάδα, τι σημαίνουν οι Πανελλαδικές και πώς μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά κι εμείς παλιότερα. Μέσα από μια φωτογραφία βλέπεις κάτι μεγαλύτερο. Χωρίς να το επιδιώξεις, σου αποκαλύπτεται.

Η επιστροφή

«Τέσσερα και κάτι χρόνια στον δρόμο για μια τρέλα, μια τρέλα για την Ευρώπη. Να χάνεσαι μέσα στα δάση και τις πόλεις και να νιώθεις ότι είσαι στο σπίτι σου παντού, όπου κι αν βρεθείς. Και η ερημιά των ανθρώπων που συναντάς να σε αφορά σαν να ήταν οικογένειά σου — είναι η οικογένειά σου. Μια μεγάλη οικογένεια, 400 εκατομμύρια μοίρες διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων τόσων εθνικοτήτων, και πάνω απ’ όλους η κοινή μοίρα όλων, η μοίρα της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι η μητέρα όλων μας».

— Είναι πολύ ωραίο αυτό που γράφεις στο τέλος, δίπλα στον χάρτη της χωρισμένης στα δύο Ευρώπης και τις κουκκίδες από όλα τα μέρη όπου ταξίδεψες και φωτογράφισες. Αυτή η αίσθηση ότι η Ευρώπη είναι το σπίτι μας μοιάζει σήμερα, σε μια εποχή ανασφάλειας και μεγάλης ρευστότητας, ακόμα πιο συγκινητική. Σαν να θέλεις να κρατηθείς από αυτή την ιδέα, ίσως επειδή φοβάσαι ότι μπορείς και να τη χάσεις.

Αν το δει κανείς αντικειμενικά και χωρίς εμπάθεια, το μόνο ιδεολόγημα που υπάρχει μέσα στο βιβλίο είναι αυτό: ότι η Ευρώπη είναι το σπίτι μας. Ξέρω ότι δεν είναι για όλους έτσι. Αλλά εγώ το πιστεύω και ήθελα να το γράψω. Δεν προσπαθώ να κάνω πολιτική ανάλυση των καθεστώτων ή της εποχής. Δεν με ενδιαφέρει αυτό. Εγώ απλώς είδα μερικά πράγματα, κυρίως είδα ανθρώπους. Αυτό που πιστεύω και σήμερα είναι ότι η Ευρώπη είναι το σπίτι μας. Ένα σπίτι που έχει κατασυκοφαντηθεί πολύ. Με όλες τις ανεπάρκειες και όλα της τα λάθη, παραμένει το σπίτι μας.

Επιστρέφει στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1989. Το ταξίδι έχει τελειώσει, η Ευρώπη που ήθελε να ενώσει με τις φωτογραφίες του έχει αρχίσει να ενώνεται μόνη της. Ακολουθεί μια δύσκολη περίοδος.

Πήρε τα φιλμ από τις 30.000 φωτογραφίες που είχε τραβήξει τα προηγούμενα χρόνια και τα έκλεισε σε μια αποθήκη. Συνέχισε τη ζωή του. Γνώρισε ένα κορίτσι που, όπως λέει, τον έσωσε. Ήρθαν ο βιοπορισμός και τα παιδιά… Δεν υπήρχε πια χώρος για εκείνο το ταξίδι. «Τα ξέχασα όλα αυτά, και δεν τα έδειξα ποτέ σε κανέναν. Ευτυχώς δεν τα πέταξα(!)».

Μέχρι το 2014, όταν τα ξαναβρήκε και κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το φωτογραφικό λεύκωμα «Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης». Ακολούθησε η μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη, μια δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση του βιβλίου, το ταξίδι επιστροφής στην Ευρώπη τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, ένα βιβλίο για την Αθήνα, και το ντοκιμαντέρ Μόνος στο δάσος της ΕΡΤ, όπου οι εικόνες ζωντανεύουν μέσα από τη ματιά του σκηνοθέτη Λευτέρη Φυλακτού και την αφήγηση του ίδιου. Και άλλες εννέα εκθέσεις σε τέσσερεις χώρες.

Και τώρα αυτό το βιβλίο: οι ίδιες φωτογραφίες επιστρέφουν ξανά, αυτή τη φορά μαζί με τις λέξεις. Σαράντα χρόνια μετά, σαν να ολοκληρώνεται ένας κύκλος. Ο νεαρός που ταξίδευε μόνος στην Ευρώπη με ένα Pony και μια μικρή φωτογραφική μηχανή συναντά τον άνθρωπο που μπορεί σήμερα να αφηγηθεί εκείνο το ταξίδι. Και κάπου ανάμεσα στους δύο βρίσκεται αυτό το βιβλίο: ο βιωμένος χρόνος και η μνήμη μιας εποχής που πρόλαβε να υπάρξει.

«Ξέχασα να σου πω ότι η φωτογραφία για μένα ήταν ένα τεράστιο μάθημα. Εκεί που νομίζεις ότι είσαι κάτι το ιδιαίτερο, ξαφνικά περνάς μια κρίση και καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι τίποτα. Η φωτογραφία έρχεται τότε να σου δείξει ότι αυτό που είναι έξω από σένα —ο κόσμος, οι άνθρωποι— έχει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από τον εαυτό σου. Ότι δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Πέρασα μια κατάθλιψη για να το καταλάβω αυτό. Και η φωτογραφία με έβγαλε από το αδιέξοδο του εγώ, του εαυτού που σε περιορίζει».