Health & Fitness

Η πλήξη και η φύση

Το Ημερολόγιο της Πλήξης: 26 Αυγούστου

Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους

H φύση είναι καλή γιατί είναι μακριά, και μόνη. Γιατί ανήκει στους λύκους, στους χιμπατζήδες, στα ελάφια, στα ρακούν, στα κογιότ, στα μπιπ-μπιπ, στις σαύρες και στα ψάρια της. Και στους ιπποπόταμους. Η φύση είναι καλή, γιατί είμαστε μακριά κι αγαπημένοι. Η φύση είναι κακοπροαίρετη, ξένη, και βαρετή σαν γκρουπ τσατ εξηντάρηδων παλιών συμμαθητών.

Και είναι και επικίνδυνη. Στη φύση μπορείς πολύ εύκολα…

  • ...να πεθάνεις από το νερό, που είναι μολυσμένο και γεμάτο βακτήρια
  • ...να ζήσεις τις τελευταίες σου ώρες με διάρροια, εμετούς, πυρετό και αφυδάτωση
  • ...να πνιγείς στο ποτάμι, στη λίμνη, στα θάλασσα
  • ...να σε φάει η αρκούδα
  • ...να σε τσιμπήσει το φίδι
  • ...να σε γλεντήσουν τα τσιμπούρια και να αρπάξεις μια καραμπινάτη νόσο του Lyme
  • ...να σε ταράξουν στο τσίμπημα τα κουνούπια, κολλώντας σου ένα σωρό αρρώστιες
  • ...να πας από σφήκες, μέλισσες και σκορπιούς
  • ...να γεμίσεις παράσιτα, ψύλλους και ψείρες
  • ...να πνιγείς μέσα στον κισσό και στις κληματσίδες
  • ...να πάθεις οξεία δερματίτιδα από πευκοβελόνες, τσουκνίδες, και λογής παράξενα φυτά
  • ...να πεθάνεις από αλλεργική αντίδραση στη γύρη
  • ...να πας από υποθερμία λόγω τού κρύου, της βροχής και του ανέμου
  • ...να πας από θερμοπληξία
  • ...να πας από κεραυνό
  • ...να πας από πλημμύρα στη ρεματιά και στο φαράγγι
  • ...να σε πλακώσει το χιόνι
  • ...να σε πλακώσουν τα βράχια μιας κατολίσθησης
  • ...να πέσεις στον γκρεμό
  • ...να σπάσεις το πόδι σου και να βγει το κόκαλο έξω, σα στα φιλμς
  • ...να χάσεις τον προσανατολισμό σου και να χαθείς για πάντα
  • ...να καταστραφεί ο εξοπλισμός σου και να μείνεις μόνος και παραλοϊσμένος
  • ...να κοπείς ή να τρυπηθείς από οτιδήποτε και να πάθεις γάγγραινα και τέτανο
  • ...να πέσεις πάνω σε μια οικογένεια σαδιστών κανιβάλων που ζουν στους λόφους
  • ...να πέσεις πάνω στον Μεγαλοπόδαρο
  • ...να πεθάνεις από ανία.

Υπάρχουν βέβαια και οι άνθρωποι που φτάνουν μπροστά σε ένα βουνό, σε μια λίμνη ή σ’ ένα δάσος και αισθάνονται ότι επέστρεψαν εκεί όπου πραγματικά ανήκουν. Δεν ισχύει ασφαλώς αυτό το πράγμα —να σοβαρευτούμε—, αλλά (λένε ότι) το νιώθουν.

Βέβαια, δεν το νιώθουν για πολύ. Αφού θαυμάσουν το τοπίο, αφού περπατήσουν λίγο στα κατσάβραχα και τραβήξουν μερικές φωτογραφίες με το κοτσαρισμένο στο στικ κινητό τους του ενάμισι χιλιάρικου, αρχίζουν να αναρωτιούνται τι θα κάνουν την υπόλοιπη ημέρα ή το επόμενο τέταρτο της ώρας, ειδικά καθώς εκεί πάνω δεν πιάνει το σήμα. Η φύση τούς ηρεμεί μεν για λίγο, μα στη συνέχεια τους κουράζει αμετάκλητα με τη νωθρότητα και την ακινησία της. (Ή τους ξεπαστρεύει με την όμορφη πατούσα της λεοπαρδάλεως).

Αν και κάτι θεωρητικοί και πλείστες όσες μόδες στις δυτικές κοινωνίες τής έχουν προσδώσει μια ισχυρή ηθική υπεροχή, καθώς τείνει να θεωρείται από τον λαό (έναν φαντασιακό λαό· βέβαια και τι άλλο υπήρξε ποτέ ο λαός) αυθεντική, θεραπευτική και καθαρή —ενώ η πόλη παρουσιάζεται σαν κατιτί τεχνητό, θορυβώδες και ψυχοφθόρο—, η φύση δεν είναι για χόρταση. Τουλάχιστον όχι για τους ανθρώπους. Για τον ασβό και τη νυφίτσα, ναι. Για το σαλάχι και τη σμέρνα, επίσης. Για τον τραγόμορφο Πάνα, ωσαύτως. Για τον αδηφάγο, a.k.a. wolverine, ας μένει ο λόγος. Για μας πάλι, όχι. Δεν είμαστε ζώα.

Όπως ο μερσερισμός και η ύπνωση κατά τον 19ο αιώνα, έτσι και η επαφή με πράσινους και υδάτινους χώρους συνδεόταν κατά τον Μεσοπόλεμο με καλύτερη ψυχική υγεία, χαλάρωση, σωματική δραστηριότητα και περιορισμό της έκθεσης στη ζέστη, στον θόρυβο και στην ατμοσφαιρική ρύπανση του άστεως. Επίσης, ήταν καλή για τη φθίση, αν και πάντα ο άρρωστος πέθαινε τελικά — αλλά πέθαινε στη φύση, σε ένα ωραιότατο περιβάλλον, δόξα Σοι ο Θεός.

Βέβαια, από αυτά τα πραγματικά ή τελείως πλασματικά οφέλη δεν προκύπτει ότι ένας άνθρωπος που είναι στα καλά του απολαμβάνει πράγματι την παρατεταμένη παραμονή στη φύση ή ότι επιθυμεί να οργανώσει τη ζωή του γύρω από αυτήν. Ακόμη και η καλύβα του μπαγαπόντη Θορό απείχε σκάρτα δύο χιλιόμετρα όλα κι όλα από το Κόνκορντ της Μασαχουσέτης: ο απίθανος αυτός προδρομικός ινφλουένσερ —σήμερα θα ήταν ο αρχηγός των αντιεμβολιαστών— δεν ζούσε πράγματι στο δάσος: σε λιγότερο από μισή ώρα μπορούσε να είναι στο μπαρ και να τα πίνει. Όπως και έκανε.

Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, το καθημερινό περιβάλλον είναι το νορμάλ περιβάλλον, ήτοι το αστικό. Περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αστικές περιοχές, και η αναλογία εξακολουθεί να αυξάνεται. Μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες μαξ, όλη η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή θα γίνεται από μηχανές, και κανείς δεν θα έχει την ατυχία να ζει στα βουνά και στα λαγκάδια σαν τον καταραμένο, ή σαν τους φουκαράδες τους προσκόπους το Σαββατοκύριακο.

Η πόλη δεν συνιστά κάποιου είδους προσωρινό εκτροχιασμό από την αρχέγονη φυσική μας κατάσταση. Η αρχέγονη φυσική μας κατάσταση μας ήθελε να πολεμάμε με το τσακάλι και την ύαινα πάνω από ένα κουφάρι ήδη μισοφαγωμένο από τους γύπες και τα όρνεα. Η αρχέγονη φυσική μας κατάσταση μας ήθελε να κοπανιόμαστε στο κεφάλι με πέτρες και ξασπρισμένα κόκαλα, και να τρώμε κι από κανέναν γείτονα αν μας έλειπε η πρωτεΐνη, πάνω στο κέφι. Η αρχέγονη φυσική μας κατάσταση δεν ήξερε τι θα πει αποσμητικό, και μπορούσες να μυρίσεις έναν άνθρωπο από μίλια μακριά: έζεχνε. Εξ ου και οι μαζικές μεταναστεύσεις και οι μετακινήσεις πληθυσμών.

Nope: η πόλη είναι το μέρος όπου γεννιόμαστε, εργαζόμαστε, ερωτευόμαστε, καταναλώνουμε, διασκεδάζουμε και αποκτούμε κοινωνική ταυτότητα. Εκεί εκπαιδεύεται η προσοχή μας, και εκεί διαμορφώνεται η αίσθηση του θαυμαστού που μας συνέχει. Και εκεί ζούμε όλες τις εκδοχές του βίου. Η διαρκής εναλλαγή, συνώνυμο του άστεως, είναι το αλάτι και το πιπέρι μας. Το κάρι και το τσίλι μας. Μέσα σε λίγα τετράγωνα αλλάζουν πρόσωπα, μυρωδιές, ήχοι, βιτρίνες, αρχιτεκτονικές, συνοικίες και κοινωνικοί κόσμοι. Η πόλη είναι μία βιολογική μηχανή παραγωγής γεγονότων και ονείρων, για όλους.

Ένα δάσος, από την άλλη, είναι ιδεώδες για έναν, ας πούμε, ορνιθολόγο, που αναγνωρίζει διαφορετικά είδη πετούμενων από τα κρωξίματά τους, από το φτέρωμά τους, και από τις κουτσουλιές τους. Ο βοτανολόγος, επίσης, καταγράφει κάμποσες δεκάδες φυτά εκεί όπου ο απλός επισκέπτης βλέπει απλώς ένα ύποπτο πράσινο. Ο ντόπιος Ινδιάνος διαβάζει τον καιρό, το έδαφος, τις εποχές, και τα ίχνη των αγριμιών. Η εμπειρία της φύσης, με άλλα λόγια, προϋποθέτει —για να μην πούμε απαιτεί— έναν ορισμένο γραμματισμό. Χωρίς αυτόν, το τοπίο προσφέρει περιορισμένη πληροφορία, βουτηγμένη στη βαρεμάρα της ξεραΐλας ή του πράσινου. Στην πανταχού παρουσία μονοτονία.

Ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να επιλέγει κάθε στιγμή ανάμεσα σε πολλές δραστηριότητες. Στην πόλη μπορεί να φύγει από ένα καφέ, να μπει σε ένα βιβλιοπωλείο ή σε ένα μπαρ, να δει μια ταινία, να συναντήσει κάποιον, να αποφύγει κάποιον, να χωθεί στο σούπερ, ή να αλλάξει γειτονιά και παραστάσεις. Στην εξοχή, μπορεί απλώς να αλλάξει πλαγιά ή να αποφασίσει να πηδήξει στη χαράδρα να τελειώνει, ή να χωθεί σε μια σπηλιά και να μην ξαναβγεί από κει πέρα, σαν το φάντασμα μιας αρκούδας με ποιητική καρδιά.

Κανείς δεν θέλει στ’ αλήθεια να το κάνει. Η μετάβαση από το χωριό στην πόλη ανέβασε εκατό επίπεδα τον άνθρωπο, καθώς σήμαινε πρόσβαση στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην τέχνη, στην πολιτική ζωή, και σε ανθρώπους που —έτσι για αλλαγή— δεν ανήκαν στην οικογένεια ή στην τοπική κοινότητα, με ό,τι συνεπαγόταν η μείωση της γενετικής ποικιλομορφίας ένεκα της ενδογαμίας για το μέλλον των απογόνων τους.

Αλλά και η ίδια η ιδέα της «επιστροφής στη φύση» είναι μια στάλα κωμική, και χίπικη, ήτοι αφελής σε επίπεδο καρτούν. Η πραγματική φύση σημαίνει ζέστη, κρύο, λάσπη, έντομα, υγρασία, σκοτάδι, και περιορισμένη, αν όχι ανύπαρκτη, πρόσβαση σε υπηρεσίες. Είναι σαν το Burning Man χωρίς τα λεφτά των συμμετεχόντων, τη δουλειά των εθελοντών, και τη λυτρωτική επιστροφή στα κομφόρ της πόλης. Η δε τουριστική εκδοχή της περιλαμβάνει καλό κατάλυμα, ζεστό νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, μουσακά, καλαμαράκια, ασύρματο δίκτυο και —ξανά— ασφαλή και σύντομη επιστροφή: απόδραση από το Αλκατράζ. Το Σαββατοκύριακο στην εξοχή δεν θα λειτουργούσε αν δεν ήταν ακριβώς αυτό: ένα σκάρτο 48ωρο — οτιδήποτε παραπάνω, θα σε σκότωνε. Η απομόνωση και η φυγή γίνονται ευχάριστες όταν συνοδεύονται από τη βεβαιότητα ότι είναι ψεύτικες: μαϊμού.

(Υπάρχει και μια ταξική διάσταση εδώ. Η φύση σαν τόπος αναψυχής και ανάπαυσης προϋποθέτει ότι κάποιος άλλος έχει φροντίσει και διαρκώς θα μεριμνά για τη μεταφορά, τη στέγαση, τη σίτιση, τη διασκέδαση, την καθαριότητα και την ασφάλεια των εκδρομέων. Για τον αγρότη, τον κτηνοτρόφο, τον δασεργάτη, τον ξενοδόχο, τα παιδιά που κάνουν σεζόν, ή τον απλό κάτοικο μιας απομονωμένης περιοχής, το φυσικό περιβάλλον είναι πεδίο εργασίας και εξάρτησης από συχνά ανεξέλεγκτους παράγοντες. Για να ζήσεις εσύ σε ένα cabin in the woods με στοιχειώδεις ανέσεις, και όχι σαν άλλος Τζερεμάγια Τζόνσον, πρέπει κάπου χίλιοι άλλοι άνθρωποι να σε υπηρετούν. Τα δικά σου αόρατα νομιστεράκια).

Η πόλη δεν θα πάψει ποτέ να μας προσφέρει την παρουσία του ανθρώπινου χρόνου. Τα κτίρια, τα μνημεία, οι παλιές και νέες επιγραφές, τα εγκαταλειμμένα καταστήματα και οι καινούργιες επιχειρήσεις, οι διαδοχικές χρήσεις ενός δρόμου και οι μπλε μισοξεβαμμένες πινακίδες με τα ονόματα των οδών συγκροτούν μια ορατή ιστορία. Το δε πάρκο μέσα στην πόλη, μια δεντροφυτεμένη διαδρομή ή ένας μικρός δημοτικός κήπος, προσφέρουν πράσινο χωρίς να διακόπτουν την κοινωνική ζωή. Η φύση, εδώ, εντάσσεται σε ένα πλαίσιο πρόσβασης, ασφάλειας και πολλαπλών επιλογών. Και έχει πάπιες που τρώνε ψωμάκι του Θεού, ποπ κορν και σταφιδόψωμο, όχι τα αυγά του νερόφιδου και τυφλά σκουλήκια.

Είμαστε τέκνα της πόλης. Οι επιθυμίες μας έχουν διαμορφωθεί από την πυκνότητα, την ποικιλία και την παρουσία των άλλων, και από τον καθησυχαστικό και ρωμαλέο όγκο του τσιμέντου. Χρειαζόμαστε τη φύση για να κάνουμε μερικά μικρά διαλειμματάκια, υπαγορευμένα από έναν χι ρομαντισμό, αλλά μόνο στην πόλη αναπνέουμε καλύτερα, και μόνο στην πόλη αισθανόμαστε ότι κάτι συμβαίνει. Ύστερα από λίγες ώρες μπροστά στη θάλασσα ή ανάμεσα στα δέντρα του δάσους, σ’ αυτή τη σιωπηλή μονοτονία, ο άνθρωπος τρομάζει, και λαχταρά να επιστρέψει εκεί όπου υπάρχουν φωτισμένα παράθυρα, ανοιχτά μαγαζιά, θόρυβος, και άγνωστοι άνθρωποι.

Στην πόλη αναγνωρίζουμε τον κόσμο μας. Στην πόλη συναντάμε τον εαυτό μας. Στην πόλη η ανία είναι υπερδύναμη.

* * *

Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μη σας φαίνεται πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.