Health & Fitness

Πώς μπορείς να κάνεις περισσότερα (κάνοντας λιγότερα) – Τρίτο μέρος

Social media: κόβοντάς τα λίγο-λίγο

Κυριάκος Αθανασιάδης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τρόποι και tips για να διευρύνουμε τον ελεύθερο χρόνο μας και να γίνουμε αποδοτικότεροι - Social media.

Όποτε μαθαίνω ότι έπεσε ακόμη ένα οχυρό στον πόλεμο με το free Wi-Fi, τα βάφω μαύρα: «“Έξυπνες” στάσεις λεωφορείων που υποστηρίζουν ασύρματη σύνδεση στο διαδίκτυο. Yay!», «Απολαύστε σερφάρισμα στο internet με υψηλές ταχύτητες σε κάθε μας υπερατλαντική πτήση», «Επιτέλους Wi-Fi σε όλα τα διαστημόπλοια προς τον Άρη. Επίλεξε το πακέτο σου». Είμαι βέβαιος πως σύντομα θα έχουν δωρεάν δυνατότητα σύνδεσης στο διαδίκτυο και όλα τα φέρετρα, όπως παλιά είχαν καμπανάκι για να το χτυπάει ο «πεθαμένος», σε περίπτωση νεκροφάνειας, και να τον ξεχώνουν. Μόνο που, στην περίπτωσή μας, δεν θα λέει, «Βγάλτε με, ρε, από δω, είμαι ζωντανός». Απλώς θα τσακώνεται στο Twitter.

Σύμφωνα με μία μέτρηση, τα 4 δισεκατομμύρια χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ξοδεύουν σε αυτά από 75 έως 200 λεπτά ημερησίως: στη Βόρεια Αμερική 2 ώρες και 5 λεπτά την ημέρα, στη Νότια Αμερική 3 ώρες και 20 λεπτά, στην Αφρική 3 ώρες και 10 λεπτά, στην Ασία και την Ωκεανία 2 ώρες και 15 λεπτά, και στην Ευρώπη 1 ώρα και 15 λεπτά. Από προσωπική παρατήρηση, καταλαβαίνει κανείς πως αυτό το «1 ώρα και 15 λεπτά» τής καθ’ ημάς Ευρώπης συνιστά μία μάλλον επιεική αποτύπωση της πραγματικότητας, καθώς κάπου τόσο μόνο βλέπουν πολλοί βιντεάκια στο TikTok — κάθε μέρα. Αλλά ας προσποιηθούμε πως το δεχόμαστε για χάρη της συζήτησης.

Η θέση μας —που την επαναλαμβάνουμε μονομανιακά από καιρού εις καιρόν— είναι πως τα social media είναι μία μεγάλη παγίδα ευρέος πεδίου από την οποία δεν μπορεί να γλιτώσει σχεδόν κανείς (μόνοι λίγοι μακάριοι, και οι σαλοί), και πως το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που περνάμε εκεί μέσα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, σπαταλημένος, ήτοι άδικα ξοδεμένος χρόνος. Δεδομένου, δε, ότι ο χρόνος είναι η μόνη μας αδιαμφισβήτητη περιουσία, και μάλιστα μια περιουσία που δεν γίνεται να αποτιμηθεί (κι αυτό δεν είναι λόγια του αέρα: έτσι έχουν τα πράγματα), καταλαβαίνει κανείς πως αυτό το οικεία βουλήσει ξόδεμά του είναι αυτοκτονικό.

Κατ’ αυτά, κάθε παραίτηση από τα social media, κάθε μόνιμη αποσύνδεση —εφόσον κάποιος δεν μπορεί να ρυθμίσει τη συμμετοχή του με ορθολογικό τρόπο—, είναι μία κατάφαση στη γεμάτη πλούτο ζωή. Αν μη τι άλλο: για ανθρώπους που απολαμβάνουν να είναι δημιουργικοί ή τεμπέληδες, τα social media είναι καταστροφικά, καθώς ούτε να δουλέψεις σ’ αφήνουν, ούτε ν’ αράξεις. Ποτέ το ραχάτι δεν υπήρξε λιγότερο δημιουργικό και απολαυστικό.

Σαν τις θρησκείες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε πλάθουν, σε ζυμώνουν, και σε διαστρέφουν. Δεν αρκεί να τους ασκήσει κριτική ένας χρήστης για να μη διαβρωθεί από αυτά. Δεν υπάρχει τίποτε μέσα στον κλοιό τους, στον παραμορφωτικό τους καθρέφτη, που να μη διογκώνεται, να μη διαστρεβλώνεται και να μην κακοποιείται εύκολα, γρήγορα και μόνιμα. Καθετί εκεί μέσα είναι πέρα για πέρα ελεγχόμενο. Μία πελώρια ποσότητα «νερού» διοχετεύεται από ένα πανίσχυρο τεχνητό φράγμα μέσα στο σύστημα των social media, στη σφηνοειδή αυτή αύλακα, τη σπαρμένη εμπόδια και νάρκες, σηκώνοντας βουή, αφρό και κύματα, που μέσα τους θαλασσοδέρνονται οι χρήστες τους. Ακόμη και οι καλύτεροι από αυτούς, ακόμη και οι πιο αθώοι από αυτούς, ακόμη και όσοι δεν το θέλουν πραγματικά, ακόμη και όσοι είναι εκεί απλώς για να πουλήσουν κάτι, ακόμη και όσοι τα ξέρουν όλα αυτά και ειρωνεύονται την όλη κατάσταση νομίζοντας ότι την ελέγχουν — όλοι χάνουν, όπως στα καζίνα και στο Στοίχημα. Τι ειρωνεία: ενώ άπαντες έχουμε καταντήσει κύριοι και κυρίες Χάιντ, τρέφουμε την εντύπωση πως εξακολουθούμε να είμαστε Δρες Τζέκιλ.

* * * 

Ωστόσο, αν και μας αρέσουν οι φιλιππικοί, θεωρούμε απαραίτητες και δύο διευκρινήσεις.

Πρώτον, τα social media δεν μας… αποξενώνουν από τους άλλους, όπως διατείνονται διάφοροι αφελείς εδώ και μία δεκαπενταετία πλέον: κάνουν το ακριβώς αντίθετο — μέσω της μαγνητικής τους επίδρασης προσεγγίζουμε ο ένας τον άλλο σαν μοναχικά ρινίσματα μετάλλου. Βασικά, ποτέ πριν στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν βρεθήκαμε, ούτε μπορούσαμε να βρεθούμε, πιο κοντά σε οτιδήποτε, τόσο ως σύνολο όσο και σαν μεμονωμένα πρόσωπα. Ένας λογαριασμός στο Facebook μπορεί να σε φέρει πιο κοντά στους ανθρώπους —και σε τόσο πολλούς και καλούς ανθρώπους— από όσο όλες οι βεγγέρες του προ-προηγούμενου αιώνα μαζί, συν όλα τα κυριακάτικα οικογενειακά γεύματα τού 20ού, επίσης μαζί. (Αν τυχαίνει να γνωρίζω εκατό ανθρώπους εγώ ο ίδιος, τους ενενήντα εννιά τούς γνώρισα από το Facebook). Οι ανοησίες περί του αντιθέτου που διακινούνται, οι ίδιες που λέγονταν παλιά για τους υπολογιστές, παλαιότερα για την τηλεόραση, ακόμη πιο παλιά για το ραδιόφωνο, αλλά και για τις εφημερίδες ή και για το βιβλίο ακόμη, όταν ξεκίνησε η διάδοσή του μέσω των δανειστικών βιβλιοθηκών, ήταν από την πρώτη στιγμή απλώς αυτό: ανοησίες (που διέδιδαν και διαδίδουν «κύκλοι» υπερσυντηρητικών). Για όνομα του Θεού: με μόνο σου όπλο το YouTube μπορείς να χτίσεις ένα σπίτι και να ξεσκολιστείς στην παγκόσμια λογοτεχνία ή στη μεσαιωνική ξιφασκία ή σε ό,τι άλλη πετριά έχεις.

Δεύτερον, η κριτική στα social media σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι κανείς αντιπροτείνει, υποτίθεται, να επιστρέψουμε σε κάποιες «παλιές αξίες». (Στα σήματα, καπνού, στα απογευματινά τσάγια, στους κύκλιους χορούς στα λιβάδια, ή σε κάτι παρόμοιο). Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Ούτε πρόθεση υπάρχει, ούτε ασφαλώς και δυνατότητα. Αν, μάλιστα, ήταν στ’ αλήθεια δυνατή μια τέτοια επιστροφή, θα έπρεπε να την πολεμήσουμε: οι επιστροφές μυρίζουν φορμόλη και θυμιατό, κι αν για κάτι νοιάζεται ο άνθρωπος και ο πολιτισμός του είναι το αύριο. Η κριτική στα social media όπως την εννοούμε εμείς εδώ δεν έχει να κάνει καν με τα ίδια ως Μέσα (άλλο πράγμα η κριτική στις εταιρίες που τα τρέχουν, η κριτική στο μονοπώλιο της πληροφόρησης και της πληροφορίας, στην εκμετάλλευση των προσωπικών μας δεδομένων, στην προπαγάνδα, στη διάδοση fake news κ.ο.κ.), αλλά απλώς και μόνο με τη χρήση τους από τα «υποκείμενα», από τους πελάτες: δηλαδή από εμάς. Και κυρίως με την κατάχρησή τους.

«Κατάχρηση». Περιορίζοντας τα social media, αρχίζεις να επανακτάς τον χρόνο που είχες λογαριάσει ήδη για χαμένο. Με μόλις ΜΙΑ ΩΡΑ αποσύνδεση από τους λογαριασμούς σου την ημέρα σού επιστρέφονται 15 ολόκληρες ΗΜΕΡΕΣ τον χρόνο, 15 εικοσιτετράωρα, μισός επιπλέον ΜΗΝΑΣ στη ζωή σου.

Ας δούμε εδώ ένα διάγραμμα (το προσαρμόσαμε επίσης από εδώ, όπου και άλλα χρήσιμα στοιχεία):

«Περιορίζοντας τα social media». Δεν είναι εύκολο, το ξέρουμε (και από προσωπική πείρα, φυσικά). Τα social media προκαλούν εξάρτηση. Ο Εθισμός είναι το πρώτο τους σύμπτωμα. Έπειτα έρχεται το FOMO: Fear Of Missing Out, ο (αστήρικτος) φόβος μη χάσουμε κάτι σημαντικό. Εν συνεχεία εγκύπτει το Άγχος, η καταθλιπτική διάθεση που πάντα προκαλεί η εικονική περιδιάβαση στις «κακές» ειδήσεις και στις συζητήσεις που προκαλούν. Και απομένει η μοναξιά.

Είναι δύσκολο να απεξαρτηθείς, ναι. Αυτό που είναι πολύ πιο εύκολο είναι ο περιορισμός της συμμετοχής μας στο πανηγύρι των social media (όπου παίζουμε, ερήμην μας, τον ρόλο μιας ατραξιόν) και η σύνθεση των ανθρώπων, των «λογαριασμών» που ακολουθούμε.

Μία λύση που, αποδεδειγμένα, έχει αποτελέσματα είναι αυτή: δοκιμάστε να ακολουθείτε μόνο κατά ένα 5% του συνόλου (και πολύ λέμε) λογαριασμούς ανθρώπων που βρίσκονται απέναντι από εσάς ιδεολογικά, αισθητικά ή όπως αλλιώς, και άλλο ένα 15% λογαριασμούς ανθρώπων από τους οποίους μαθαίνετε πράγματα (γιατί από πού αλλού μαθαίνουμε πια, άλλωστε: από τα social media μαθαίνουμε). Βάζετε καρδούλες σ’ αυτό το 15%, όπως και στους φίλους σας (που βρίσκονται στο υπόλοιπο 80%), για να σας βγαίνουν συχνότερα στην ταϊμλάιν σας. Δεν θα σας λείψει ποτέ το παραμικρό από την ενημέρωσή σας, ή από το κουτσομπολιό που αποζητάτε. Και μην ακούτε τις σάχλες —με το συμπάθιο— περί echo chamber, γιατί είναι ακριβώς αυτό: σάχλες. Για την ακρίβεια, η θεωρία τού echo chamber είναι μια αμήχανη και 100% ψευδής προσπάθεια εκλογίκευσης όσων τρώνε ώρες και ώρες στα social από τεμπελιά, αγορασμένη μάλιστα από τα ίδια τα social media. Το echo chamber είναι ένα δώρο των Ουρανών στον κατακαημένο χρήστη που συμμετέχει μεσσιανικώ τω τρόπω στη «συζήτηση». Μη φοβάστε: θέλοντας και μη, όλοι ξέρουμε ανά πάσα στιγμή τα πάντα για τα πάντα.

Η δεύτερη, παράλληλη με την πρώτη, λύση είναι να βάλετε μόνοι σας (ή με τη βοήθεια ενός app, από αυτά που κυκλοφορούν χρόνια τώρα μα ελάχιστοι χρησιμοποιούν) φρένο και όριο στην παραμονή σας στα social media. Για παράδειγμα, ξεκινήστε με μαξ μία ώρα την ημέρα, χωρισμένο ίσως σε δύο ημίωρα. Είναι κάπως πιο δύσκολο από το να κόψεις την ηρωίνη, αλλά θα ήταν άδικο να μην το κάνετε.

Περιορίστε δραστικά αυτούς που ακολουθείτε. Με κίνδυνο να παρεξηγηθώ με μία σειρά ανθρώπους ή/και να φανώ πιο weirdo απ’ όσο είμαι, τον τελευταίο καιρό αφιέρωσα 10 λεπτά την ημέρα επί μερικές εβδομάδες για να σβήσω 1.500 λογαριασμούς στο Instagram. Λογαριασμούς που υποτίθεται ότι ακολουθούσα. Ήταν ψέμα: ΔΕΝ τους ακολουθούσα στην πράξη. Πλέον, περιόρισα τους λογαριασμούς που ακολουθώ σε αυστηρά βιβλιοφιλικούς (καθώς, καλώς ή κακώς, αποφάσισα τέτοιους να βλέπω στο Instagram). Με το απλό αυτό κόλπο, μπορώ και βλέπω προτάσεις βιβλίων που πριν δεν θα έβλεπα με τίποτε, και ποτέ. Τα ίδια, και χειρότερα, στο Twitter, όπου ακολουθώ μόνο 73 λογαριασμούς (τους 10 από τον πόλεμο και μετά: ουκρανικά Μέσα), καθώς εκεί, στον Ένατο Κύκλο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, επέλεξα να ακολουθώ κυρίως λογαριασμούς σχετικούς με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, συν τα μεγάλα διεθνή Μέσα. Στο Facebook, πάλι, τη μοναδική άλλη πλατφόρμα που χρησιμοποιώ (δεν έχω TikTok, είμαι πάνω από 12 ετών), ακολουθώ μόνο φίλους που θα βγαίναμε και για μπίρα και θα μπορούσαμε να μιλάμε όλη την ώρα για βιβλία, για σειρές, για γατάκια και για τον Άρη Θεσσαλονίκης: τίποτε άλλο. Και ΠΑΡΑ ΤΑΥΤΑ ξέρω από την επικαιρότητα πολύ περισσότερα από όσα χρειάζεται να ξέρω και απείρως περισσότερα από όσο θα ήθελα. Γιατί δεν γλιτώνεις από την «ενημέρωση». (Έχω ξαναμιλήσει αρκετές φορές για όλα αυτά, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετές).

Χρειάζεται λίγη δουλειά για να περιορίσεις τις πηγές «πληροφόρησής» σου και για να φτιάξεις ανθρώπινες ταϊμλάιν, ναι. Κυρίως, όμως, χρειάζεται να το πάρεις απόφαση για να ανασκουμπωθείς: να νιώσεις πως δεν προλαβαίνεις, και πως αυτό το πράγμα σού σμπαραλιάζει τα νεύρα και σου τρώει τον χρόνο, πως σε πεθαίνει. Χρειάζεται δουλίτσα και άγχος θανάτου. Αλλά είναι κάτι που γίνεται.

* * *

Για να απαντήσουμε λοιπόν στο ερώτημα του τίτλου: «Πώς μπορείς να κάνεις περισσότερα κάνοντας λιγότερα;» Είναι απλό: περιορίζουμε τα social, και επικεντρωνόμαστε κυρίως στους φίλους μας και σε ανθρώπους που «έχουν κάτι να μας πουν», που μας κάνουν πιο πλούσιους, πιο σοφούς, πιο ευτυχισμένους. Και, εν πάση περιπτώσει, προσπαθούμε να χαλαρώσουμε λιγάκι. Η ζωή είναι μικρή, και τα φέρετρα δεν έχουν WiFi. Ακόμα.

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

Στην ίδια σειρά άρθρων, διαβάστε ακόμη:

  1. Ύπνος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου (πρώτο μέρος)
  2. Ύπνος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου (δεύτερο μέρος)