Health & Fitness

Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα: Επηρεάζουν την όραση;

Ο κίνδυνος μακροχρόνιας βλάβης

Σοφία Νέτα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα στην όραση

Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να προκαλέσουν πολλά προβλήματα στα μάτια και την όραση, αφού οι παθογόνοι μικροοργανισμοί που τα προκαλούν μπορούν να φθάσουν σε αυτά ακόμα και μέσω του αίματος. Η συνέπεια είναι εκδηλώσεις μέσα ή γύρω από τα μάτια. Μπορεί να επηρεαστεί η οφθαλμική επιφάνεια, ο κερατοειδής χιτώνας ή βαθύτερες δομές τους. Τα πιθανά συμπτώματα κυμαίνονται από κόκκινα ή επώδυνα μάτια, έκκριμα, ευαισθησία στο φως και αυξημένη παραγωγή δακρύων (δακρύρροια) έως θόλωμα της όρασης και μυωψίες (μυγάκια).

Υπάρχει επίσης κίνδυνος να υποστεί η όραση μακροχρόνια βλάβη, εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως και σωστά η λοίμωξη. «Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή φλεγμονή στα μάτια, απώλεια της όρασης και βλάβες στους ιστούς, μέσω της άμεσης επαφής με σωματικά υγρά,διασποράς μέσω της κυκλοφορίας του αίματος ή αυτοενοφθαλμισμού, δηλαδή με μεταφορά του παθογόνου από ένα μολυσμένο σημείο του σώματος σε έναν υγιή ιστό από τον ίδιο τον πάσχοντα (π.χ. αν δεν έχει πλύνει τα χέρια του)», εξηγεί ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision, Καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.

Τέτοιου είδους προβλήματα συμβαίνουν ολοένα συχνότερα, αφού τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική αύξηση των κρουσμάτων των σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων. Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΟΔΥ, στα κρούσματα γονόρροιας και πρώιμης σύφιλης έχει καταγραφεί αύξηση της τάξης του 26,24% και 5,68% κατά το διάστημα 2022-2023. Αντίστοιχα, τα δηλωθέντα κρούσματα χλαμυδιακής λοίμωξης παρουσίασαν αύξηση της τάξης του 47,69% την περίοδο 2022-2023.

Ειδικότερα, το 2023 καταγράφηκαν στην χώρα μας 8,73 νέες διαγνώσεις σύφιλης, 4,36 νέες διαγνώσεις γονόρροιας και 0,91 διαγνώσεις χλαμυδιακών λοιμώξεων ανά 100.000 πληθυσμού. Η σύφιλη και η γονόρροια προσβάλλουν κατά κανόνα άνδρες (πάνω από 92% των κρουσμάτων), ενώ τα χλαμύδια κυρίως τις γυναίκες (76% των κρουσμάτων).

Όλα αυτά τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, αλλά και πολλά άλλα μπορεί να έχουν και οφθαλμικές εκδηλώσεις. Τα χλαμύδια π.χ. μπορεί να προκαλέσουν μία χρόνια ή υποξεία μορφή επιπεφυκίτιδας (επιπεφυκίτιδα με έγκλειστα), η οποία εκδηλώνεται με κοκκίνισμα και ερεθισμό στο ένα ή τα δύο μάτια. Άλλα συμπτώματα είναι οίδημα των βλεφάρων, δημιουργία θυλακίων (μικρά εξογκώματα) στην εσωτερική επιφάνεια των βλεφάρων και βλεννοπυώδεις εκκρίσεις (ειδικά κατά το πρωινό ξύπνημα). Οι ασθενείς εκδηλώνουν επίσηςαίσθηση ξένου σώματος στο μάτι, δακρύρροια και ευαισθησία στο φως (φωτοφοβία). Μπορεί ακόμα να παρουσιάσουν πρησμένους λεμφαδένες μπροστά από τα αυτιά τους.

Το βακτήριο που προκαλεί χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) φθάνει στα μάτια συνήθως με αυτοενοφθαλμισμό. Υπάρχει όμως ενδεχόμενο να μεταφερθείκαι από μία έγκυο στο νεογέννητο κατά τον τοκετό, εάν η μητέρα δεν έχει κάνει θεραπεία για τη λοίμωξη. Τα βακτήρια της σύφιλης μπορεί να προκαλέσουν πιο σοβαρά προβλήματα. Όταν προσβάλλουν τα μάτια, η συνέπεια μπορεί να είναι φλεγμονή στον επιπεφυκότα, τον κερατοειδή και σε άλλες δομές βαθιά μέσα στα μάτια - ακόμα και στον αμφιβληστροειδή και το οπτικό νεύρο.

«Το βακτήριο που προκαλεί σύφιλη φθάνει στα μάτια μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Η φλεγμονή σε οποιονδήποτε ιστό των ματιών μπορεί να προκαλέσει σοβαρά, μακροχρόνια προβλήματα στα μάτια και την όραση, όπως θόλωμα, πόνο και ξηρότητα. Τα συμπτώματα αυτά μιμούνται πολλές άλλες ασθένειες, επομένως η άμεση και σωστή αξιολόγηση από τον οφθαλμίατρο είναι σημαντική. Πόσο μάλλον που η οφθαλμική σύφιλη μπορεί να απειλήσει την όραση», τονίζει ο κ. Κανελλόπουλος.

Η γονόρροια μπορεί να μολύνει τα μάτια μέσω της άμεσης επαφής με τα σωματικά υγρά στη διάρκεια ή μετά την σεξουαλική επαφή, μέσω του αυτοενοφθαλμισμού και μέσω του τοκετού από μία μολυσμένη μητέρα στο μωρό της. Η συνέπεια μπορεί να είναι υποξεία βακτηριακή επιπεφυκίτιδα και κερατίτιδα (φλεγμονή στον επιπεφυκότα και τον κερατοειδή χιτώνα). «Η γονοκοκκική λοίμωξη των ματιών μπορεί να προκαλέσει ταχεία βλάβη στον κερατοειδή χιτώνα. Εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως και σωστά, μπορεί να οδηγήσει σε διάτρηση του κερατοειδούς και μόνιμη απώλεια όρασης. Η αιφνίδια έναρξη έντονης ερυθρότητας, με άφθονο παχύρρευστο έκκριμα σαν πύον από τα μάτια, έντονο οίδημα (πρήξιμο) και ταχεία εξέλιξη, χρειάζεται άμεση αξιολόγηση από τον οφθαλμίατρο», υπογραμμίζει ο καθηγητής.

Ο έρπης είναι ένα ακόμα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα που μπορεί να προσβάλλει τα μάτια με σοβαρές συνέπειες. Και αυτό διότι μπορεί να τους προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη που φτάνει έως την τύφλωση.

Ειδικότερα, μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ουλή στον κερατοειδή χιτώνα ή στον ρινοδακρυϊκό πόρο. Μπορεί επίσης να προκαλέσει φλεγμονή στον αμφιβληστροειδή χιτώνα στο πίσω μέρος του ματιού (στον βυθό), με κίνδυνο να αναπτυχθεί ουλώδης ιστός, αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και τύφλωση. Τα οξυτενή κονδυλώματα, εξάλλου, που προκαλούνται από ορισμένα στελέχη (ορότυπους) του ιούτων ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), μπορεί να προκαλέσουν εξογκώματα και μακροχρόνιο ερεθισμό στην οφθαλμική επιφάνεια.

«Ακόμα και ο ιός HIV που προκαλεί το AIDS μπορεί να έχει πολλές οφθαλμολογικές εκδηλώσεις, όπως ενδεικτικά αιμορραγίες και αποφράξεις στα αιμοφόρα αγγεία του αμφιβληστροειδούς κ.λπ. Επειδή λοιπόν πολλά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να έχουν σοβαρές οφθαλμικές επιπλοκές, είναι σημαντικό να λαμβάνονται όλα τα μέτρα προστασίας από αυτά. Απαραίτητη είναι ακόμα η αξιολόγηση της όρασης εάν κάποιος έχει διαγνωστεί με κάποιο ΣΜΝ ή φοβάται ότι έχει μολυνθεί και ανησυχεί για κάποια οφθαλμολογικά συμπτώματα», καταλήγει ο κ. Κανελλόπουλος.