Πολιτικη & Οικονομια

Να ξαναχτιστούν οι γέφυρες Αθήνας και Άγκυρας

Ο επικίνδυνος δρόμος της πόλωσης και η ευθύνη του μετώπου της λογικής

78370-174847.jpg
Ανδρέας Παπαδόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Κωνσταντινούπολη
© ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

Ελληνοτουρκικά: Οι σχέσεις των δύο χωρών, η συνάντηση Ταγίπ Ερντογάν - Κυριάκου Μητσοτάκη και η στρατηγική της Αθήνας.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που παραδοσιακά απασχολούν όσους ασχολούνται με τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής είναι αν αυτή μπορεί να ασκείται με όρους εσωτερικής κατανάλωσης. Το ερώτημα αυτό νομίζω πως μοιάζει αρκετά επίκαιρο αν παρακολουθήσει κανείς όσα λαμβάνουν χώρα από τον Απρίλιο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Λες και μετά την πολύ ενθαρρυντική συνάντηση Ερντογάν - Μητσοτάκη κάποιος πάτησε το κουμπί και άνοιξε το καπάκι της τρέλας.

Απειλητικές δηλώσεις, ανιστόρητες αναφορές, παραπομπές στο ένδοξο παρελθόν, εχθρικά υπονοούμενα, πομπώδεις στρατιωτικές ασκήσεις, μπαράζ εξοπλιστικών προγραμμάτων και, κυρίως, διακοπή κάθε επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυράς. «Μητσοτάκης γιοκ για εμένα» δήλωσε ο Τούρκος Πρόεδρος, ενώ έχω την αίσθηση πως μάλλον την ίδια σκέψη κάνει ο κ. Μητσοτάκης για τον κ. Ερντογάν, καθώς και ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν δείχνει καμία ιδιαίτερη ζέση να συνομιλήσει μαζί του.

Δεδομένου ότι οι δύο χώρες βρίσκονται σε προεκλογική περίοδο, φαίνεται σαν να βολεύονται με αυτό το συγκρουσιακό κλίμα. Σε μια λογική win win. Σαν να εξυπηρετεί το εκλογικό τους σχέδιο και το προεκλογικό τους αφήγημα. Και αυτό γιατί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί −φυσικά και με ευθύνη κάποιων ΜΜΕ− διευρύνει τα ακροατήριά τους, την ίδια ώρα που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας συσπειρώνονται γύρω από τους ηγέτες τους. Παράλληλα είναι και ένας εύκολος τρόπος να μπαίνουν σε δεύτερη ή και τρίτη μοίρα άλλα ζητήματα όπως αυτά της ακρίβειας και της έκρηξης των τιμών στην ενέργεια…

Αφήνοντας την άκρη τις επικίνδυνες επιλογές του Ταγίπ Ερντογάν, νομίζω πως έχει σημασία να προβληματιστούμε για το ποια είναι η στρατηγική της Αθήνας σε σχέση με την Τουρκία. Εδώ και καιρό η κυβέρνηση φαίνεται να έχει εγκαταλείψει οποιαδήποτε προοπτική επίλυσης των διαφορών και, πολύ περισσότερο, την μόνη ρεαλιστική επιλογή, την παραπομπή των διαφορών στη Χάγη. Όπως προαναφέραμε, αντιμετωπίζει τα ζητήματα με όρους μάλλον εσωτερικούς, εκπαιδεύοντας αντιστοίχως και το κοινό σε μια λογική ακραίας πόλωσης, ακόμα και πιθανού πολεμικού επεισοδίου. Σπαταλάει όλο της το διπλωματικό κεφάλαιο πηγαίνοντας στα διεθνή φόρα προκειμένου να καταγγείλει την Τουρκία. Τι κι αν η μόνιμη επωδός των περισσοτέρων παραγόντων είναι «βρείτε τα», η Ελλάδα μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο παρά για αυτή την ακατανόητη και εντέλει αναποτελεσματική επιλογή της λεγόμενης διεθνοποίησης του προβλήματος.

Από τη μοιραία περίοδο της διακυβέρνησης Καραμανλή, τότε που δεν αξιοποιήθηκαν όλες οι τεράστιες δυνατότητες που έδινε η Συμφωνία στο Ελσίνκι και οι τολμηρές κινήσεις που είχε κάνει η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, δεν έχει γίνει κανένα ουσιαστικό βήμα. Απλώς υπήρχαν περίοδοι που επικρατούσε μια σχετική ηρεμία. Τώρα έχει κυριαρχήσει το περίφημο δόγμα Μολυβιάτη, αυτό της ακινησίας. Και εσχάτως αυτό του μη διαλόγου.

Και το δυστύχημα είναι πως εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα απουσιάζουν οι φωνές της λογικής, οι παρεμβάσεις των ανθρώπων που μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους. Ελάχιστοι είναι πλέον οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες, οι διεθνολόγοι, οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι που δίνουν τη μάχη του ρεαλισμού. Παλαιότερα, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας. Γινόταν, που λέει ο λόγος, μια συναυλία, ένα δημοσιογραφικό συνέδριο, μια συνάντηση κάποιων πολιτικών, επιστημονικές διημερίδες κοκ. Τώρα τίποτα. Έχει κοπεί κάθε γέφυρα και η πλειονότητα όσων έχει δημόσιο λόγο σπεκουλάρει σε αντιτουρκισμό. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ, που προχώρησε με γενναιότητα στην επίλυση του Μακεδονικού, ασκεί κριτική στην κυβέρνηση από «εθνικιστική» σκοπιά. Δυστυχώς όλο αυτό είναι ότι πιο επικίνδυνο για τις δυο χώρες και ότι χειρότερο για τους δυο λαούς.

Υ.Γ.: Ο κορυφαίος ιστορικός Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος με ένα σημαντικό άρθρο του (Καθημερινή, 19 Ιουνίου) προσπάθησε να σκιαγραφήσει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική, θυμίζοντας ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη της Λωζάνης. Και βεβαίως δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει τη σφραγίδα της ελληνοτουρκικής συμφιλίωσης που θεμελίωσαν ο Κεμάλ με τον Βενιζέλο το 1930, μόλις οχτώ χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ