Πολιτικη & Οικονομια

Από τη Σαλαμίνα στον 21ο αιώνα: Η διαχρονία της ελληνικής εθνικής ασφάλειας ως πολιτική επιλογή

Η ιστορική ναυμαχία, ο Καποδίστριας και η φρεγάτα «Κίμων»

Κωνσταντίνα Δ. Καρακώστα
Κωνσταντίνα Δ. Καρακώστα
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Από τη Σαλαμίνα στον 21ο αιώνα: Η διαχρονία της ελληνικής εθνικής ασφάλειας ως πολιτική επιλογή
Υποδοχή της πρώτης ελληνικής, υπερσύγχρονης φρεγάτας Belharra "Κίμων", Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026 © Γιάννης Δημητρόπουλος / Eurokinissi

Από τη Σαλαμίνα στον 21ο αιώνα: Η ασφάλεια ως μέρος της εθνικής στρατηγικής και η ιστορική ευθύνη των κυβερνήσεων

Η συζήτηση για την εθνική ασφάλεια τείνει συχνά να εγκλωβίζεται σε τεχνικούς όρους: αριθμούς, συστήματα, προμήθειες, χρονοδιαγράμματα. Όμως στην ελληνική ιστορική εμπειρία η ασφάλεια δεν ήταν απλά ένα ζήτημα τεχνοκρατικής διαχείρισης. Υπήρξε πάντοτε πράξη σαφούς πολιτικής επιλογής. Για τον ελληνικό κόσμο η πρώτη μεγάλη στιγμή αυτής της επίγνωσης καταγράφεται στους Περσικούς Πολέμους. Η επιβίωση του ελληνισμού δεν κρίθηκε τότε από την αριθμητική του υπεροχή, αλλά από μια πολιτική απόφαση με σαφές στρατηγικό περιεχόμενο: την επιλογή της θάλασσας ως πεδίου σύγκρουσης.

Ο Θεμιστοκλής, αντιλαμβανόμενος ότι η περσική ισχύς σε ανθρώπινο δυναμικό δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε ανοιχτό πεδίο μάχης, επέμεινε στη ναυτική σύγκρουση. Όπως μας παραδίδει ο Πλούταρχος, η στρατηγική του λογική συνοψίζεται στη φράση: «Όστις της θαλάσσης κρατεί, πάντων κρατεί». Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. δεν υπήρξε μόνο μια λαμπρή νίκη. Αποτέλεσε καθοριστική καμπή των Περσικών Πολέμων, καθώς διέλυσε τον μύθο του αήττητου περσικού στόλου, ανατρέποντας τη στρατηγική ισορροπία. Όπως σημειώνει ο Ηρόδοτος, μετά τη συντριβή του περσικού στόλου «Η Ελλάς εσώθη». Η ναυτική ισχύς αναδείχθηκε έκτοτε σε προϋπόθεση πολιτικής ανεξαρτησίας.

Η ίδια αντίληψη κυριαρχεί και στη γένεση του νεοελληνικού κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας γνώριζε πολύ καλά πως η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να εδράζεται σε άτυπες δυνάμεις και πως η ανεξαρτησία που κερδήθηκε στο πεδίο της μάχης κινδυνεύει να χαθεί χωρίς θεσμική και στρατιωτική οργάνωση. Για τον λόγο αυτό προχώρησε στη συγκρότηση τακτικού στρατού, έθεσε τα θεμέλια εθνικού στόλου υπαγόμενου στην κεντρική εξουσία και ίδρυσε το 1828 τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Σε επιστολή του τόνιζε χαρακτηριστικά: «Άνευ κυβερνήσεως, άνευ στρατού, άνευ στόλου, το κράτος δεν υπάρχει· υπάρχει μόνον όνομα». Ή ναυτική ασφάλεια αποσπάστηκε από τους καραβοκυραίους και υπήχθη στην κεντρική διοίκηση. Και αυτό δε συνιστούμε μια τεχνική μεταρρύθμιση αλλά έναν θεσμικό πυλώνα εθνικής στρατηγικής.

Έναν αιώνα αργότερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατά τη συζήτηση στη Βουλή για τις στρατιωτικές και ναυτικές δαπάνες, το 1911, απαντώντας στην κριτική περί οικονομικής σπατάλης υπερβολικών εξοπλισμών δήλωσε: «Δεν αγοράζομεν απλώς μηχανάς· αγοράζομεν την ασφάλειαν της χώρας, διά της συνδέσεως ημών μετά των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσεως». Λίγο πριν την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων η δήλωση αυτή συνέδεε άμεσα την εθνική ασφάλεια ως γεωπολιτική επιλογή. Οι εξοπλισμοί δεν ήταν απλώς τεχνικά μέσα άμυνας, αλλά εργαλεία πολιτικής ένταξης, συμμαχικών δεσμών και διεθνούς αξιοπιστίας. Η νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων επιβεβαίωσε λίγους μήνες μετά τη στρατηγική του πολιτική επιλογή.

Στον 21ο αιώνα, η ιστορική αυτή διαδρομή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα τη σημερινή ημέρα. Η απόφαση της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και ειδικότερα η άφιξη της πρώτης γαλλικής φρεγάτας Belharra «Κίμων» δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένες από το ιστορικό υπόβαθρο. Δεν αποτελούν απλώς μια επιχειρησιακή αναβάθμιση. Εντάσσονται σε μια μακραίωνη ιστορική παράδοση όπου η άμυνα λειτουργεί ως πολιτική δήλωση στρατηγικού προσανατολισμού και εθνικής εγγύησης.

Από τον Θεμιστοκλή, που αντιλήφθηκε ότι η θάλασσα είναι πεδίο πολιτικής κυριαρχίας, στον Καποδίστρια, που θεμελίωσε την ασφάλεια ως κρατική και θεσμική ευθύνη, και στον Βενιζέλο, που συνέδεσε ρητά την άμυνα με τις διεθνείς συμμαχίες και τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας, η ελληνική εμπειρία συγκλίνει σε μία βασική αρχή: η εθνική ασφάλεια είναι πράξη βαθιάς πολιτικής αυτογνωσίας. Και κάθε φορά που αυτή η αυτογνωσία υπήρξε παρούσα, η Ελλάδα όχι μόνο επέζησε αλλά μεγαλούργησε.

Το ουσιώδες ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τι απέκτησε η χώρα σήμερα. Αλλά πως καταφέρνει εντάσσει η κυβέρνηση τη σημερινή της επιτυχία σε ένα συνεκτικό αφήγημα εθνικής στρατηγικής. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η γραμμή που χωρίζει την απλή διαχείριση από την ιστορική ευθύνη.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY