Φωτογραφια

Όταν σε επιλέγει ο τουρισμός: Η προσφυγική ιστορία των Hill Tribes

Οδοιπορικό στα προσφυγικά χωριά της βόρειας Ταϊλάνδης
A.V. Guest
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν σε επιλέγει ο τουρισμός: Η προσφυγική ιστορία των Hill Tribes. Ένα οδοιπορικό στα προσφυγικά χωριά των Karen στη βόρεια Ταϊλάνδη, εκεί όπου η παράδοση, η επιβίωση και ο τουρισμός μπλέκονται με τρόπο που δύσκολα εξηγείται.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος

Πλήρωσα 300 μπατ για να επισκεφθώ ανθρώπους. Όχι ένα μουσείο ή ένα πάρκο, αλλά ανθρώπους.

Η γυναίκα στην είσοδο φαινόταν μισοκοιμισμένη πίσω από το παραθυράκι της. Της δίνω τα χρήματα για το εισιτήριο, κατεβαίνω την ξύλινη σκάλα και βγαίνω στο μονοπάτι που οδηγεί στα προσφυγικά χωριά των φυλών Karen. Ανοιχτά από τις 9 το πρωί έως τη δύση του ηλίου. Επτά μέρες την εβδομάδα.

Καθώς διασχίζω το μονοπάτι, σκέφτομαι όλα όσα έχω διαβάσει για αυτά τα χωριά και το βήμα μου επιταχύνει ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση. Ο τουρισμός έχει γίνει η μόνη διέξοδος αυτών των ανθρώπων και σε λίγο θα έβλεπα από κοντά αν αυτό τελικά είναι σωτηρία ή παγίδα.

Οι φυλές Karen ζουν στη βόρεια Ταϊλάνδη εδώ και δεκαετίες. Εμφύλιες συγκρούσεις στο Μιανμάρ τους ανάγκασαν να φύγουν. Τους χορηγήθηκε άσυλο — όχι όμως πλήρη δικαιώματα. Οι περισσότεροι δεν μπορούν να εργαστούν ελεύθερα, να αγοράσουν γη, να κυκλοφορήσουν χωρίς άδεια. Έκτοτε ζουν σε μικρά ελεγχόμενα προσφυγικά χωριά που με τα χρόνια και τον τουρισμό που προσελκύουν εξελίχθηκαν σε κάτι πιο πολύπλοκο από ένα απλό καταφύγιο.

Το μονοπάτι περνά μέσα από πυκνό δάσος και καταλήγει στο πρώτο χωριό. Δεκαπέντε καλύβες από μπαμπού, και μπροστά από κάθε μια ένα αυτοσχέδιο μαγαζάκι με αναμνηστικά και χειροτεχνίες. Το μόνο που ακούγεται είναι ήχοι από κοτόπουλα και πουλιά που κελαηδούν.

Μόλις με βλέπουν, οι χωρικοί σηκώνονται και παίρνουν θέση μπροστά από τους πάγκους τους, έτοιμοι για πώληση. Είμαι ο μόνος επισκέπτης. Τα μάτια όλων είναι πάνω μου — σαν να περιμένουν κάτι από εμένα.

Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ίσως κάπως έτσι να νιώθουν και αυτοί. Άγνωστοι κάθονται και σε παρατηρούν, παρακολουθούν κάθε σου κίνηση. Με τη διαφορά όμως ότι γι' αυτούς αποτελεί καθημερινότητα.

Η Λακ — πάνω από 50 ετών — πουλά ποτηράκια που έχει φτιάξει μόνη της από σμιλεμένα καλάμια μπαμπού. Είχα αποφασίσει ότι θα αγόραζα κάτι από όλους — και ξεκινώ από εδώ. Της ζητώ να τη φωτογραφίσω καθώς κρατά μια από τις δημιουργίες της. Συμφωνεί και στήνεται — μηχανικά, χωρίς χαμόγελο, χωρίς συναίσθημα. Σε μια μόνο στιγμή το βλέμμα της αλλάζει. Σκέφτομαι ότι πρέπει να το έχει κάνει αυτό χιλιάδες φορές.

Η φωτογραφία εδώ δεν είναι εισβολή — είναι μέρος της συμφωνίας. Οι επισκέπτες φωτογραφίζουν, οι χωρικοί ποζάρουν, τα χρήματα αλλάζουν χέρια. Αφήνω κάτω τη φωτογραφική μηχανή και απλώς στέκομαι εκεί να την παρατηρώ.

Ξαφνικά, καθώς μιλάω με μια χωρικό που υφαίνει, ένας δυνατός ρυθμικός ήχος καλύπτει το κελάηδισμα των πουλιών και μας διακόπτει απότομα. «Τι είναι αυτό», την ρωτάω. «Dance! Go see!», μου απαντάει — και ακολουθώ τον ήχο.

Κάτω από ένα αυτοσχέδιο υπόστεγο, οι κάτοικοι έχουν στοιχηθεί σε δύο σειρές. Στο προσκήνιο οι γυναίκες χτυπούν ρυθμικά στο έδαφος έναν ξύλινο πάσσαλο. Οι άντρες πιο πίσω κρατούν μεταλλικά πιατίνια και ένα τύμπανο. Μπροστά τους ένα καλάθι με μια αυτοσχέδια ταμπέλα από χαρτόνι που λέει «donations». Θεατές της παράστασης τους δύο ζευγάρια τουριστών που τραβούν βίντεο εντυπωσιασμένοι.

Παρατηρώ τους χωρικούς. Πρόσωπα ανέκφραστα και κινήσεις μηχανικές. Άνθρωποι 60-70 χρονών σε μια παράσταση που επαναλαμβάνεται καθημερινά, για κάθε νέο κοινό που φτάνει.

This browser does not support the video element.

Καθώς απομακρύνομαι, η ξεναγός του μικρού γκρουπ περπατάει δίπλα μου. Τη ρώτησα τι ήταν αυτό που μόλις είδαμε.

«Η επίδειξή τους. Το συνηθίζουν όταν έρχονται τουρίστες».
«Σαν ανθρώπινα εκθέματα, στενάχωρο», προσθέτω.
«Και τι να κάνουν;», απαντά απότομα. «Είναι ο μόνος τρόπος να βγάλουν χρήματα για να ζήσουν. Δεν έχουν κάτι άλλο».

Σταμάτησα. Δεν είχα απάντηση.

«Και τι να κάνουν;
Είναι ο μόνος τρόπος να βγάλουν χρήματα για να ζήσουν.
Δεν έχουν κάτι άλλο».

Το χωριό των Kayan Longneck είχε την περισσότερη ζωντάνια από όσα είχα συναντήσει. Άνθρωποι μιλούσαν δυνατά, γελούσαν, ενώ παιδιά έπαιζαν δίπλα τους. Υπήρχε ισχυρό δέσιμο στην κοινότητα. Για τον υπόλοιπο κόσμο ίσως είναι αόρατοι — μεταξύ τους όμως, είναι οικογένεια. Ένα αγοράκι 2-3 χρονών, με πιτζάμα με τον Tweety και φούστα από τούλι από πάνω, κυνηγούσε τις κότες τρέχοντας. Εξερευνούσε τον κόσμο ανενόχλητος.

Η Νόι ήταν η πιο φωτεινή προσωπικότητα που συνάντησα στα χωριά. Τριανταεπτά ετών, μητέρα δύο μικρών παιδιών. Δεν είδα ούτε μια στιγμή το πρόσωπό της χωρίς χαμόγελο, ούτε καν όταν ύφαινε. Καθώς μιλούσα μαζί της, έφτασε στο χωριό ο άντρας της οδηγώντας ένα μηχανάκι με καρότσα στο πλάι. Η καρότσα ήταν γεμάτη σακούλες με ρούχα και αξεσουάρ από ντόπιους που στηρίζουν τα χωριά.

Οι υπόλοιποι χωρικοί φάνηκε να τον περίμεναν και η δράση στο χωριό σταμάτησε απότομα. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από τις σακούλες, έψαχναν ρούχα που τους αρέσουν, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον. Μια γυναίκα με είδε να φωτογραφίζω, πήρε ένα φλοράλ φόρεμα, το έβαλε στους ώμους της και πόζαρε χαμογελαστή. Όταν τελείωσε η διαλογή, ένας άντρας έμεινε τελευταίος να ψάχνει τις σακούλες. Είχαν απομείνει μόνο μερικές γυναικείες τσάντες. Ένας φίλος του παίρνει μια τσάντα, του την φοράει στον ώμο και μου ζητάει να τον βγάλω φωτογραφία πειράζοντάς τον. Ο πρώτος ποζάρει σαν μοντέλο και όλοι τριγύρω γελάνε δυνατά.

Ένιωσα για πρώτη φορά ότι δεν με κοιτούσαν σαν επισκέπτη — ήμουν απλώς εκεί, ευπρόσδεκτος.

Έχει πέσει σκοτάδι και μικρές λάμπες πάνω από κάθε περίπτερο φωτίζουν το χωριό καθώς φτάνω στην έξοδο.

Φεύγω με περισσότερες απορίες απ' ότι ήρθα, και τα συναισθήματα ανάμεικτα. Από τη μια, χαρά — βοήθησα έστω λίγο οικογένειες που το είχαν ανάγκη και γνώρισα ανθρώπους με τελείως διαφορετική κουλτούρα, που δεν είχα ξανασυναντήσει. Από την άλλη, προβληματισμός — πού τελειώνει ο σεβασμός σε έναν πολιτισμό και πού αρχίζει η κατανάλωσή του;

Και τα παιδιά τους; Αν συνεχίσουν τον ίδιο κύκλο θα είναι από επιλογή ή μήπως, για αυτούς τους ανθρώπους, η επιλογή ήταν πάντα ένα περίπλοκο ζήτημα;

Θυμάμαι την πρώτη εικόνα που αντίκρισα όταν έφτασα στο χωριό των Kayan. Ένα κοριτσάκι με κρίκους στο λαιμό, να παίζει με τον αδερφό της. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από τεσσάρων χρονών. Με είδε, σταμάτησε, και με κοιτούσε με περιέργεια — μία την κάμερα, μία εμένα.

Ίσως η ίδια επέλεξε να φορέσει τους κρίκους, θέλοντας να μοιάζει με τις μεγάλες γυναίκες της φυλής. Ή ίσως το αντίθετο.

Αν τελικά τα ξαναπούμε, εις το επανιδείν.