Θεματα Γευσης

Η Αθήνα των γεύσεων: Από τις μπιραρίες της Ομόνοιας στα stories του Instagram

Η παλιά Αθήνα δεν είχε μία μόνο γαστρονομική ταυτότητα

Αλέκος Λιδωρίκης
ΤΕΥΧΟΣ 1017
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εκείνο που εξακολουθεί να ενώνει τις διαφορετικές εποχές είναι η ανάγκη των ανθρώπων να βγαίνουν, να συναντιούνται και να μοιράζονται στιγμές

Οι γεύσεις μιας πόλης δεν βρίσκονται μόνο στις συνταγές της. Κρύβονται στα στέκια που γίνονται σημεία αναφοράς, στις παρέες που συναντιούνται, στις μυρωδιές που μένουν στη μνήμη και στις μικρές καθημερινές συνήθειες που περνούν από γενιά σε γενιά. Η Αθήνα άλλαξε πολλές φορές πρόσωπο στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, ανοικοδομήθηκε, γέμισε πολυκατοικίες, μεγάλωσε και απλώθηκε. Είδε εστιατόρια, καφενεία και ζαχαροπλαστεία να ανοίγουν και να κλείνουν, γεύσεις να χάνονται κι άλλες να έρχονται από κάθε γωνιά του κόσμου. Μαζί τους άλλαξαν οι τρόποι διασκέδασης, οι συνήθειες και οι μορφές επικοινωνίας. Εκείνο όμως που εξακολουθεί να ενώνει τις διαφορετικές εποχές είναι η ανάγκη των ανθρώπων να βγαίνουν, να συναντιούνται και να μοιράζονται στιγμές.

Μια εικόνα από τη σημερινή Αθήνα αρκεί για να ξεκινήσει αυτή η διαδρομή στον χρόνο. Στην ανακαινισμένη Στοά Αρσακείου, κάτω από τον γυάλινο θόλο, ένα μεγάλο κοινό τραπέζι φιλοξενεί ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και παρέες που μπορεί να μη γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά για λίγο μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Γύρω τους, η κίνηση της πόλης συνεχίζεται. Είναι μια σύγχρονη εικόνα της αθηναϊκής καθημερινότητας, μέσα όμως σε ένα κτίριο που έχει σχεδόν δύο αιώνες ιστορίας. Το Αρσάκειο Μέγαρο άρχισε να οικοδομείται στα μέσα του 19ου αιώνα, σε σχέδια του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, και το συγκρότημα επεκτάθηκε σταδιακά ώσπου να φτάσει να καταλαμβάνει το οικοδομικό τετράγωνο Πανεπιστημίου, Αρσάκη, Σταδίου και Πεσμαζόγλου. Από εδώ, λίγα μόλις βήματα αρκούν για να συναντήσουμε τους δρόμους και τις πλατείες όπου αναπτυσσόταν η κοινωνική ζωή της παλιάς πρωτεύουσας. Σταδίου, Σύνταγμα, Ομόνοια, Πανεπιστημίου. Σχεδόν η ίδια γεωγραφία, αλλά με διαφορετικά κτίρια, άλλους ανθρώπους και άλλες συνήθειες.

Αυτή την Αθήνα ξαναβρίσκουμε στις αναμνήσεις του Μίλτου Λιδωρίκη –θεατρικού συγγραφέα, δημοσιογράφου και γλαφυρού αφηγητή της αθηναϊκής ζωής μιας άλλης εποχής–, στο βιβλίο «Αθήνα της Μπελ Επόκ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris. Μέσα από τις περιγραφές του ξεδιπλώνεται ένας ολόκληρος γαστρονομικός και κοινωνικός χάρτης, με καφενεία, «καφέ ρεστοράν», μπιραρίες, ζαχαροπλαστεία και νυχτερινά στέκια. Δεν πρόκειται απλώς για μια καταγραφή παλιών καταστημάτων, είναι η ιστορία μιας πόλης μέσα από τις γεύσεις της και από τους ανθρώπους που τις απολάμβαναν.

Οι γεύσεις και τα στέκια της παλιάς Αθήνας

«Η σκορδαλιά εβασίλευε παντού», γράφει χαρακτηριστικά ο Μίλτος Λιδωρίκης. Μια καλοφτιαγμένη σκορδαλιά, τόσο φίνα ώστε να θυμίζει μαγιονέζα, θεωρούνταν δείγμα εξαιρετικής μαγειρικής τέχνης. Τη συνόδευαν κολοκυθάκια τηγανητά με κουρκούτι, κεφτέδες και μπακαλιαράκια, γεύσεις που εξακολουθούν να έχουν τη θέση τους στην ελληνική κουζίνα.

Μέσα από τέτοιες λεπτομέρειες η Αθήνα εκείνων των χρόνων παύει να είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία και αποκτά μυρωδιά και γεύση. Χαρακτηριστική είναι η ανάμνηση από το Μετς, όπου κατέφευγαν μετά τη δουλειά. Μια φορά που η παρέα άργησε κι εκείνος πεινούσε, του ετοίμασαν κεφτέδες και σκορδαλιά κατόπιν ειδικής παραγγελίας. Μια μικρή σκηνή που θα μπορούσε, με διαφορετικό μενού και σε άλλο μαγαζί, να συμβαίνει και σήμερα. Η εργάσιμη ημέρα τελειώνει, η παρέα συνεχίζει και η έξοδος γίνεται η ευκαιρία να ξεφύγει κανείς από τους ρυθμούς της καθημερινότητας.

Αλλά η πρωτεύουσα δεν ζούσε μόνο με τις απλές, γνώριμες γεύσεις, είχε και τα κοσμικά της σημεία, όπου το φαγητό συνδυαζόταν με την κοινωνική παρουσία. Το Καφέ-Ρεστοράν στην πλατεία Συντάγματος περιγράφεται ως το αριστοκρατικότερο εστιατόριο της εποχής, στεγασμένο στο σπίτι του Φιλήμονα, που αργότερα έγινε η έδρα του Υπουργείου Συγκοινωνίας. Το καλοκαίρι ο κόσμος απλωνόταν στην αυλή και στο περιβόλι, τον χειμώνα στα δωμάτια, ενώ εκεί συγκεντρωνόταν η πολιτική, δημοσιογραφική, καλλιτεχνική και φιλολογική ζωή της Αθήνας.

Η παρουσία σε ένα τέτοιο στέκι σήμαινε πολύ περισσότερα από ένα καλό γεύμα. Ήταν η ευκαιρία να συναντήσει κανείς γνωστούς, να μάθει ειδήσεις, να σχολιάσει τα γεγονότα της ημέρας, να ανταλλάξει απόψεις. Μια κουβέντα μπορούσε να συνεχιστεί για ώρες, μια συμφωνία να κλείσει ανάμεσα σε δύο ποτήρια, ένα όνομα ή μια διεύθυνση να σημειωθεί βιαστικά σε μια χαρτοπετσέτα ή στο πίσω μέρος ενός πακέτου τσιγάρων. Οι χώροι αυτοί λειτουργούσαν, με έναν τρόπο, σαν τα κοινωνικά δίκτυα της εποχής, με τη διαφορά ότι οι επαφές γίνονταν πρόσωπο με πρόσωπο.

Από τις μπιραρίες της Ομόνοιας στην αθηναϊκή νύχτα

Λίγο πιο πέρα, η κοινωνική ζωή αποκτούσε διαφορετικό χαρακτήρα. Οι μπιραρίες ήταν πολυσύχναστες σχεδόν από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα και λειτουργούσαν διαφορετικά από τα σημερινά εστιατόρια. Φαγητό με τη σημερινή έννοια δεν υπήρχε, υπήρχαν όμως άφθονοι μεζέδες και το περίφημο τυρί της Ερυθραίας. Στις περιγραφές προστίθενται τα αυγά και τα ρεπανάκια, ενώ η μπίρα κόστιζε 25 λεπτά το ποτήρι μαζί με τα συνοδευτικά. Λεπτομέρειες που μας επιτρέπουν να φανταστούμε όχι μόνο τι έτρωγαν οι Αθηναίοι, αλλά και πώς διασκέδαζαν.

Η Ομόνοια είχε, σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Λιδωρίκη, τις καλύτερες και πλέον πολυσύχναστες μπιραρίες, ενώ γνωστά στέκια υπήρχαν και στο Κολωνάκι. Η μουσική, οι γνωριμίες και οι ιστορίες που γεννιούνταν στις πολύωρες συναναστροφές ήταν αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας. Σε μία από αυτές τις μπιραρίες εμφανίζεται ακόμη και μια Γαλλίδα τραγουδίστρια, η Νινόν, που τραγουδούσε με συνοδεία πιάνου και βιολιού. Η αθηναϊκή έξοδος είχε ήδη αποκτήσει εκείνο το μείγμα φαγητού, ποτού, μουσικής και κοινωνικής ζωής που εξακολουθεί να τη χαρακτηρίζει. Ο γαστρονομικός χάρτης συμπληρωνόταν από εστιατόρια, ξενοδοχεία που λειτουργούσαν και ως τόποι εστίασης, τον Ζαχαράτο και τα ζαχαροπλαστεία που αποκτούσαν σταδιακά τη δική τους θέση στην καθημερινότητα της πόλης. Υπήρχαν ακόμη τα μαστιχάδικα, τα μπαρ και οι μποτέγκες. Στον Γιαννόπουλο, όπου ξενυχτούσαν άνθρωποι των γραμμάτων και της δημοσιογραφίας, οι πελάτες που έμεναν μέχρι αργά μπορούσαν να έχουν «σαντουίτσα, ουζομεζέδες και χαρτοπαίγνια», παρασκευασμένα με ιδιαίτερη επιμέλεια.

Από το κοσμικό Σύνταγμα μέχρι τις λαϊκότερες μπιραρίες της Ομόνοιας, η παλιά Αθήνα δεν είχε μία μόνο γαστρονομική ταυτότητα. Είχε διαφορετικές γεύσεις, συνήθειες και κοινωνικούς κόσμους που συνυπήρχαν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Άλλος πήγαινε για έναν μεζέ και μια μπίρα, άλλος για ένα καλό δείπνο, άλλος για μουσική ή για να συναντήσει φίλους. Το φαγητό ήταν συχνά η αφορμή. Η πραγματική εμπειρία περιλάμβανε όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.

Αυτή η πολυμορφία είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που συνδέει την παλιά με τη σημερινή πρωτεύουσα. Η Αθήνα εξακολουθεί να προσφέρει διαφορετικές επιλογές, από τις παραδοσιακές ταβέρνες και τα ιστορικά καφενεία μέχρι τις σύγχρονες γαστρονομικές προτάσεις και τις κουζίνες του κόσμου. Εκείνο που μεταβλήθηκε δεν είναι μόνο το μενού, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν και μοιράζονται την εμπειρία της εξόδου.

Από τις χαρτοπετσέτες στα stories του Instagram

Στη σημερινή Αθήνα, μια επίσκεψη σε ένα εστιατόριο μπορεί ν’ αρχίσει με την αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, να συνεχιστεί με φωτογραφίες των πιάτων και να ολοκληρωθεί με μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα. Η τεχνολογία έχει μπει σε κάθε στάδιο της γαστρονομικής εμπειρίας, από την επιλογή του χώρου μέχρι τον τρόπο με τον οποίο κρατάμε τις αναμνήσεις μας. Σε μια ταβέρνα, σε ένα σύγχρονο εστιατόριο ή σε έναν χώρο υψηλής γαστρονομίας δεν είναι ασυνήθιστο, μόλις φτάσει το πιάτο, να προηγείται η φωτογραφία από την πρώτη μπουκιά. Το κινητό βγαίνει από την τσέπη, αναζητείται η κατάλληλη γωνία και, πολλές φορές, η εικόνα ανεβαίνει αμέσως στο Instagram ή σε κάποιο άλλο κοινωνικό δίκτυο.

Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εντυπωσιακές δημιουργίες ή πρωτότυπες παρουσιάσεις, η φωτογραφία γίνεται μέρος της απόλαυσης. Το φαγητό δεν προορίζεται πλέον μόνο για όσους θα το δοκιμάσουν, αλλά και για εκείνους που θα το δουν μέσα από μια οθόνη.

Οι άνθρωποι μοιράζονται ψηφιακά γεύσεις, προτείνουν αγαπημένα στέκια, ενώ ένα μικρό εστιατόριο μπορεί να αποκτήσει κοινό πολύ πέρα από τη γειτονιά του. Υπάρχει όμως και η άλλη εικόνα. Παρέες ή ζευγάρια που, ενώ βρίσκονται κάπου μαζί, αφιερώνουν μέρος του χρόνου τους σε συνομιλίες με ανθρώπους που βρίσκονται αλλού. Ένα μήνυμα, μια ειδοποίηση, μια γρήγορη περιήγηση στα κοινωνικά δίκτυα. Η φυσική συνάντηση και η ψηφιακή επικοινωνία συνυπάρχουν, μερικές φορές τόσο στενά, ώστε η μία να αποσπά την προσοχή από την άλλη.

Δεν πρόκειται για μια απλή αντιπαράθεση του χθες με το σήμερα, ούτε οι παλιές εποχές ήταν απαραίτητα καλύτερες, ούτε η τεχνολογία κατάργησε την κοινωνική σημασία της εξόδου. Άλλαξε όμως τον τρόπο με τον οποίο καταγράφουμε και μοιραζόμαστε τις στιγμές μας. Κάποτε μια ωραία βραδιά μπορούσε ν’ αφήσει πίσω της μια ιστορία που θα επαναλαμβανόταν για χρόνια, ένα σημείωμα σε μια χαρτοπετσέτα ή μια καταχώριση σε ένα ημερολόγιο. Σήμερα μπορεί ν’ αφήσει δεκάδες φωτογραφίες και μικρά βίντεο αποθηκευμένα σε ένα κινητό ή δημοσιευμένα στα κοινωνικά δίκτυα. Τότε η ανάμνηση γινόταν κυρίως αφήγηση, σήμερα γίνεται εικόνα, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ίδια η εμπειρία.

Και κάπως έτσι η διαδρομή επιστρέφει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε, στη Στοά Αρσακείου. Το ιστορικό κτίριο, που βρίσκεται στην καρδιά της πόλης εδώ και τόσες γενιές, φιλοξενεί σήμερα μια νέα εκδοχή της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής. Άλλες γεύσεις, διαφορετικές συνήθειες, καινούργιοι τρόποι επικοινωνίας. Όμως η παρουσία των ανθρώπων στον ίδιο χώρο, η επιθυμία να βρεθούν μαζί και να μοιραστούν μια εμπειρία εξακολουθούν να δίνουν ζωή στην πόλη.

Ο Μίλτος Λιδωρίκης μάς άφησε τις αναμνήσεις μιας Αθήνας που δεν υπάρχει πια, αλλά που μπορούμε ακόμη να φανταστούμε μέσα από τις γεύσεις και τις ιστορίες της που έχουν καταγραφεί σε βιβλία. Οι σημερινές γενιές αφήνουν πίσω τους χιλιάδες φωτογραφίες, βίντεο και ψηφιακά στιγμιότυπα. Ίσως ύστερα από χρόνια κάποιος να αναζητήσει μέσα σ’ αυτό το τεράστιο ψηφιακό αρχείο πώς έτρωγαν, πώς διασκέδαζαν και πώς συναντιούνταν οι Αθηναίοι της δικής μας εποχής.

Αν συμβεί αυτό, θα ανακαλύψει μια πόλη πολύ διαφορετική από εκείνη της Μπελ Επόκ, αλλά με μια γνώριμη συνήθεια: να βρίσκει πάντα μια αφορμή για έξοδο, φαγητό και συντροφιά. Γιατί οι γεύσεις αλλάζουν, τα στέκια μεταμορφώνονται και οι τρόποι επικοινωνίας εξελίσσονται, εκείνο που κάνει όμως μια βραδιά αξέχαστη δεν είναι μόνο τι δοκιμάσαμε, αλλά με ποιους τη μοιραστήκαμε.