Κατοικιδια

Οι σκύλοι των άλλων

Πώς βρεθήκαμε, μεγάλοι άνθρωποι χωρίς κατοικίδια, με σκύλο, έστω και δανεικό

4679-35218.jpg
Μανίνα Ζουμπουλάκη
ΤΕΥΧΟΣ 673
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
dog-3496591_1920.jpg

Πριν μερικά χρόνια ένας φίλος κληρονόμησε μια θηλυκή σκυλίτσα της οποίας το αφεντικό πήγε στον ουρανό – τη γλυκιά και όμορφη Ρούμπυ. Ο φίλος ήτανε πάντα μανιακός με την καθαριότητα, κυκλοφορούσε με ένα βετέξ στο χέρι και δεν άντεχε τις τρίχες... αλλά ορίστε που τα έφερε έτσι η ζωή και οι τρίχες δεν τον ενοχλούν πια, ούτε το πρωινό ξύπνημα για τη βόλτα  της Ρούμπι, που «δεν μπορεί να φανταστεί την ημέρα του χωρίς αυτήν».  

Παραλίγο να γράψω «τα ίδια κι εγώ», αλλά θα σηκωθούν όλοι οι πρώην μου να με πνίξουν – καθόλου δεν είμαι μανιακή με την καθαριότητα, ναι μεν έχω βετέξ, είναι δε (1) χαμένο σε κάποια γωνία του νεροχύτη κάτω από ένα βουνό πιάτα, (2) σιχαμένο, ή (3) και τα δύο. Απλώς δεν είχα σκύλο από τα παιδικά μου χρόνια και μετά, στη διάρκεια των οποίων (παιδικών χρόνων) είχαμε σκύλο και ζούσε στον κήπο, στην Καβάλα, που είναι εξοχή από μόνη της. Κανένας δεν τον έβγαζε βόλτα να κάνει τις ανάγκες του, τουλάχιστον όχι σε μόνιμη βάση. Έτρωγε ό,τι δεν τρώγαμε εμείς. Ο Ρομπ ήταν ένας σκύλος τεράστιος, πανέξυπνος, υπέροχος και αγαπημένος, απλώς όχι «σπιτιού». 

Όλα αυτά άλλαξαν από πέρυσι: φίλη που έπρεπε να πάει ταξίδι, μας έφερε τον σκύλο της τον Μάγκα, ένα μιξ Λαμπραντόρ και Κοκόνι, μάλλον με κάτι ακόμα μέσα που άντε να το βρεις τώρα. Ο Μάγκας έμεινε δέκα μέρες. Την πρώτη μέρα ξεκαθάρισα στην οικογένεια ότι δεν θα βγάζω μόνο εγώ βόλτα τον Μάγκα κάθε πρωί διότι θα κοιμάμαι πιο αργά τα Σαββατοκύριακα, και ας βγάλουν τα μάτια τους, και τον Μάγκα, οι υπόλοιποι νοματαίοι μέσα στο σπίτι. 

Τη δέκατη μέρα, έβγαλα κρυφά βόλτα τον Μάγκα όσο οι άλλοι ήταν ακόμα στα κρεβάτια τους. Είχαμε κάνει μπόντινγκ. Είναι δύσκολο να ζήσεις με έναν σκύλο μια βδομάδα και να μην κάνεις μπόντινγκ. Αν δεν δεθείτε, κάτι δεν πάει καλά με τον σκύλο, ή με το αφεντικό.  

Ανανεώσαμε τη συνδρομή μας στον Μάγκα άμεσα – τον ζητήσαμε για άλλη μια βδομάδα, και μετά για ένα τετραήμερο. Όποτε η φίλη έχει επαγγελματικό ταξίδι, ο Μάγκας έρχεται κουνώντας την ουρά του – στην αρχή ήταν απρόθυμος, ανήσυχος που έχανε τη «μαμά του». Μετά συνήθισε, κάπως μας αντιμετωπίζει σαν το pied-a-terre του τώρα, «ναι, δεν είναι ακριβώς η μαμά και η ορίτζιναλ φαμίλια μου όλοι αυτοί οι κερχελέδες, αλλά καλοί είναι, δε βαριέσαι, μια αλλαγή χρειάζεται πότε πότε, μου δίνουνε και κόκαλο μπριτζόλας, που έχει συναισθηματική αξία».    

Ο Μάγκας μάς έρχεται κομπλέ με το φαγητό του, το κρεβατάκι και την προίκα του, εμβολιασμένος και περιποιημένος, η «έγνοια» δηλαδή δεν υπάρχει... εκτός από μέρες που έχουμε να πάμε σε παιδικά πάρτι, και προκύπτει το θέμα «μα τι θα κάνει τόσες ώρες μόνος του ο Μάγκας;». Το θέμα λύθηκε πρόσφατα γιατί κάποιο από τα παιδιά διάβασε στο ίντερνετ ότι τα σκυλιά χρειάζονται 14 ώρες ύπνο το 24ωρο, άρα ο Μάγκας κοιμάται όταν λείπουμε, άρα όλα είναι οκέι. 

Γενικά, όταν ακούω το αίτημα «θέλουμε σκύλο» σκέφτομαι «μόνο αυτό μου έλειπε»: με τρία παιδιά, άλλα δυο-τρία παιδιά να μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο, με ένα σπίτι, μαγείρεμα, ψώνια, συντήρηση στο κεφάλι μου, ΣΥΝ να γράφω βιβλία ή σενάρια ή ό,τι άλλο προκύπτει, μόνο ο σκύλος μου έλειπε. Είχαμε χρυσόψαρα, που όμως πολύ δυστυχώς τα κακάρωναν κάθε τόσο και δεν προλάβαινα να τα αντικαταστήσω, εκτός που τα παιδιά καταλάβαιναν ότι ο Χρυσούλης είχε αλλάξει φάτσα και η Μαυρούλα είχε ασπρίσει ξαφνικά. Είχαμε μια χελώνα, που τη χάσαμε μέχρι που την πέτυχα μια μέρα πολύ μακριά από το σπίτι μας, τη γαϊδούρα, να πηδάει μια άλλη χελώνα – αν και δεν ορκίζομαι ότι η από πάνω χελώνα ή έστω η από κάτω ήταν η πρώην δικιά μας, παίζει να ήταν απλή συνωνυμία (όταν φώναξα «χελώνα μας!» σταμάτησε να πηδάει).

Δεν είχαμε σκύλο από τη δεκαετία του ’70 και μετά. Μέχρι τώρα, που έχουμε δανεικό κατά καιρούς τον σκύλο της φίλης μου, όπως ο φίλος με το βετέξ έχει τη σκυλίτσα του δικού του φίλου. Μαζεύουμε τρίχες από τις γωνίες, μερικές φορές μαζεύουμε και τσίσα από άλλες γωνίες. Βγαίνουμε βόλτες και ανακαλύπτουμε ήσυχες, χλοερές περιοχές της γειτονιάς μας τις οποίες χαίρονται να κατουρούν τα σκυλιά. Δεν γίνεται να έχεις έναν σκύλο στο σπίτι σου και να μην τον αγαπάς, δεν γίνεται. Ο σκύλος σε κάνει να χαμογελάς χωρίς να το θέλεις, να τον χαϊδεύεις και να του μιλάς χωρίς να το καταλαβαίνεις. Σε κινητοποιεί να ντυθείς για να βγεις από το σπίτι – τα παιδιά και τα σκυλιά δεν σου αφήνουν περιθώρια για κατάθλιψη. «Όχι, κύριος, πρώτα θα με βγάλεις βόλτα και μετά θα πέσεις στα πατώματα, επειδή οι δικές μου ανάγκες είναι πιο πιεστικές και άμεσες από τις δικές σου!»  

Επίσης... πιάνω κουβέντα με άλλους ανθρώπους, πολύ συμπαθητικούς*, όποτε βγάζω βόλτα τον Μάγκα. Μιλάμε για τα σκυλιά μας, εξηγώ ότι ο Μάγκας δεν είναι δικός μας, διακοπές κάνει, έστω και αν τα παιδιά τον αντιμετωπίζουν σαν δικό μας («Πού ήσουν, Μάγκα; Γιατί εξαφανίστηκες τόσες μέρες;» ενώ ήταν στο σπίτι του με τη «μαμά του»...) 

Έχω υποσχεθεί πως όταν μεγαλώσουν όλοι, μαζί κι εγώ, θα πάρουμε σκύλο – αδέσποτο και μπερδεμένης προέλευσης, κατά προτίμηση. Ως τότε, είμαστε μια χαρά με τους (αγαπημένους) σκύλους των άλλων...
 
* Συνήθως οι άνθρωποι μου φαίνονται συμπαθητικοί με το «καλημέρα σας», εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, π.χ. αν με βρίζουν ή προσπαθούν να κλωτσήσουν τον σκύλο των άλλων. Οπότε μου φαίνονται αντιπαθέστατοι.)

ΠΡΟΣΦΑΤΑ