Resto

Βαγγέλης και Αλέκος: ένα νόστιμο μαγαζάκι κρυμμένο σε μια δροσερή αθηναϊκή στοά

Ο πιο καλοκαιρινός λόγος για να έρθεις στον Νέο Κόσμο

Ελένη Ψυχούλη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Βαγγέλης και Αλέκος στον Νέο Κόσμο είναι κάτι ανάμεσα σε μεζεδοπωλείο, οινομαγειρείο και ταβερνάκι

Οι στοές είναι όλη η τσαχπινιά της Αθήνας. Ένα κρυφτούλι για τον ανυποψίαστο περαστικό, μια ματιά που ανατρέπει το τοπίο. Ένα τοπίο που μυστικά και χαμηλόφωνα σε καλεί να το εξερευνήσεις, μια που ποτέ δεν ξέρεις τα κόλπα, τα τερτίπια μιας στοάς, πού καταλήγει και τί σου επιφυλάσσει στο βάθος της. Η στοά, ποτέ δεν θα προδώσει τις προσδοκίες σου. Καθεμιά κρύβει και κάτι αναπάντεχο, όλες μαζί, στάζουν νοσταλγία. Μιας Αθήνας που ίσως δεν γνώρισες αλλά την ξέρεις τόσο καλά από τις ταινίες, μια αίσθηση ότι από κει έχεις περάσει μικρός, κρεμασμένος από το χέρι της μάνας σου.

Η Φραντζή είναι ίσως από τους πιο άσχημους δρόμους της πόλης, δρόμος χωρίς ταυτότητα, κάτι το ιδιαίτερο ή το ξεχωριστό, συνεργεία και ο Σταυρός του Νότου. Πάνω του, όμως, κρυμμένη με τεράστια επιμέλεια από τα περαστικά βλέμματα, κείται η στοά Ιατρού. Δεν θα τη συγκρίνεις με τις δαιδαλώδεις, επιβλητικές, τεράστιες στοές του κέντρου. Πιο κόζυ, πιο σαν αγκαλιά, με μικροσκοπικά μαγαζάκια στις δυο πλευρές της. Τί να πουλούσαν άραγε στον καιρό τους, ποιος ξέρει; Ίσως κουμπιά, εταμίν και φόδρες, ίσως να είχε και κανένα μαχαιράδικο ή καμμιά μανταρίστρα από κείνες που επιδιόρθωναν τα καλσόν όταν τους έφευγε πόντος. Τη διασχίζεις και στο μικρό της βάθος, σε περιμένει έκπληξη. Ένα θερινό σινεμά. Η «Ευρώπη» που έζησε τις δόξες της τη δεκαετία του ’70.

Η ιστορία πίσω από το μαγαζί

Η Τζο και ο Αλέξανδρος είναι ζευγάρι. Όταν αποφάσισαν να ανοίξουν το δικό τους μαγαζί, η Τζο το ονειρεύτηκε σε στοά και ο Αλέξανδρος σε αυλή. Η στοά Ιατρού έκανε τη χάρη και στους δυο. Ο παππούς της Τζο, ο Βαγγέλης από την Αρκαδία και του Αλέξανδρου, ο Αλέκος από τη Μακεδονία, χάρισαν τα ονόματά τους στο εγχείρημα. Οι φωτογραφίες τους στον τοίχο, θα σου τους συστήσουν, σχεδόν τους βλέπεις να τα κουτσοπίνουν σε ένα τραπεζάκι μπροστά στην κουζίνα, σχολιάζοντας περί ανέμων και υδάτων μιας καθημερινής.

Τα μικροσκοπικά μαγαζάκια μεταμορφώθηκαν σε ηλιόλουστες, σχεδόν ιδιωτικές, αίθουσες ανοιχτές στο δρόμο, οι παλιές βιτρίνες αντικαταστάθηκαν από μπλε καγκελάκι να’ χεις ορατότητα και ανοιχτωσιά, τοίχοι από υαλότουβλο, παστέλ καρέκλες καφενείου, μια τραπεζαρία σαν της μαμάς σου, η ανάπλαση του χώρου μεταφράζεται σε Φως και Χαρά. Προσπερνάς το μαγαζάκι που τώρα λειτουργεί σαν κουζίνα με τη μόστρα των μεζέδων και στο βάθος-κήπος βγαίνεις κατευθείαν στην αύρα της νοσταλγίας.

Όλο το χρώμα μιας παλιάς αυλής με τα ασβεστωμένα πεζούλια και τα πράσινα παρτέρια της, το καμαράκι προβολής του παλιού κινηματογράφου, όλα ένα κρυφό μυστικό της πιο χαλαρής διάθεσης. Εδώ, νοιώθεις το βάθος-κήπος της ψυχής του Βαγγέλη-Αλέκου. Κάτι σαν μια καλοκαιριάτικη, ανεπιτήδευτη διάθεση, γείτονες nomads με τη σαγιονάρα έχουν έρθει για μια χωριάτικη με κρέμα φέτας και γίγαντες, κόσμος από παντού και από γύρω, σε αυτό που πραγματικά αποζητά το καλοκαίρι στην πόλη: μια ψευδαίσθηση διακοπών.

Το μενού δίνει το στίγμα και ταυτόχρονα δεν στο δίνει καθόλου: κάτι ανάμεσα σε μεζεδοπωλείο, οινομαγειρείο, ταβερνάκι, κάτι τέλος πάντων που αρνείται τις ταμπέλες, ένα μέρος όπου απλά θα φας σπιτικό, μαγειρευτό φαγητό. Εσύ το ρυθμίζεις όπως θες: έχει και πιάτα γεμάτα, πληθωρικά και της μεγάλης πείνας, έχει και μεζεδάκια για να διασκεδάσεις μια σεμνή τσιπουροποσία.

Τι θα φας στον Βαγγέλη και Αλέκο;

Στην αρχή, το σπιτικό προζυμένιο ψωμί θα σου έρθει πρωτότυπα, με μια κόκκινη σάλτσα του κοκκινιστού. Η βούτα όπως δεν θα την αποδώσει ποτέ κανένα ντιπ. Προσθέτεις από δίπλα και μια μελιτζανοσαλάτα με ψιλοκομμένη πιπεριά Φλωρίνης και βλίτα βραστά, μέχρι να τερματίσει το ψωμάκι. Αν δεν έχεις ξανάρθει, μπορείς να ζητήσεις τα πάντα σε συσκευασία μινιόν του μεζέ αλλά όπως έκοψα από δίπλα τις λαχταριστές μερίδες, ένας κόκορας παστιτσάδα ή ένα κοκκινιστό μοσχαράκι χάνουν τη λάμψη -και κάτι από τη νοστιμιά τους- στο μεζεδοπιατάκι. Από τα πιο ασυνήθιστα που δοκιμάσαμε, το κουνουπίδι καπαμάς με την ελαφριά κόκκινη σάλτσα και το πιλάφι λαχανικών με τα μανιτάρια και ένα τηγανητό αβγό με τριμμένο τυρί στην κορυφή του.

Θράψαλο, λιθρίνι με χόρτα από τα πιάτα ημέρας για την εξασφαλισμένη φρεσκάδα, είχε και γουρνοπούλα που δεν ταίριαξε με τη ζέστη της βραδιάς αν και πολύ την ορεχτήκαμε. Την αντικαταστήσαμε με ντοματένια, αφράτα κεφτεδάκια, αφού από το μενού ίσως σε δελεάσει περισσότερο η κατηγορία «μαγεριές» με μαγειρευτά από κάθε γωνιά της Ελλάδας, που τόσο μας λείπουν από τα αθηναϊκά εστιατόρια.

Το μενού έχει επιμεληθεί ο Αντώνης Γιαννακάρης, εμείς στην κουζίνα συστηθήκαμε με την Μαρούλα και με τη Sri Widayati που αν και ασιάτισσα το πάει άπταιστα το γράμμα το ελληνικό.

Ευτυχές τελείωμα με μια υπέροχη καρυδόπιτα με παγωτό βανίλια, επιτέλους μια καρυδόπιτα αψηλή, με τη σωστή, μαστιχωτή υφή, που δεν τρίβεται και δεν διαλύεται στο κόψιμο. Αφήνουμε για την επόμενη φορά τις φλογέρες γαλακτομπούρεκο που τις υποψιάζομαι το ίδιο σπιτικές και λαχταριστές.

Αμβροσίου Φραντζή 43, Νέος Κόσμος, 2160043662