Health & Fitness

Πώς η απώλεια της όσφρησης μπορεί να προειδοποιήσει για σοβαρές ασθένειες του εγκεφάλου

Η οσφρητική εκπαίδευση φαίνεται να βοηθά ένα ποσοστό ασθενών να ανακτήσουν μέρος της χαμένης τους αίσθησης

Newsroom
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Έως και το 22% του πληθυσμού αντιμετωπίζει προβλήματα όσφρησης, ενώ οι επιστήμονες βρίσκουν ολοένα περισσότερες συνδέσεις με το Πάρκινσον, το Αλτσχάιμερ και άλλες παθήσεις

Πριν από περίπου 14 χρόνια, η Chrissi Kelly έχασε την όσφρησή της. Είχε ταξιδέψει στην Τσεχία για να επισκεφθεί συγγενείς και κόλλησε κάποιον ιό. Μήνες αργότερα, καθώς εξακολουθούσε να μην μπορεί να μυρίσει, επισκέφθηκε διάφορους γιατρούς προσπαθώντας να βρει απαντήσεις.

Διαγνώστηκε με ανοσμία (απώλεια όσφρησης) και, όπως συμβαίνει με πολλούς ασθενείς που πάσχουν από την ίδια κατάσταση, της είπαν ότι θα έπρεπε να μάθει να ζει με αυτό. Ωστόσο, για την ίδια, η απώλεια ήταν καταστροφική. «Μετά από περίπου έξι μήνες, ένιωθα να πνίγομαι από την απόγνωση και δεν αναγνώριζα πια τον εαυτό μου», λέει η ίδια.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι έως και το 22% του πληθυσμού ζει με προβλήματα όσφρησης, όπως η υποσμία (μερική απώλεια όσφρησης) ή η ανοσμία (πλήρης απώλεια όσφρησης). Πολλοί άλλοι ζουν με διαταραχές της όσφρησης, όπως η φαντοσμία, κατά την οποία το άτομο αντιλαμβάνεται οσμές που δεν υφίστανται στην πραγματικότητα ή η παροσμία, όπου συνήθως ευχάριστες μυρωδιές, όπως του καφέ ή του σαμπουάν, γίνονται αντιληπτές ως εξαιρετικά δυσάρεστες (θυμίζοντας, για παράδειγμα, περιττώματα ή εμετό). Οι παθήσεις αυτές δεν έχουν γίνει επαρκώς κατανοητές, συχνά δεν διαγιγνώσκονται σωστά και πολλές φορές υποβαθμίζονται από τους γιατρούς.

Η πανδημία άλλαξε τα δεδομένα. Ο Covid έστρεψε την προσοχή, αλλά και το ερευνητικό ενδιαφέρον, στην αίσθηση της όσφρησης. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχουν καταγραφεί 780 εκατομμύρια κρούσματα Covid-19 από τον Δεκέμβριο του 2019 (ενώ υπάρχουν και πολλά ακόμη μη καταγεγραμμένα), με την απώλεια της όσφρησης να αποτελεί ένα διαδεμένο σύμπτωμα. Σε έρευνα του 2023 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Laryngoscope, διαπιστώθηκε ότι το 60% των ατόμων που νόσησαν από Covid παρουσίασε απώλεια όσφρησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις το φαινόμενο ήταν παροδικό, ωστόσο ορισμένοι ασθενείς αντιμετώπισαν το πρόβλημα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Καθώς ο Covid προκάλεσε δυσλειτουργία στην όσφρηση εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως, ο ιός οδήγησε σε μια νέα εκτίμηση, αλλά και σε εντατικοποίηση της έρευνας για αυτή την κρίσιμη αίσθηση. Καθώς οι επιστήμονες εμβαθύνουν τη γνώση τους σχετικά με τη λειτουργία της όσφρησης, πληθαίνουν τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η αίσθηση αυτή συνδέεται άρρηκτα όχι μόνο με την ποιότητα ζωής, αλλά και με την υγεία του εγκεφάλου.

Αιτίες απώλειας της όσφρησης

Ορισμένοι άνθρωποι χάνουν την αίσθηση της όσφρησης χωρίς προφανή λόγο. Άλλοι τη χάνουν αφού ένας ιός προσβάλει τα υποστηρικτικά κύτταρα του οσφρητικού συστήματος. Όταν τα υποστηρικτικά κύτταρα αναγεννώνται (κατά μέσο όρο, τέσσερις έως έξι εβδομάδες αργότερα), η όσφρηση επανέρχεται. Η απώλεια της όσφρησης μπορεί επίσης να οφείλεται σε τραυματισμό στο κεφάλι που προκαλεί βλάβη στα οσφρητικά νεύρα ή φλεγμονή. Οι αλλεργίες και οι λοιμώξεις των παραρρινίων κόλπων μπορούν να προκαλέσουν οίδημα και φλεγμονή, οδηγώντας σε απώλεια της όσφρησης. Μερικές φορές το πρόβλημα υποχωρεί μόλις υποχωρήσει και η φλεγμονή. Άτομα λιγότερο τυχερά, όπως η Kelly, υφίστανται βλάβες στα οσφρητικά τους νεύρα που προκαλούν μόνιμες επιπτώσεις.

Μερικές φορές ωστόσο, η απώλεια της όσφρησης μπορεί να αποτελεί προάγγελο σοβαρότερων προβλημάτων υγείας. Ο Dave, λάτρης του κρασιού που ζει στις ΗΠΑ, λέει ότι η απώλεια της όσφρησής του πριν από 20 χρόνια ήταν μια ταλαιπωρία, αλλά κατάφερε να προσαρμοστεί.

«Προσποιούμουν ότι όλα ήταν καλά», λέει, αναφερόμενος στις περιηγήσεις σε οινοποιεία στις κοιλάδες Νάπα και Σονόμα με τη σύζυγό του, καθώς και σε μια κρουαζιέρα που ξεκίνησε με στάσεις αφιερωμένες στο κρασί στη Νίκαια της Γαλλίας. Αφού επί χρόνια οι γιατροί τού έλεγαν ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα υγείας, άρχισε να παρουσιάζει επιβράδυνση στο βάδισμα και τρέμουλο, και τελικά διαγνώστηκε με τη νόσο Πάρκινσον.

Η απώλεια της όσφρησης μπορεί επίσης να αποτελεί πρώιμο σημάδι διαφόρων άλλων νευροεκφυλιστικών νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένης της νόσου Αλτσχάιμερ και της άνοιας, επισημαίνει η Zara M. Patel, διευθύντρια της Πρωτοβουλίας του Στάνφορντ για τη Θεραπεία της Απώλειας Όσφρησης και Γεύσης (Stanford Initiative to Cure Smell and Taste Loss). Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται και σε άλλες παθήσεις. «Για παράδειγμα, άτομα με κατάθλιψη, σχιζοφρένεια ή αυτισμό παρουσιάζουν μεταβολές στην οσφρητική ικανότητα», αναφέρει η ίδια.

Μάλιστα, οι ερευνητές έχουν συσχετίσει τις διαταραχές της όσφρησης με έναν εντυπωσιακό αριθμό 139 νευρολογικών, σωματικών και συγγενών ή κληρονομικών παθήσεων, που κυμαίνονται από τον αλκοολισμό έως τον ιό Ζίκα και το σύνδρομο Guillain-Barré.

Η απώλεια της όσφρησης ενδέχεται να αποτελεί πρώιμη ένδειξη μιας πάθησης που επηρεάζει τόσο τους οσφρητικούς βολβούς όσο και άλλα τμήματα του εγκεφάλου, όπως φαίνεται να συμβαίνει στη νόσο Πάρκινσον. Είναι επίσης πιθανό η απώλεια της όσφρησης να συμβάλλει στην εκδήλωση ορισμένων διαταραχών. Οι ερευνητές υποθέτουν ότι το οσφρητικό σύστημα συμβάλλει στη ρύθμιση ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών που σχετίζονται με τη γνωστική ικανότητα, τη μνήμη και το συναίσθημα, λειτουργίες που εμπλέκονται σε πολλές ψυχιατρικές διαταραχές, και ότι η απώλεια της όσφρησης θα μπορούσε να επιδεινώσει αυτές τις καταστάσεις.

Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης κατά πόσον η φλεγμονή στο οσφρητικό σύστημα ενδέχεται να συμβάλλει σε εγκεφαλικές μεταβολές που σχετίζονται με τη σχιζοφρένεια. Σε κάθε περίπτωση, η απώλεια της όσφρησης εκθέτει τα άτομα στον κίνδυνο να μην αντιληφθούν προειδοποιητικά σήματα του περιβάλλοντος, όπως ο καπνός ή τα αλλοιωμένα τρόφιμα, γεγονός που οδηγεί ορισμένους ερευνητές να χαρακτηρίζουν την απώλεια της όσφρησης ως ζήτημα δημόσιας υγείας. 

Μπορεί να επανέλθει η αίσθηση της όσφρησης;

Για τους ασθενείς που έχουν χάσει την όσφρησή τους, το πιο κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή μπορεί να αποκατασταθεί.

Η Kelly έμαθε για πρώτη φορά για την οσφρητική εκπαίδευση όταν ένας γιατρός αναφέρθηκε σε αυτήν φευγαλέα. Η μέθοδος λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο όπως η φυσικοθεραπεία, αλλά για την όσφρηση. Το άτομο εξασκείται μυρίζοντας μια σειρά από γνωστές μυρωδιές: λεμόνι, τριαντάφυλλο, γαρίφαλο και ευκάλυπτο, δύο φορές την ημέρα. Στόχος είναι η δημιουργία νέων κυττάρων-υποδοχέων και η ενεργοποίηση της νευροπλαστικότητας, δηλαδή της ικανότητας του εγκεφάλου να αναδιοργανώνει τις συνδέσεις των νευρώνων για την εκτέλεση νέων λειτουργιών.

Περίπου το 30% των ασθενών παρουσιάζει βελτίωση μετά από μήνες εξάσκησης, αναφέρει η Patel, η οποία διεξήγαγε την πρώτη ελεγχόμενη δοκιμή για την οσφρητική εκπαίδευση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη συγκεκριμένη μελέτη, 35 ασθενείς με απώλεια όσφρησης κατανεμήθηκαν τυχαία είτε σε πρόγραμμα οσφρητικής εκπαίδευσης είτε σε ομάδα ελέγχου, για διάστημα έξι μηνών.

Από τους 19 ασθενείς της πειραματικής ομάδας, οι έξι παρουσίασαν σημαντική βελτίωση, ενώ μόνο δύο από τους 16 ασθενείς της ομάδας ελέγχου σημείωσαν βελτίωση. Σε άλλες μελέτες, η Patel και οι συνεργάτες της διαπίστωσαν ότι έως και το 50% των ασθενών παρατηρεί αλλαγές εάν συνδυάσει την εκπαίδευση με ρινικές πλύσεις που περιέχουν στεροειδή.

Η Patel αναγνωρίζει ότι η οσφρητική εκπαίδευση δεν αποτελεί εγγυημένη λύση, ωστόσο φαίνεται να είναι αποτελεσματική για ορισμένους ανθρώπους, ενώ παράλληλα είναι απλή και οικονομική. Η ίδια έχει διαμορφώσει απλές οδηγίες, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να εφαρμόσουν τη μέθοδο μόνοι τους. Υπάρχουν επίσης πρώιμες ενδείξεις ότι η οσφρητική εκπαίδευση ενδέχεται να βελτιώνει τη διάθεση σε περιπτώσεις κατάθλιψης και να ενισχύει τη γνωστική λειτουργία.

Κάθε νέα ανακάλυψη σχετικά με την όσφρηση φέρνει τους επιστήμονες πιο κοντά στην κατανόηση της σύνδεσης της όσφρησης με τον εγκέφαλο — και του τρόπου με τον οποίο αυτή η ζωτικής σημασίας αίσθηση θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκάλυψη ή ακόμα και στην πρόληψη ασθενειών.

Με πληροφορίες από ckos.co.uk και knowablemagazine