Πολιτικη & Οικονομια

Η «κατάρα» της πολιτικής συναίνεσης

Οι συναινετικές αποφάσεις ούτε την κυβερνητική πλειοψηφία απειλούν ούτε την πολιτική αυτονομία και την ιδεολογική φυσιογνωμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης αμφισβητούν

Γιάννης Μεϊμάρογλου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η επιστολική ψήφος, το νομοσχέδειο για τον γάμο ομοφύλων, ο νόμος Διαμαντοπούλου, η πολιτική συναίνεση και η ευρύτερη αποδοχή

Το λεξικό είναι σαφές: «Συναίνεση, σε συλλογικά σώματα, σημαίνει την ύπαρξη μιας ευρείας αποδοχής, πολύ ανώτερης από τη συνήθη πλειοψηφία». Ωστόσο, στην περίπτωση του κορυφαίου αιρετού συλλογικού σώματος της χώρας, της Βουλής των Ελλήνων, η έννοια της συναίνεσης επιδέχεται τις πιο διαφορετικές ερμηνείες ανάλογα με το θέμα αλλά και τη συγκυρία στην οποία επιδιώκεται να επιτευχθεί. Η εξυπηρέτηση των κομματικών σκοπιμοτήτων από πολιτική ή επικοινωνιακή σκοπιά διατηρεί την απόλυτη προτεραιότητα. Πολύ συχνά, το ζητούμενο δεν είναι η επίτευξη συναίνεσης, αλλά η αλληλοεπίρριψη των ευθυνών για την αδυναμία της επίτευξής της. Το τελευταίο διάστημα βιώνουμε καθημερινά την εμπειρία αποτυχημένων συναινετικών διαδικασιών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη συζήτηση και ψηφοφορία στη Βουλή για την επιστολική ψήφο. Η κυβέρνηση, ενθαρρυμένη από την επί της αρχής συμφωνία του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ για την καθιέρωση της επιστολικής ψήφου στις ευρωεκλογές και τα δημοψηφίσματα, επιχείρησε να την επεκτείνει συνταγματικά και για τις εθνικές εκλογές – κάτι που δεν είχε δηλωθεί εξ αρχής. Τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης ενοχλήθηκαν σε βαθμό που αναθεώρησαν και την επί της αρχής συμφωνία τους για την επιστολική ψήφο στις ευρωεκλογές. Η κυβέρνηση κατάφερε έτσι να ψηφίσει μόνη της το νομοσχέδιο επιχειρώντας να μονοπωλήσει επικοινωνιακά τα εκλογικά οφέλη, ενώ η διαδικασία για την επιστολική ψήφο στις εθνικές εκλογές θα διεξαχθεί αργότερα όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Μόνη χαμένη η συναίνεση.

Στο νομοσχέδιο περί «του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών» η συναίνεση αναζητήθηκε περισσότερο στο εσωτερικό των κομμάτων που αποφάσισαν να ψηφίσουν το νομοσχέδιο. Δεν είναι ευκαταφρόνητος ο αριθμός των βουλευτών των κομμάτων αυτών που προτίμησε να «συναινέσει» με τις παρωχημένες κοινωνικές προκαταλήψεις και διακρίσεις υπακούοντας στα αναχρονιστικά κελεύσματα της Εκκλησίας. Αν συνυπολογίσει κανείς και τους βουλευτές της Ακροδεξιάς και του ΚΚΕ που αντιτάχθηκαν από θέσεις «αρχών» στο νομοσχέδιο, συνειδητοποιεί το τεράστιο έλλειμμα της δημοκρατίας μας σε ζητήματα σεβασμού των δικαιωμάτων των μειοψηφιών. Η αναμενόμενη νομιμοποίηση του γάμου και του δικαιώματος των ομόφυλων ζευγαριών στην τεκνοθεσία δεν δικαιολογεί κανένα εφησυχασμό στο ζήτημα αυτό.

Ας μην ξεχνάμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν η μη συναίνεση στην αντιμετώπιση κρίσιμων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων οδήγησε στην κρίση και στην υποχρεωτικά «συναινετική» υπερψήφιση των μνημονίων στη συνέχεια

Η τελευταία συναίνεση στο θέμα της Παιδείας (νόμος Διαμαντοπούλου) χρονολογείται από το 2011. Παρ' ότι ο νόμος αυτός ψηφίστηκε από 255 βουλευτές, ξηλώθηκε επίσης «συναινετικά» από τις κυβερνήσεις που τη διαδέχτηκαν. Κάποιος Υπουργός Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ τον αποκάλεσε και «κατάρα» για την Παιδεία. Η επιχειρούμενη σήμερα, με το νομοσχέδιο που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση, αναγνώριση της λειτουργίας παραρτημάτων μη κρατικών μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων μέσω διακρατικών συμβάσεων έχει ξεσηκώσει την ακαδημαϊκή κοινότητα που αντιδρά παραδοσιακά σε κάθε δυνητική απειλή των κεκτημένων της. Η δυνατότητα συναίνεσης για την Ανώτατη Παιδεία –και όχι μόνον– παραμένει αιχμάλωτη του «προοδευτικού» πολιτικού της κόστους.

Η σημασία της «ευρύτερης αποδοχής» που αποδίδεται στον ορισμό της συναίνεσης φαίνεται να περνάει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στους σχεδιασμούς των κομματικών επιτελείων. Ωστόσο, η ανάγκη να στηριχτούν, μέσα από δημοκρατικό διάλογο και πολιτικούς συμβιβασμούς, οι μεταρρυθμίσεις που θα ξεβαλτώσουν νοοτροπίες και πρακτικές δεκαετιών είναι επείγουσα. Οι συναινετικές αποφάσεις ούτε την κυβερνητική πλειοψηφία απειλούν ούτε την πολιτική αυτονομία και την ιδεολογική φυσιογνωμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης αμφισβητούν. Η υλοποίηση των εμβληματικών μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει ευρύτερη κοινωνική συσπείρωση και αποδοχή. Ας μην ξεχνάμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν η μη συναίνεση στην αντιμετώπιση κρίσιμων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων οδήγησε στην κρίση και στην υποχρεωτικά «συναινετική» υπερψήφιση των μνημονίων στη συνέχεια.