Life in Athens

Ένας Αύγουστος αλλιώς: Μέρος 4ο

Cult, chic, καύσωνας και ένα κρουαζιερόπλοιο στην Ανταρκτική

Ελένη Χελιώτη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ημερολόγιο Αυγούστου: Από το Amazon Prime στον Super El Niño - Μια εβδομάδα γεμάτη τρέλες

Ακύρωσα τη συνδρομή στο Apple TV γιατί δεν υπήρχε κάτι άλλο που ήθελα να δω και ενεργοποίησα πάλι αυτή του Amazon Prime. Εκεί μας έφτασαν οι αλήτες. Να πηγαίνουμε από τη μία στην άλλη ψάχνοντας κάτι να δούμε και φτάνοντας στο σημείο να πληρώνουμε 37 διαφορετικά πράγματα και να μην μπορούμε ποτέ να βρούμε κάτι που θέλουμε. Είναι τόσες οι ταινίες που θέλω να δω, που δεν πρόλαβα στο σινεμά ή που έχω ακούσει να συζητάνε στο διαδίκτυο, και δεν τις βρίσκω σε καμία πλατφόρμα. Και μετά αναπόφευκτα αναπολείς, σκεπτόμενος τα βίντεο κλαμπ και τις ώρες που καθόμασταν να ψάχνουμε μια συγκεκριμένη ταινία, και όταν την έβρισκες είχε το κόκκινο χαρτάκι επάνω που σήμαινε ότι κάποιος την είχε ήδη νοικιάσει.

Τέλος πάντων, Amazon Prime. Πρώτα ανέτρεξα στα ντοκιμαντέρ, και βρήκα δύο που φαίνονταν ενδιαφέροντα, και όχι, δεν είχαν να κάνουν με φόνους ή αιρέσεις (αν και βρήκα και τέτοια και τα είδα βεβαίως σε δεύτερο χρόνο). Αυτά τα δύο όμως ήταν επιστημονικής φύσεως, που είχα καιρό να δω. Το ένα αφορούσε το και ονομαζόταν «CERN». Ήταν ένα παράξενα φτιαγμένο ντοκιμαντέρ που μερικές φορές θύμιζε ταινία του Αγγελόπουλου. Εκτός από πλάνα των εγκαταστάσεων που μας έδειχνε, συμπεριλάμβανε και κάποιες συνεντεύξεις με επιστήμονες οι οποίοι εργάζονται και μένουν στο CERN.

Δύο πράγματα ήταν εμφανή: το πρώτο ήταν ότι ό,τι λαμβάνει χώρα εκεί είναι πολύ ανώτερο επιστημονικά απ’ ό,τι ένας απλός θνητός μπορεί να συλλάβει―πόσο μάλλον να καταλάβει―, και το δεύτερο ήταν ότι κάποιοι επιστήμονες μπορούσαν μακράν καλύτερα από άλλους να εξηγήσουν απλά και καθαρά τι κάνει το LHC (Large Hadron Collider), και τι ελπίζουν να ανακαλύψουν με τα πειράματα που διεξάγουν. Tale as old as time. Είναι το αντίθετο του «those who you can’t do, teach».

Το δεύτερο ντοκιμαντέρ, και εντέλει το πιο ενδιαφέρον, ακολουθούσε μια μικρή ομάδα επιστημόνων στην Ανταρκτική, οι οποίοι είχαν πάει για μια αποστολή 22 ημερών στη θάλασσα για να συλλέξουν δείγματα και να δουν κατά πόσο η κλιματική αλλαγή και η ανθρώπινη παρουσία γενικότερα έχει επηρεάσει, και σε τι βαθμό, τη θαλάσσια ζωή και τη θερμοκρασία του νερού στην Ανταρκτική. Απόκοσμα τοπία. Δέος.

Και μετά, ένα τεράστιο κρουαζιερόπλοιο το οποίο έφερε 500 άτομα στο πιο απομακρυσμένο σημείο της γης. Η κατάντια μας.

Σάββατο, 22 Αυγούστου, 2026

Μας τον φύλαγε για το τέλος. Τον καύσωνα. Το να κάθομαι ακίνητη στο σπίτι μου με τα παράθυρα ορθάνοιχτα και να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι μέσα σε σάουνα. Δωρεάν σπα. Τι άλλο θέλετε; Ας βάλουμε να βράσουμε και λίγα ζαρζαβατικά τύπου μέντα, δυόσμο και λεβάντα, ας ρίξουμε και μια πετσετούλα στους ώμους και ας το αποκαλέσουμε self-care. Όλα κάτι τα βαφτίζουμε για να τ’ αντέξουμε άλλωστε.

Κυριακή, 23 Αυγούστου, 2026

Τι έρχεται κατά νου όταν ακούμε τη λέξη cult; Συνήθως οι διάφορες παλαβές αιρέσεις που εξαπλώνονται σε όλο τον κόσμο αλλά προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ, έτσι δεν είναι; Απ’ ό,τι φαίνεται, ο όρος αυτός, ο οποίος προέρχεται από τη γαλλική λέξη culte και τις λατινικές ρίζες colere και cultus―το cultus είχε την έννοια της καλλιέργειας, της αφοσίωσης και της πίστης―χρησιμοποιείται με τόση συχνότητα και απερισκεψία πλέον που έχει χάσει πλήρως την αξία και την ισχύ της. Η λέξη ουσιαστικά μετατράπηκε από κάτι θετικό σε κάτι αρνητικό στις αρχές του 19ου αιώνα, και βρήκε την άκρως σκοτεινή της πλευρά στα μισά του 20ού.

Μια πτυχή ή έκταση όμως της λέξης που η συγγραφέας του άρθρου αυτού, Σόφι Χέγνεϊ, δεν αγγίζει, προς μεγάλη μου έκπληξη, είναι αυτή που έχει να κάνει με την κουλτούρα και την τέχνη. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι cult ταινίες―ταινίες οι οποίες δεν είχαν συνήθως μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά είχαν έναν αριθμό οπαδών οι οποίοι παθιάστηκαν τόσο με αυτές που τις έκαναν γνωστές και τις ανήγαγαν σε κάτι άλλο, κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Βλέπε «Donnie Darko», από το οποίο δεν θα ξεχάσω ποτέ την ατάκα «Why are you wearing that stupid human suit?»

Το γενικότερο επιχείρημα όμως όσον αφορά την έλλειψη νοήματος λόγω υπερβολικής χρήσης, φαίνεται πια να ισχύει για πολλά πράγματα σήμερα. Όπως όταν επαναλαμβάνεις ακατάπαυστα μια λέξη φωναχτά: κάποια στιγμή απλά παύεις να ακούς τη λέξη, και ακούγεται μόνο ένας επαναλαμβανόμενος, ακαταλαβίστικος θόρυβος.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου, 2026

Η CIA, λέει, δυσκολεύεται μα βρει νέους, συγκεκριμένα της γενιάς Ζ, για να προσλάβει, κυρίως γιατί δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρει καθόλου σαν επιλογή καριέρας. Δυσκολεύεται σε τέτοιο σημείο που στράφηκε―επαναλαμβάνω, η CIA!―στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να λειάνουν τις γωνίες και να μαλακώσουν την εικόνα τους στους νέους ανθρώπους. Για να είμαι ειλικρινής νόμιζα ότι η είδηση αυτή ήταν fake news της πλάκας, μέχρι που είδα και διάβασα άρθρα για το θέμα αυτό στο Politico και το Wall Street Journal. Εάν δεν ήταν τραγικό, θα ήταν πάρα πολύ αστείο. Σημειωτέον ότι αποφεύγουν, λέει, το TikTok λόγω Κινεζικού ρίσκου, αλλά κατά τ’ άλλα είναι παρόντες σε Instagram, YouTube, Facebook και Twitter με δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους.

Τρέλες.

Τρίτη, 25 Αυγούστου, 2026

Το «παλιά ήταν αλλιώς» ή το «όλα ήταν καλύτερα παλιά» που όλοι γνωρίζουμε και έχουμε κάποια στιγμή ξεστομίσει, και που όλοι γνωρίζουμε ότι σε μεγάλο βαθμό είναι μια νοσταλγική μπούρδα, έχει αρχίσει να παίρνει άλλες διαστάσεις και να αποκτά δόσεις αλήθειας όσον αφορά συγκεκριμένα πράγματα και τομείς, και κυρίως την ποιότητα των προϊόντων που καταναλώνουμε. Η ποιότητα των περισσοτέρων προϊόντων έχει αδιαμφισβήτητα πέσει στα τάρταρα, κι όμως αγοράζουμε μανιωδώς ενώ ταυτόχρονα γκρινιάζουμε, αλλά αρνούμαστε να σταματήσουμε ή να πληρώσουμε κάτι παραπάνω γιατί πολύ απλά υπάρχουν πάντα φθηνότερες επιλογές.

Οι πολλές επιλογές θα μας φάνε εντέλει ― και αυτό είναι κάτι που φοριέται πολύ.

Ένα άρθρο της Guardian μας εφιστά την προσοχή σε αυτό ακριβώς. Μεταξύ μας, όμως, δεν χρειαζόμασταν την Guardian να το επιβεβαιώσει όταν όλοι μας έχουμε πράγματα από παλιά τα οποία είτε λειτουργούν ακόμα (εάν μιλάμε για κάποια συσκευή), είτε δεν έχουν αλλοιωθεί καθόλου ή ελάχιστα αν είναι κάτι που φοράμε. Έχω στην ντουλάπα μου, μεταξύ άλλων, ένα Fila τζιν πουκάμισο του πατέρα μου, το οποίο πρέπει να μετράει τουλάχιστον 25 χρόνια τώρα, που ειλικρινά είναι σαν καινούριο. Ο λόγος, προφανέστατα, για τον οποίο συμβαίνει αυτό δεν απαιτεί πτυχία ή προϋπηρεσία στο εμπόριο, αλλά κοινή λογική, και είναι η απληστία.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου, 2026

Απ’ τη μία νιώθω την ανάγκη να ενημερώνομαι καθημερινά, από την άλλη κάθε φορά που ενημερώνομαι με πιάνει απελπισία. Και μετά έρχονται τα ερωτήματα: σκοτωνόμασταν έτσι πιο παλιά (προφανώς δεν εννοώ τον Μεσαίωνα, αλλά πριν 20, 30, 40 χρόνια); Υπήρχαν πάντα τόσοι φόνοι και τόση βία και τόση ευκολία με την οποία αφανίζαμε ψυχές παιδιών, γυναικών και ανδρών, και απλά δεν υπήρχε η κατάλληλη ενημέρωση, ή έχουμε λαλήσει τελείως;

Πέμπτη, 27 Αυγούστου, 2026

Το όλο θέμα με τη λέξη cult μου έφερε κατά νου και τη λέξη du jour που επανήλθε και χρησιμοποιείται αδυσώπητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τις τελευταίες εβδομάδες: chic. Αναρτάς μια φωτογραφία της αρεσκείας σου, συνήθως με κάτι που σου αρέσει, γράφεις «kinda chic to…» και το τελειώνεις με ό,τι σου κατέβει στο μυαλό. Και αν το έχεις δει να αναρτάται από οποιονδήποτε influencer που ακολουθείς, είναι οριακά εγκληματικό να μην το επαναλάβεις και εσύ.

Και μέσα σε όλες αυτές τις ασήμαντες βλακείες, έχουμε έναν πλανητάρχη―που ο θεός να τον κάνει―ο οποίος πια σε καθημερινή βάση μας ανεβάζει την πίεση και μας κάνει να αναρωτιόμαστε πόσες ημέρες απομένουν για το ξέσπασμα του 3ου Παγκόσμιου που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα προκαλέσει.

Και μέσα σε αυτό το τοπίο αμφιταλάντευσης μεταξύ τρέλας, ηλιθιότητας και πραγματικού κινδύνου και ανησυχίας πρέπει να χωρέσουμε την καθημερινότητά μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον καθένα.

Και έτσι όπως κλείνει αυτός ο αναθεματισμένος μήνας, και έτσι όπως ξεκινώ να φτιάχνω βαλίτσα για μια σύντομη τετραήμερη περιπέτεια που εύχομαι να με ανανεώσει για αυτό που έρχεται, μαζί με όλα τα άλλα, σκέφτομαι και τον Super El Niño με τον οποίο μας έχουν πρήξει (και τρομάξει).

Τελικά το βιβλίο «Ο Θεός του Δάσους» δεν ήταν και πολύ καλό, αλλά σήμερα ξεκινώ το «The Assassin’s Blade» της Σάρα Τζ. Μαας που είναι prequel της σειράς Throne of Glass, και το οποίο δεν διάβασα ποτέ παρόλο που κατάπια αμάσητη τη σειρά πριν 6 χρόνια (στην πρώτη καραντίνα). Είναι οι μικρές χαρές…