- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους
Σαν το φίδι που αλλάζει δέρμα, τον Αύγουστο η πόλη πετάει στις πυρακτωμένες παραλίες τους ανθρώπους της, καθώς οι ίδιοι τα επιλέγουν κάτι τέτοια, και κρατά από τον πρότερο εαυτό της ένα αντίγραφο, μια φωτοκόπια θολή, κοκκώδη, που κολλάει στον βίντατζ εκτυπωτή, πριν τα καταφέρει να αποτυπωθεί ολόκληρη και να πέσει κυματίζοντας στο πάτωμα, με νωχέλεια σαλαμάνδρας που δεν τη νοιάζει να λιάζεται με τα μάτια κλειστά πάνω στο βραχάκι, εκτεθειμένη σε κάθε φτερωτό κίνδυνο.
Για τον εσωστρεφή που τεχνηέντως και βάσει σχεδίου ξεχάστηκε πίσω, αποφεύγοντας τις ακρογιαλιές-δειλινά σαν πεδίο βολής, η καινούργια άδεια πόλη είναι ένα ωραίο τσιμεντένιο εργοστάσιο ήπιων εφιαλτών, που μπορεί να το αφήσει να κάνει τη δουλειά του χωρίς ερωτήσεις και απορίες. Όλα συμβαίνουν ήπια εδώ, αργά και το κατά δύναμιν, γιατί δόξα τω Θεώ κανείς δεν βιάζεται πια —δεν υπάρχει και κανείς για να βιαστεί—, και γιατί δεν έχει καμία σημασία αν κάτι γίνει στην ώρα του ή δεν γίνει ποτέ. Όπως ποτέ δεν είχε.
Οι δρόμοι απλώνονται υπέροχα άδειοι, με εκείνη την ομορφιά της πλήρους αποσυνθέσεως σε μιαν έρημο, θολώνοντας στο βάθος καθώς τούς στέφει μια μεξικάνικη αχλή, σαν να μην πιστεύουν πως δεν είναι κόσμος εκεί για να τους περπατήσει φρουμάζοντας με την αγανάκτηση του ανθρώπου που πάντα αργεί στο ραντεβού. Η ζέστη ανεβαίνει από την άσφαλτο σε μικρά φασματικά σύννεφα κάνοντας τον αέρα να τρεμοπαίζει, λες και τίποτα δεν είναι σταθερό εδώ, ούτε καν η καθημερινότητα, ούτε καν αυτή η ίδια η αστάθεια. Μόνο μια βυρωνική μελαγχολία.
Πόσο σοφή όμως, και τι παλιά μελαγχολία. Όλα αυτά τα κλειστά μαγαζιά, οι άδειες στάσεις, τα φανάρια που δουλεύουν στο ντούκου, οι πολυκατοικίες που μοιάζουν να κοιμούνται με το κλιματιστικό στο ρελαντί: μια όμορφη εγκατάλειψη, ένα συγκινητικό μετα-αποκαλυπτικό τοπίο. Η αφόρητη ζέστη —και πότε δεν είναι αφόρητη και δαύτη, θα πεις· σωστά—, αλαμπρατσέτα με την απουσία ερεθισμάτων, σκάβουν ένα λαγούμι στασιμότητας στο εργοτάξιο των δρόμων και των οικοδομημάτων, όπου και να στρέψεις το βλέμμα: έναν υπόγειο λαβύρινθο όπου μέσα του ο χρόνος κολλάει πάνω στο ιδρωμένο δέρμα του Μινώταυρου, ενώ τα δευτερόλεπτα ακούγονται να πέφτουν με έναν οξύ μεταλλικό θόρυβο στο πάτωμα: ξεχωρίζουν ένα προς ένα· λίγο να στήσεις το αυτί σου, θα τα ακούσεις.
Γιατί βέβαια ο χρόνος δεν κυλάει τώρα πια όπως τον ήξερες και όπως τον θυμόσουν. Το πρωί κρατά αδικαιολόγητα πολύ, το απόγευμα δεν λέει να τελειώσει, το βράδυ αρνείται να έρθει, κι όταν κάποτε έρθει μοιάζει πιο μεγάλο κι από διαβολοβδομάδα. Κι αυτό είναι καλό. Καλό για δύο, αν είστε δύο, καλό και για έναν. Γιατί εσύ είσαι μόνος. Και το αισθάνεσαι πως είσαι μόνος, σαν ρούχο που βγάζεις από πάνω σου και ανακουφίζεσαι. Και είναι καλό κι αυτό επίσης. Ποιος θα το αρνηθεί; (Μα και ποιος —από την άλλη— είναι ποτέ του στ’ αλήθεια μόνος;…)
Ακόμα και τα χελιδόνια που χαζοπετούν κυνηγώντας κουνούπια αισθάνονται έτσι —μόνα—, γιατί τα χελιδόνια δεν ξέρουν τι θα πει χώρος απελευθέρωσης, καθώς δεν έχουν εμπειρία από το αντίθετό του. Ωστόσο, η απουσία του καθημερινού θορύβου, η δραπέτευση του άγχους της παραγωγικότητας, ο λίβας, τα μελαγχολικά χελιδόνια που κάνουν κύκλους — όλα αυτά σού επιτρέπουν μια σπάνια διανοητική χαλάρωση. Αυτή εδώ, και όχι άλλη, είναι η ιδανική ευκαιρία για εσωστρέφεια, για περισυλλογή, για ουσιαστική επαφή με τον εαυτό· και, ασφαλώς, για βαριεστημάρα. Είναι μια πλήξη κολλώδης αυτή εδώ, μια πλήξη ιδρωμένη, σχεδόν ασθματική, που σε κάνει να βαριέσαι ακόμα και να βαρεθείς. Μια όμορφη πλήξη, χωρίς δικαιολογίες, εκλογικεύσεις και ερεθίσματα. Δεν χρειάζεται να είσαι πουθενά, δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα. Η ζέστη κόβει κάθε όρεξη για ρόλους, ταυτότητες και τα σχετικά.
Κι έτσι η πόλη, μ’ αυτά και μ’ αυτά, άδεια όπως είναι, γίνεται για λίγο δική σου —είναι μια διαφορετική μορφή συνύπαρξης με τον τόπο σου αυτή εδώ—, αν και προς ώρας δεν σε χρειάζεται. Ανοίγεις τη χούφτα σου και την κρατάς ολόκληρη μέσα της, παρατηρώντας για πρώτη φορά λεπτομέρειες που πριν χάνονταν μες στη βουή και την αντάρα. Ακούς τα τζιτζίκια από τα ξεραμένα μπαλκόνια. Μπαινοβγαίνεις στα άδεια σπίτια και χαζεύεις παλιές φωτογραφίες. Επισκέπτεσαι εκείνη την πλατεία που συστηματικά απέφευγες λόγω πολυκοσμίας. Περπατάς στη μέση της λεωφόρου. Μπορείς και να ξαπλώσεις ακόμα εκεί, αν έτσι το θελήσεις, κι αν είσαι μια στάλα ρομαντική, παλιά ψυχή.
Και, άπαξ και κολλήσεις το αυτί σου στη φλεγομένη άσφαλτο, θα ακούσεις —δεν χρειάζεται να το κολλήσεις ολόκληρο— τον επελαύνοντα χρόνο από πέρα μακριά, με τα δρεπανηφόρα του άρματα και το ιππικό, τους πελταστές και τους οπλίτες, τους συνοφρυωμένους μηχανικούς του και τους αεικίνητους μαγείρους. Είναι αυτό που έρχεται για να καλύψει την ησυχία και την αστική πλήξη του θέρους με τη σκιά των βελών του.
* * *
Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης θα κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μην είναι πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.