Life in Athens

Ο γκρίζος τοίχος στον αριθμό εννιά

«Το 1942 κατοικούσε και ίδρυσε την πρώτη σχολή Θεάτρου Τέχνης ο Κάρολος Κουν»

Στέφανος Δάνδολος
ΤΕΥΧΟΣ 1015
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ζωοδόχου Πηγής 9: Το ιστορικό κτίριο του 1926, όπου ο Κάρολος Κουν ίδρυσε τη σχολή του

Το πεζοδρόμιο της Ζωοδόχου Πηγής παραείναι στενό, ίσως μισό μέτρο, το πολύ ένα, ωστόσο για το ψηλόλιγνο αγόρι που αντίκρισα τις προάλλες φάνταζε μεγέθους δυσθεώρητου, χωρίς όρια. Είχε μια μπάλα στα πόδια και μάλλον ένιωθε ότι βρισκόταν σε γήπεδο. Καμιά φορά συμβαίνει αυτό με τα αγόρια έντεκα, δώδεκα χρονών. Φτιάχνουν νοερά κόσμους ψεύτικους, τοπία μες στα οποία μπορούν να χωρέσουν. Η μπάλα ήταν δερμάτινη, από αυτές που κοστίζουν πέντε ευρώ στο περίπτερο, κόκκινη και άσπρη, με το έμβλημα της Λίβερπουλ τυπωμένο ανάμεσα στις ραφές της. Απαλά την κλότσαγε στον τοίχο. Επί ώρα. Είχα σταθεί ακριβώς απέναντι και παρατηρούσα την ιεροτελεστία, ένα αγόρι στην καρδιά της φλογισμένης Αθήνας, να κλοτσάει μια μπάλα προς τον ξεφτισμένο τοίχο ενός παμπάλαιου κτιρίου. Τη χτυπούσε με το μυτάκι, με το κουντουπιέ, με φάλτσο, δίχως φάλτσο, και απλώς πρόσεχε μην του κυλήσει στον δρόμο, γιατί αρκετοί οδηγοί επιλέγουν το χωμένο στενάκι για να κατέβουν προς Ακαδημίας από τα Εξάρχεια ή από τη Σόλωνος.

Κάποια στιγμή, φάνηκε μια γυναίκα γύρω στα 40, η μάνα του μάλλον. «Σε λίγο φεύγουμε», του υπενθύμισε, «λίγη υπομονή ακόμα, τον νου σου στα αυτοκίνητα». Ο μικρός κατένευσε υπάκουα κι έμεινε προσηλωμένος στο να παίζει πάσες με τον τοίχο.Έμοιαζε να έχει αναδυθεί από άλλες εποχές. Ούτε κινητό στο χέρι ούτε ηλεκτρικό πατίνι στα πόδια. Απλώς μια μπάλα της Λίβερπουλ και το μπετό με τον ξεθωριασμένο ασβέστη. Ποιος ξέρει; Ίσως φανταζόταν ότι είναι ο Τσιμίκας, ένα άλλο αγόρι, καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερό του, που έφτασε φέτος να είναι αρχηγός της Λίβερπουλ. Κάτι τέτοια θαύματα εμπνέουν ακόμα τους πιτσιρικάδες, κι ας ζούμε στον αιώνα του TikTok και των τράπερς.

Ύστερα κοίταξα την γκρίζα παλιά κατασκευή που είχε βαλθεί να παίζει με το αγόρι. Σαν κάτι πάνω της να είχε ξάφνου ζωντανέψει. Αυτή είναι η μοίρα των κτισμάτων που αργοσβήνουν στη μοναξιά. Χιλιάδες βιαστικοί διαβάτες τα προσπερνούν καθημερινά χωρίς να τα προσέχουν, κι έρχεται από το πουθενά ένας πιτσιρίκος που τα καθιστά επίκεντρο του κόσμου, βλέπει στην πρόσοψή τους τα όνειρά του, θέλει να γίνει φίλος τους, και με μια δερμάτινη μπάλα τα διασώζει για λίγο απ’ το πεπρωμένο της λήθης. Δεν ξέρω αν ήταν η φαντασία μου, αλλά όντως μου φάνηκε ότι ο τοίχος ύστερα από δέκα, είκοσι μπαλιές είχε γίνει πιο φωτεινός, είχε απαλλαγεί από την κρούστα του χρόνου, το περίβλημα της ώχρας είχε πάρει μια απόχρωση χρυσαφένια, σαν να παρέπεμπε σε παραμυθένιο παλάτι που υψώθηκε μέσα από τέφρα.

Γίνεται τα κτίρια να αισθάνονται; Κι όμως. Να που ίσως και να γίνεται. Η πρόσοψη σαν να λαμποκοπούσε από την απρόσμενη διάδραση μ’ εκείνο το μοναχικό παιδί που, στριμωγμένο σε μισό μέτρο φαγωμένης πλάκας, υποδυόταν το ποδοσφαιρικό ίνδαλμά του. Και η μπάλα πήγαινε, ερχόταν, πήγαινε, ερχόταν, ντάπα ντούπα, ντάπα ντούπα, κι όσο το παιχνίδι δεν σταμάταγε, το γκρίζο του τοίχου γινόταν στα μάτια μου όλο και πιο λευκό, όλο και πιο λαμπερό, θαρρείς και οι πάσες του μικρού το ράντιζαν με φρέσκια λαμπερή μπογιά. Τον θαύμασα τον λεβεντάκο. Κλοτσούσα κι εγώ κάποτε μια μπάλα σε τοίχους, με την ίδια επιμονή, με την ίδια αφοσίωση, μα είχα περισσότερο χώρο στη διάθεσή μου, όχι ένα τοσοδούτσικο πεζοδρόμιο πλάι σε θορυβώδεις πομπές αυτοκινήτων.

Το ξέρω το κτίριο με το οποίο συνδιαλεγόταν ο πιτσιρίκος. Πιθανώς κι εσείς να το ξέρετε, αν δίνετε σημασία στα οικοδομικά απομεινάρια άλλων καιρών. Ζωοδόχου Πηγής 9, ανάμεσα σε Σόλωνος και Ακαδημίας. Τρεις όροφοι από κυφωτούς ψευδόλιθους, θωράκια, γείσα, μαρμάρινα φουρούσια, γεισίποδες και χυτοσιδηρά κιγκλιδώματα. Αστική εσάνς του Μεσοπολέμου. Ανεγέρθη το 1926 από τον αρχιτέκτονα Ηλ. Α. Κουρμουλή εκ Σμύρνης, γράφει η μία από τις δύο μικρές επιγραφές που κοσμούν διακριτικά το πολυκαιρισμένο τούβλο. Ο σπουδαίος Κουρμουλής. Το εκλεκτικιστικό λεξιλόγιο των αρχιτεκτόνων εκείνης της Ελλάδας. Οι ξύλινοι εξώστες με τις ποδιές και τα πλέγματα στα τζαμιλίκια, οι βαριές πόρτες, τα φινετσάτα μικρά μπαλκόνια, η συμμετρία των παραθύρων, όλο μια χαρισματική ομορφιά, που ωστόσο πεθαίνει, σβήνει, εξαϋλώνεται μέσα στη μοναξιά των δεκαετιών. Για φαντάσου. Τόσο εμβληματικό κτίσμα, και να γερνάει εντελώς παραμελημένο.

Το 1942 κατοικούσε και ίδρυσε την πρώτη σχολή Θεάτρου Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Ιδού τι λέει η δεύτερη επιγραφή. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιοι γνωρίζουμε το κτίριο. Μεσούσης της Κατοχής, ένας νέος θεατράνθρωπος ήρθε εδώ, νοίκιασε δύο δωμάτια κι άρχισε να φτιάχνει κόσμους ονείρων με υλικά από Ίψεν, Λόρκα και Πιραντέλο. Η μαγεία της σκηνής ως απάντηση στον όλεθρο. Ο Κουν μεγαλούργησε, δοξάστηκε, σημάδεψε εσαεί την εθνική μνήμη, οι τρεις αυτοί όροφοι όμως καταδικάστηκαν σε αργό θάνατο. Έμειναν όρθιοι σαν μεγαλόπρεπο φάντασμα. Επέζησαν σιωπηρά, χωρίς να προσελκύουν τα βλέμματα. Και συνήθισαν να βουλιάζουν στην ώχρα. Ώσπου τούτο το φθινοπωρινό πρωινό του 2026, ακριβώς 100 χρόνια μετά την κατασκευή τους, είδαν έναν πιτσιρίκο να τους πλησιάζει και να τους καλεί σε παιχνίδι. Και μπορεί τα μάτια μου να με γέλασαν, δεν ξέρω, αλλά ναι, έχω τελικά την αίσθηση ότι ολάκερο το κτίσμα έφτασε να λαμπαδιάσει από φως. Ο μελλοντικός Τσιμίκας να ρίχνει τις σιγανές μπαλιές του στο κάτω μέρος της πρόσοψης. Και όλη αυτή την ώρα οι σοβάδες να παίρνουν ζωή.

Και ύστερα εμφανίστηκε πάλι η μητέρα. Χαμογελαστή. Ικανοποιημένη. «Φεύγουμε;» είπε στον μικρό. Εκείνος έγνεψε καταφατικά, ανέβασε την κουκούλα της ζακέτας του, σήκωσε αμίλητος την μπάλα από το έδαφος και την έβαλε κάτω από την αμασχάλη. Ξάφνου, το φως στην πρόσοψη του κτιρίου άρχισε να τρεμοπαίζει. Μάνα και γιος πήραν να κατηφορίζουν τη Ζωοδόχου Πηγής. Για μια στιγμή έμεινα ασάλευτος να κοιτάζω το παλαιό σπίτι του Καρόλου Κουν στον αριθμό 9. Ήταν πάλι γκρίζο. Μουντό. Διάσπαρτο από ρωγμές. Είχε σκοτεινιάσει εντελώς. Κατόπιν, έπιασα κι εγώ να κατευθύνομαι προς την Ακαδημίας. Τους πρόλαβα στο φανάρι, καθώς περίμεναν ν’ ανάψει το πράσινο για τους πεζούς. Εκείνη χαρωπή, αυτός με την μπάλα στα χέρια. Πριν τους χάσω για πάντα μες στο πλήθος, την άκουσα να του λέει: «Είδες που δεν αργήσαμε, Κάρολε;».