- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Γράψε το σαν να είμαι 13χρονος» - Το ελληνικό σχολείο απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη
Πώς διδάσκεις όταν η μηχανή ξέρει ήδη την απάντηση; Δύο υπουργοί και δύο εκπαιδευτικοί εξηγούν τι αλλάζει μέσα στην τάξη
O υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη και οι εκπαιδευτικοί Κυριάκος Κυριακούλης και Κωνσταντίνα Σάιτ εξηγούν πώς η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει το σχολείο
Πριν από περίπου τρία χρόνια, οι μαθητές άρχισαν μαζικά να χρησιμοποιούν ένα εργαλείο που κανένα αναλυτικό πρόγραμμα δεν είχε προβλέψει. Το ChatGPT δεν ζήτησε άδεια - μπήκε στο σχολείο από τα κινητά, τα σπίτια, τ’ ανοιχτά laptop. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βρέθηκε να αντιδρά σε μια πραγματικότητα που είχε ήδη διαμορφωθεί.
Τον Μάιο του 2026, τα υπουργεία Παιδείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης δημοσίευσαν για πρώτη φορά ένα επίσημο πλαίσιο για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Με αυτό, επιτρέπει τα εργαλεία AI ως υποστηρικτικό μέσο μάθησης, αλλά θέτει όρια: απαγορεύει τη χρήση τους στις εξετάσεις -εκτός ελεγχόμενων περιπτώσεων-, την παραγωγή εργασιών «σε σημαντικό βαθμό» από αλγορίθμους, τη δημιουργία deepfakes χωρίς συναίνεση, το profiling μαθητών και εκπαιδευτικών, την εισαγωγή προσωπικών δεδομένων σε εμπορικές πλατφόρμες.
Η παραδοχή
Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, μιλώντας στην ATHENS VOICE, έβαλε το ζήτημα στη βάση του. «Οι μαθητές ήδη χρησιμοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινότητά τους. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το σχολείο θα “επιτρέψει” την AI, αλλά αν θα βοηθήσει τα παιδιά να τη χρησιμοποιούν με σωστό, ασφαλή και δημιουργικό τρόπο. Να καταλαβαίνουν όχι μόνο τι μπορούν να κάνουν αυτά τα εργαλεία, αλλά και ποια είναι τα όριά τους. Ο ρόλος του σχολείου δεν αποδυναμώνεται μέσα σε αυτή τη μετάβαση - γίνεται πιο ουσιαστικός».
Η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ερωτηθείσα αν με αυτή την απόφαση το σχολείο αναγνωρίζει ότι ο μαθητής του 2026 δεν μαθαίνει πια μόνο από ανθρώπους, δεν δίνει το αναμενόμενο «ναι»: «Δεν ξέρω αν μαθαίνει, σίγουρα πάντως συγκεντρώνει και μπορεί να συγκεντρώσει πηγές περισσότερες, που σίγουρα πρέπει να τις ελέγξει καλύτερα. Οπότε εμένα με ενδιαφέρει πάρα πολύ να μπορέσει να αναπτύξει μία αξιολογική κρίση απέναντι σε αυτά που του σερβίρει το ChatGPT, το Claude και τα λοιπά». Επιμένει, δε, ότι η ίδια η χρήση των εργαλείων είναι νοητική εργασία: «Το prompting αλλά και η αξιολόγηση της απάντησης είναι νοητικές διαδικασίες».
Τονίζει ότι δεν είναι «τεχνοφοβική», σημειώνοντας ότι το κοινό πλαίσιο αποτελεί μία παραδοχή, την ώρα που βρισκόμαστε σε «αχαρτογράφητα νερά». «Όλοι παραδεχτήκαμε ότι έχουμε πολύ περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις. Είναι ένα ζωντανό κείμενο - ο επόμενος από μένα θα το επικαιροποιήσει».
Αν η πληροφορία δεν είναι πια σπάνια, τι ακριβώς υπερασπίζεται ο σχολικός θεσμός σήμερα; Οι δύο υπουργοί συγκλίνουν. «Το σχολείο δεν είναι μόνο ένας μεταδότης γνώσης. Δεν είναι “παρωχημένο” το σχολείο που είναι μεταδότης αρχών και αξιών. Το σχολείο για μένα είναι κοινωνικοποίηση, συναίσθημα και δυνατότητα να σου δώσει ένα πλέγμα δεξιοτήτων που δεν θα τις πιάσεις μόνος σου σε μια διάδραση», λέει η Σοφία Ζαχαράκη. Ο Δημήτρης Παπαστεργίου τονίζει: «Αυτό που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία είναι η ικανότητα να αξιολογείς τι είναι αληθινό, τι είναι χρήσιμο και τι είναι παραπλανητικό. Το σχολείο καλείται να υπερασπιστεί όχι απλώς τη γνώση, αλλά την κρίση».
Η AI μέσα στην τάξη
Από το υπουργείο στην τάξη, η κουβέντα αλλάζει. Ο Κυριάκος Κυριακούλης, γενικός διευθυντής των εκπαιδευτηρίων «Ροδίων Παιδεία» στη Ρόδο, έχει ήδη βάλει την τεχνητή νοημοσύνη στα τμήματα. Για εκείνον η απόφαση δεν συνιστά κίνδυνο. «Το σχολείο έχει την ευκαιρία να αποκτήσει τον ρόλο που θα θέλαμε πάντα να είχε. Βλέπουμε μαθητές ή φοιτητές να δίνουν το ερώτημα στις διάφορες εφαρμογές και να παίρνουν την απάντηση, ακατέργαστη ενδεχομένως. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μεν “πνευματική ατροφία”. Ωστόσο, αν ο ρόλος του εκπαιδευτικού γίνει αυτός ενός μέντορα κι όχι απλά του μεταφορέα, τότε αποκαθίσταται μια καλύτερη σχέση. Η τεχνητή νοημοσύνη αφαιρεί τα εμπόδια». Θεωρεί ότι η AI μπορεί να αποκαταστήσει σχέσεις που το σχολείο είχε φθείρει - τη σχέση του μαθητή με τον εκπαιδευτικό, του μαθητή με τη γνώση, του μαθητή με τη μάθηση και του εκπαιδευτικού με το ίδιο του το επάγγελμα.
Πώς θα καταλάβει ένας καθηγητής αν μια εργασία είναι προϊόν προσπάθειας ή παραγωγή μηχανής; Ο κ. Κυριακούλης αλλάζει το ερώτημα. «Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ο μαθητής μαθαίνει: δεν θα αρκείται κανείς σ’ ένα αποτέλεσμα. Εάν πούμε στον μαθητή “ρώτησε το ChatGPT”, είναι μια πρώτη ενέργεια που μπορεί να οδηγήσει σε προβληματικές καταστάσεις. Εάν του πούμε “διαφώνησε με το ChatGPT”, “δημιούργησε έναν διάλογο”, τότε αλλάζει ο ρόλος και το αποτέλεσμα». Η λύση που προτείνει είναι να ρυθμιστούν τα ίδια τα εργαλεία πριν μπουν στην τάξη, ώστε να μη δίνουν την έτοιμη απάντηση αλλά τη μέθοδο - ή και απαντήσεις με σκόπιμα λάθη, που ο μαθητής καλείται να εντοπίσει.
Μιλάει για εν εξελίξει επανάσταση. «Μπορεί να υπάρχει ένας εκπαιδευτικός μέσα στην τάξη, αλλά είναι σαν να έχει και 24 βοηθούς που απευθύνονται σε 24 παιδιά με διαφορετικό προφίλ. Η γνώση γίνεται κάτι που κατασκευάζεται, δεν είναι κάτι που αποθηκεύεται». Και το πάει πιο πέρα: «Είναι η πρώτη φορά στην ανθρωπότητα που μπορεί ένα τμήμα 24-25 παιδιών να έχει κάθε παιδί έναν προσωπικό βοηθό του δασκάλου. Η μαζική εκπαίδευση όπως την ξέραμε κλονίζεται και γίνεται πιο εξατομικευμένη».
«Αν η ΑΙ αναλαμβάνει τις επαναλαμβανόμενες εργασίες, ο εκπαιδευτικός αποκτά κάτι σπάνιο: χρόνο». Φτάνει να ισχυριστεί ότι «ένα άριστο μάθημα που ήθελε 3-4 ώρες προετοιμασίας τώρα χρειάζεται 15-20 λεπτά». Και συνεχίζει: «Δεν αντικαθίσταται ο εκπαιδευτικός. Η ανθρώπινη σχέση θα είναι πάντα απαραίτητη». Κι ο μεγαλύτερος κίνδυνος; «Να μην κάνουμε τίποτα, να μείνουμε στάσιμοι».
Το δημόσιο σχολείο και η πραγματικότητα
Στην άλλη άκρη της χώρας, η Κωνσταντίνα Σάιτ, φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Κέρκυρας, βλέπει την ίδια τεχνολογία από το δημόσιο σχολείο - είναι λιγότερο αισιόδοξη. «Η τεχνητή νοημοσύνη ήρθε σαν κερασάκι στην τούρτα», λέει για ένα πρόβλημα που, στα μάτια της, προϋπήρχε. «Από το να μετουσιωθεί η πληροφορία σε γνώση απέχει όσο η γη από το φεγγάρι».
Παρατηρεί ότι «το ChatGPT συμβάλλει σε έναν εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, αφού είναι διαθέσιμο στους πάντες» - ένας εκδημοκρατισμός που, στην πράξη, αφορά την αντιγραφή.
Ζητώ διευκρίνιση: «Τουλάχιστον το 50% των μαθητών, ιδίως στο Λύκειο, χρησιμοποιεί τις εφαρμογές για να γράψει τις ασκήσεις και μετά κάνει μια αντιγραφή-επικόλληση. Χωρίς κανέναν ηθικό ενδοιασμό». Και συνεχίζει: «Επειδή τα παιδάκια μας είναι υπέροχα και πονηρά, λένε στο εργαλείο “γράψε το σαν να είμαι 13χρονος, κάνε κανένα γραμματικό, κανένα συντακτικό λάθος, για να μην καταλάβει η κυρία ή ο κύριος ότι το έγραψε ο υπολογιστής”. Και το κάνει».
«Την τεχνητή νοημοσύνη μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε με τον βολικό τρόπο ή με τον ουσιαστικό. Ο βολικός είναι έτοιμη η απάντηση, αντιγραφή, τελειώσαμε. Ο εποικοδομητικός είναι να την αξιοποιήσουμε ως έναν ψηφιακό φροντιστή, με τη σωκρατική μέθοδο, μέσα από τον διάλογο. Όσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από το χαρτί και το μολύβι, τόσο περισσότερες δεξιότητες εκχωρούμε. Μπορούμε να φτάσουμε από τη γνωστική εκφόρτωση στη γνωστική ατροφία».
Τι προτείνει; «Να γράψουμε εμείς πρώτα κάτι, και μετά θα πάμε στον ψηφιακό μας βοηθό για να το βελτιώσουμε. Διαφορετικά δεν μιλάμε για ψηφιακό βοηθό, αλλά για ψηφιακό αντικαταστάτη».
Το νέο χάσμα (ή χάσματα…)
Στην ερώτηση αν η εισαγωγή της ΑΙ θα δημιουργήσει νέα -τεχνολογικά και κοινωνικά- χάσματα, η κ. Σάιτ εκτιμά ότι το ψηφιακό χάσμα δεν θα προκύψει επειδή κάποιοι μαθητές έχουν καλύτερα prompts, αλλά επειδή υπάρχουν σχολεία που ακόμη παλεύουν με βασικές υποδομές. Αν δεν υπάρξουν επενδύσεις, επιμόρφωση και ίση πρόσβαση στα εργαλεία, η AI κινδυνεύει να διευρύνει τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων και μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.
«Δουλεύω σε ένα διατηρητέο κτήριο στο οποίο ούτε κλιματισμό δεν μπορούμε να βάλουμε. Μου ζήτησαν να επιμορφώσω συναδέλφους και είχαμε 40 βαθμούς Κελσίου μέσα στην αίθουσα. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Είμαστε πάρα πολύ πίσω». «Είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης. Δεν μπορεί να τα ρίχνουμε πάντα στην ατομική ευθύνη», συνεχίζει.
Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Κυριακούλης αναγνωρίζει τον κίνδυνο ενός νέου χάσματος: «Θα έχουμε μια μερίδα μαθητών που θα επαναπαυτούν στις έτοιμες απαντήσεις και θα στερηθούν τη χαρά της μάθησης - κι από την άλλη μαθητές που θα ξέρουν να χρησιμοποιούν αυτά τα εργαλεία με τη δυνατότητα να απογειωθεί η δημιουργικότητά τους».
Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη δεν αρνείται τους κινδύνους: «Είναι υπαρκτός προβληματισμός. Η ανισότητα υπάρχει, ανάμεσα σε ένα παιδί σε ένα δυσπρόσιτο μέρος και σε ένα παιδί στο κέντρο της Αθήνας σε ένα ιδιωτικό σχολείο. Είναι ιδεολογική μάχη για μένα, να μειώνω συνεχώς τη διαφορά. Αλλά δεν μπορείς να φτάσεις από την αρχή στην απόλυτη νίκη. Πρέπει να το δοκιμάσεις, να το πιλοτάρεις και να είσαι ασφαλής για τα μέσα που δίνεις».
Τοποθετεί, μάλιστα, την αφετηρία στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς - κι εκεί η εικόνα δεν είναι θεωρητική. «Τα σεμινάρια της Google, της Microsoft και της OpenAI είναι sold out μέσα σε μία ώρα», λέει, προσθέτοντας ότι «χιλιάδες εκπαιδευτικοί έχουν ήδη επιμορφωθεί». Στα μέσα που δίνει το υπουργείο εντάσσει κι έναν ψηφιακό βοηθό για όσους χρησιμοποιούν το Ψηφιακό Φροντιστήριο ξένων γλωσσών, με νέα εργαλεία να αναμένονται.
Ποιος ελέγχει τη μηχανή
Για πρώτη φορά, κρίσιμες λειτουργίες μεταφέρονται σε συστήματα που δεν ελέγχονται από πανεπιστήμια, εκπαιδευτικά ιδρύματα ή το κράτος, αλλά από ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας. Το δημόσιο σχολείο κινδυνεύει να εξαρτηθεί από ιδιωτικές, κυρίως αμερικανικές πλατφόρμες για μια κρίσιμη εκπαιδευτική λειτουργία. Το πιλοτικό «AI in Schools» φέρνει ήδη το ChatGPT Edu της OpenAI σε είκοσι πρότυπα, πειραματικά και Ωνάσεια λύκεια.
Η κ. Ζαχαράκη σχολιάζει: «Δεν μιλάμε για μονοπώλιο και δεν μιλάμε για εξαρτήσεις ποτέ. Δημιουργείται μία τεχνογνωσία, μία δυναμική. Όλα τα ελέγχουμε». Παραδέχεται, ωστόσο, ότι το τεχνικό know-how δεν είναι του δικού της υπουργείου: «Εμείς δεν έχουμε το know-how αυτό, το παίρνουμε από τους ειδικούς της ψηφιακής διακυβέρνησης».
Ίσως γι' αυτό επιστρέφει μόνη της στο σουηδικό παράδειγμα. «Οι Σουηδοί το λένε συνέχεια στα συμβούλια υπουργών, ότι “επιστρέφουμε στο χαρτί και το μολύβι”. Επειδή είχαν κάνει το λάθος και είχαν πάει μόνο σε tablets, έβλεπαν ότι τα παιδιά δεν μπορούσαν καν να γράψουν».
Η Σουηδία, επί χρόνια σύμβολο της ψηφιακής τάξης, δέσμευσε περίπου 104 εκατομμύρια ευρώ μεταξύ 2023 και 2025 για να επαναφέρει τα έντυπα βιβλία, ύστερα από πτώση στις επιδόσεις ανάγνωσης των μαθητών της.
Στον αντίποδα, πάντως, ο κ. Κυριακούλης υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο: οι τάξεις πρέπει να γίνουν ηλεκτρονικές και πως το χαρτί και το μολύβι δεν αρκούν πλέον. Η διαφωνία για το αν ο δρόμος περνά από την οθόνη ή από το τετράδιο παραμένει ανοιχτή.
Το στοίχημα της σκέψης
Αν η Σοφία Ζαχαράκη ήταν σήμερα μαθήτρια λυκείου, θα χρησιμοποιούσε το ChatGPT; «Με ενδιαφέρει πάντα ο συνδυασμός. Μιλάμε για μια υπαρκτή πραγματικότητα που τα παιδιά ήδη χρησιμοποιούν. Με ενδιαφέρει να ψάχνουν τη γνώση, να μπορούν να αξιολογούν αυτό που τους σερβίρεται - η τάξη να είναι εργαστήρι διερευνητικής μάθησης». Το στοίχημα, επιμένει, παραμένει η τάξη: «Στην ελληνική τάξη προφανώς υπάρχει μια παραδοσιακή διδασκαλία. Αυτή δεν αλλάζει. Το ότι όμως πηγαίνοντας στο σπίτι τα παιδιά γυρίζουν στο chat, δίνει μεγάλη αξία το τι έχει γίνει μέσα στην τάξη».
Στην ίδια ερώτηση, ο κ. Παπαστεργίου απάντα: «Πιθανότατα θα χρησιμοποιούσα εργαλεία AI. Όχι όμως για να σκέφτονται αντί για εμένα, αλλά ως βοήθημα - αρκεί να μη μετατρέπεται σε υποκατάστατο της προσωπικής προσπάθειας και της κριτικής σκέψης».
Ο κ. Κυριακούλης το συμπυκνώνει με τη φράση: «Η ΑΙ δεν μειώνει τη σημασία του σχολείου και της εκπαίδευσης, το αναγκάζει να γίνει αυτό που πάντα έπρεπε να είναι».
Η κ. Σάιτ προσθέτει ότι τίποτα από αυτά δεν γίνεται χωρίς επιμόρφωση εκπαιδευτικών, χωρίς υποδομές, χωρίς δωρεάν πρόσβαση για όλους. «Αν αποφασίσουμε ότι η εκπαίδευση θα είναι προτεραιότητα, μπορούμε να το κάνουμε. Αν θελήσουμε, πολιτικά».