Πολιτικη & Οικονομια

Για τον νεοσυντηρητικό Robert D. Kaplan

Ο Kaplan βλέπει τα τοπία, τις πόλεις και τους ανθρώπους με αμερικανικά γυαλιά.

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 813
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Robert D. Kaplan
Robert D. Kaplan © Juan Naharro Gimenez/Getty Images

Robert D. Kaplan: Σχόλιο για τα βιβλία και τις θέσεις ενός από τους πιο γνωστούς Αμερικανούς συγγραφείς και την πτώχευση της αμερικανικής πολιτικής σκέψης.

Τα τελευταία χρόνια, καθώς γράφω ένα βιβλίο για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, συναντώ στη βιβλιογραφία τον Robert D. Kaplan, γνωστό στην Ελλάδα από τα βιβλία του «Η εκδίκηση της γεωγραφίας», «Τα φαντάσματα των Βαλκανίων», «Πόλεμος και πολιτική» και «Η επερχόμενη αναρχία». Εδώ σημειώνω μερικές σκέψεις γύρω από τη σκέψη αυτού του γνωστού Αμερικανικού συγγραφέα.

Στη μακρόχρονη καριέρα του ο Robert D. Kaplan επωφελήθηκε από το γεγονός ότι δεν ξέρουμε ποια είναι η ειδικότητά του: άλλοτε γράφει ταξιδιωτικές εντυπώσεις, άλλοτε ασχολείται με τη λαϊκή ιστοριογραφία, άλλοτε αναλύει την πολιτική του αναπτυσσόμενου κόσμου και στη συνέχεια διατυπώνει προτάσεις εξωτερικής πολιτικής στις αμερικανικές ηγεσίες. Ο Kaplan ταξιδεύει σε εξωτικούς τόπους όπου δήθεν έρχεται σε επαφή με τους, κατά τη γνώμη του, ιθαγενείς ημιαγρίους, τους οποίους αφουγκράζεται δείχνοντας «κατανόηση» – ιδιαίτερα όταν πρόκειται για χώρες στρατηγικούς συμμάχους των ΗΠΑ. Συνήθως, οι ιστορικοί που ασχολούνται με τη διεθνή πολιτική εμβαθύνουν σε μια γεωγραφική περιοχή ή και σε μια περίοδο ― όχι ο Kaplan: έχει καλύψει τα Βαλκάνια (μας θεωρεί όλους πάρα πολύ δυστυχισμένους, εκ γενετής), την Κεντρική Ασία, τη Νοτιοανατολική Ασία, τη Βόρεια Αφρική, τη Δυτική Αφρική, τη Νότια Αμερική. Ο Kaplan πάει παντού – κι όπως η μαθήτρια στο «Μάθημα» του Ιονέσκο, κατέχει το «ολικό διδακτορικό», το διδακτορικό σε όλα.

Αυτός είναι ο πρώτος λόγος που σχολιάζω το έργο του Robert Kaplan: το ότι σερφάρει πάνω στον χάρτη αραδιάζοντας σπουδαιοφανείς αναλύσεις χωρίς βάθος. Όταν ταξιδεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζει επάξια το αναγνωστικό του κοινό· όταν ταξιδεύει στην Τουρκία δεν καταλαβαίνει τίποτα εκτός ότι η Ελλάδα είναι «κακός γείτονας» και η Βουλγαρία «καλός» (ναι, η καημενούλα)· όταν ταξιδεύει στην Άπω Ανατολή περιγράφει ράτσες ανθρώπων «με μικρά κόκαλα» και αινιγματικό ύφος. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον σχολιάζω τον Kaplan είναι ότι έχει καταφέρει να κοροϊδέψει σχεδόν τους πάντες: η επιτυχία του συνδέεται με την έλλειψη σεμνότητας που προανέφερα, κάτι που χαρακτηρίζει τους νεοσυντηρητικούς περισσότερο από τους υπολοίπους. Δεν είναι πολλοί οι συγγραφείς που ψιθυρίζουν στο αυτί γερουσιαστών, στελεχών των υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας, διευθυντών της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ή μεγαλοδημοσιογράφων. Με την πολωτική κοσμοθεωρία του ο Kaplan έχει εμπνεύσει τους Αμερικανούς παρουσιάζοντας τις ΗΠΑ ως το σταθερά φωτεινό παράδειγμα –the city on the hill– και έχει ενθαρρύνει τόσο τις δημοκρατικές όσο και τις ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις από το 1990 να κάνουν διάφορες βλακείες. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την αμερικανική εξωτερική πολιτική, ο Kaplan έχει αποκτήσει τη μοιραία σιγουριά ότι τα λόγια του ακούγονται σε υψηλό κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Τα «λόγια» είναι ένα συνονθύλευμα αμερικανικής αλαζονείας και φτηνής απαισιοδοξίας για όσους δεν είναι Αμερικανοί. Το Καπλανιστάν είναι μια χώρα στην οποία ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αποτελεί σταθεροποιητική και βεβαίως εκπολιτιστική δύναμη, αλλά, επειδή βρισκόμαστε ακόμα κοντά στην εμπειρία της αποικιοκρατίας, έχουμε πολλά νεύρα και δεν μπορούμε να δούμε τα οφέλη του. Ο Robert Kaplan αδιαφορεί για το αν οι κοινωνίες διοικούνται δημοκρατικά ή τυραννικά: ονομάζει την πλήρη απουσία ηθικής «ρεαλισμό» ή «νεο-ρεαλισμό» για όσους ξέρουν αρκετά για την πολιτική ώστε να μην μπερδεύουν τον όρο με τον ιταλικό κινηματογράφο της δεκαετίας 1940-1950. Έτσι, στα «Φαντάσματα των Βαλκανίων», όπου έκανε κάμποσα λάθη σε γεγονότα και σε κρίσεις, δεν κρύβει την ακατανίκητη φιλοπόλεμη τάση του – κάτι που βεβαίως χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανθρώπους χωρίς χιούμορ.

Σε μια παρουσίαση του βιβλίου του «The Return of Marco Polo's World» στο Center for Strategic & International Studies, στην οποία συζητούσε με τον Matthew Goodman (they deserve each other!) με εντυπωσίασαν ο αντι-ευρωπαϊσμός του, η περιφρόνηση για την ευρωπαϊκή ενοποίηση και η δόλια επιμονή του –παρερμηνεύοντας τον Fernand Braudel– για τα βορειοαφρικανικά σύνορα της Ευρώπης. Ο Κaplan μάς επαναλαμβάνει συχνά ότι οι ΗΠΑ είναι, από την ίδια τους τη γεωγραφία, προστατευμένες από τις ορδές των βαρβάρων ενώ η Ευρώπη δεν είναι. Ούτε λέξη για το πώς η αμερικανική εξωτερική πολιτική δημιουργεί ορδές προς την Ευρώπη· για το πώς εμείς οι Ευρωπαίοι μαζεύουμε τα σπασμένα.

Καθώς λοιπόν διαβάζω τη διαθέσιμη βιβλιογραφία σχετικά με την αμερικανική πολιτική και τους ιδεολόγους της, πέφτω πάνω στον Kaplan: τη μια φορά τον βρίσκω στο Ουζμπεκιστάν, μιαν άλλη να περιπλανιέται στη Σιέρα Λεόνε· προχωρώντας προς στο Ιράν και μέχρι την Καμπότζη, πιτσιλίζει τον αναγνώστη με αναμνήσεις διαφόρων επιστημονικών ερευνών: από πού προέρχεται η λέξη Τούρκος, μια ιστορία τσέπης της ιρανικής πόλης Κομ, ο παραπλανητικός όρος «Ινδοκίνα» – έχω διαρκώς την εντύπωση ότι σε όλα αυτά τα μέρη διαμένει σε πεντάστερα ξενοδοχεία και συναντά τις τοπικές ελίτ με τις οποίες ανταλλάσσει αβρότητες. Και παρ’ όλ’ αυτά, ό,τι αποκλίνει από τα αμερικανικά πρότυπα δεν του αρέσει: είναι το αντίθετο, το εξίσου ενοχλητικό, από αυτό που κάνουν οι αριστεροί με τη χρυσή καρδιά· ξετρελαίνονται με τις γραφικότητες του Τρίτου Κόσμου και βουρκώνουν μπροστά στην αθλιότητα. Ο Kaplan βλέπει τα τοπία, τις πόλεις και τους ανθρώπους με αμερικανικά γυαλιά: όταν επισκέπτεται τη Σαμαρκάνδη την περιγράφει ως «επίδοξη Μπανγκόκ», γεμάτη στρατιώτες και πόρνες (ε, όχι), ενώ ήδη ο τίτλος του βιβλίου του για το ταξίδι του στο Ουζμπεκιστάν «The Ends of the Earth» δείχνει πως, για τον Κaplan, ό,τι ξεπερνάει τις ακτές της Φλόριντα είναι η «άκρη του κόσμου».

Ο Kaplan δεν είναι Ivy Leaguer. Έχει αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο του Κονέτικατ, όπου εισήχθη με αθλητική υποτροφία (κολύμβηση) και σπούδασε αγγλική φιλολογία: όσα έχει μάθει τα έχει μάθει ως ανταποκριτής και ως ταξιδιώτης. Θέλω να πω: καλή είναι η πείρα της ζωής, αλλά για να ασχολείσαι με τα διεθνή ζητήματα χρειάζονται στέρεες τυπικές γνώσεις· ιστορία, πολιτική επιστήμη, οικονομική επιστήμη, ανθρωπολογία και τα λοιπά. Αν έχεις ιστορική μόρφωση, δεν συγκρίνεις τον Πρώτο Καρχηδονιακό Πόλεμο με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: είναι τραβηγμένο με έναν απλοϊκό τρόπο. Ούτε παρομοιάζεις την αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία το 415 π.Χ. με το γεγονός ότι πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε μισό εκατομμύριο Αμερικανούς στρατιώτες στο Βιετνάμ. Ο Kaplan είναι εθισμένος στις ομοιότητες και τυφλός στις διαφορές.

Καμιά φορά, αναφέρει συζητήσεις του με ταξιτζήδες για να υπογραμμίσει τη λαϊκή σύνεση που έχουν οι ταξιτζήδες αλλά όχι οι διανοούμενοι. Μια τέτοια στάση έναντι των «ελίτ», whatever that means, υιοθετούν συχνά οι φασίστες, οι αριστεροί λαϊκιστές και γενικά οι συμπλεγματικοί. Όσο για τις θέσεις του γύρω από την αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι γενικά ανήθικες και χωρίς καμιά διάσταση κριτικής. Για να επιτύχει την αποφυγή της κριτικής υπονοεί ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται κι ότι η εμπιστοσύνη μας στον ορθολογισμό έχει διαψευστεί. Κάπου κάπου, θυμάται το πτυχίο της φιλολογίας και επιδίδεται σε λογοτεχνικές αναφορές: του φαίνεται πως ο Tάρας Μπούλμπα του Γκόγκολ –ένας λαϊκός ήρωας στην Ουκρανία του 16ου αιώνα– μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση της σημερινής Ευρασίας. Εγώ πάντως νομίζω ότι ο Kaplan δεν διάβασε τη νουβέλα του Γκόγκολ αλλά ότι είδε την ταινία με τον Γιουλ Μπρύνερ στον επώνυμο ρόλο και με μουσική επένδυση του Φραντς Γουάξμαν.

Για να είμαι δίκαιη, το πρώτο του βιβλίο «Surrender or Starve: Travels in Ethiopia, Sudan, Somalia, and Eritrea» το 1988, μια αφήγηση του λιμού που κατέστρεψε την Αιθιοπία στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ήταν συναρπαστικό: ο Kaplan ανέλυε το πώς και το γιατί σ’ αυτές τις ταλαιπωρημένες χώρες δεν έφταιγε η κακιά Δύση – συμφωνώ κι εγώ. Εκεί που έπεφτε έξω ήταν η πρόβλεψη για παγκόσμιες συνέπειες: όπου ταξιδεύει ο Kaplan βλέπει «παγκόσμιες συνέπειες» – πάντως, το παραδέχομαι, σ’ εκείνο το βιβλίο έβλεπε γύρω του, όχι μόνο μπροστά και πίσω του. Στο επόμενο, το «Soldiers of God», κατέγραφε ό,τι είδε στη διάρκεια του σοβιετικο-αφγανικού πολέμου αλλά δεν φαινόταν να ομολογεί ότι με το να ενισχύσουν οι ΗΠΑ τους τρελούς του Αλλάχ επιδείνωσαν τόσο τη δική τους θέση στον κόσμο όσο και τις διεθνείς σχέσεις. Επειδή είναι σταθερά μεροληπτικός υπέρ των ΗΠΑ, βλέπει στον σοβιετικο-αφγανικό πόλεμο το όφελος της επίσπευσης της σοβιετικής κατάρρευσης. Αν δεν είναι tunnel vision αυτός ο τρόπος θέασης, ποιος είναι; Στο Αφγανιστάν, πολλοί πράκτορες της CIA στο πεδίο και άλλοι τόσοι Αφγανοί προειδοποιούσαν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι χρηματοδοτούσε δολοφόνους – αλλά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ο Kaplan (σ’ αυτό το βιβλίο τουλάχιστον), όπως άλλωστε πολλοί ξένοι ανταποκριτές, συμπαθούσαν και θαύμαζαν τους απανταχού αντάρτες. Αρκούσε να πολεμάνε μαρξιστές και φιλοσοβιετικούς.

Τα «Φαντάσματα των Βαλκανίων», που κυκλοφόρησαν το 1993, ενθάρρυναν την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, αλλά γι’ αυτό δεν ευθύνεται ο Kaplan. Ούτε μπορούμε να ξέρουμε αν τα πράγματα θα εξελίσσονταν πιο ομαλά χωρίς τον νατοϊκό παράγοντα. Παρά τις κάποιες οξυδερκείς παρατηρήσεις για τα θλιβερά πάθη των Βαλκανίων, η εικόνα που έχει ο Kaplan για την Ελλάδα, αν και όχι εντελώς αδικαιολόγητη, με κάνει να αγανακτώ: είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια εικόνα που έχω δικαίωμα να ζωγραφίζω εγώ ως Ελληνίδα, αλλά όχι ένας Αμερικανός ο οποίος θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός και, όπως είπα νωρίτερα, πιο διακριτικός έναντι άγνωστών του λαών.

Στα ταξιδιωτικά του βιβλία και άρθρα όπως το «An Empire Wilderness: Traveling Into America's Future», ο Robert D. Kaplan παρατηρεί τους συμπατριώτες του χωρίς να αμελεί ποτέ να σημειώσει το χρώμα του δέρματος και των μαλλιών τους. Ποιος ενδιαφέρεται σήμερα για κάτι τέτοιο; Μόνο τα αντιρατσιστικά κινήματα ασχολούνται με το αν τα μαλλιά των ανθρώπων είναι σγουρά και μαύρα ή ίσια και ξανθωπά. Τα αντιρατσιστικά κινήματα ταυτίζονται με τους πιο οπισθοδρομικούς ρατσιστές σαν τον Kaplan.

Στο «Imperial Grunts» μάς λέει ότι κοιμόμαστε ήσυχοι επειδή ο αμερικανικός στρατός αγρυπνά, επειδή τα Πράσινα Μπερέ και οι πεζοναύτες είναι ωραίοι κι επικίνδυνοι. Ο Κaplan δεν είναι ποτέ απολύτως ξεκάθαρος αν η κουλτούρα του στρατού των ΗΠΑ –ισότιμη, χωρίς συναισθηματισμούς, αποφασιστική και, μερικές φορές, παρ' όλα αυτά, εντελώς παλαβή– προσελκύει τέτοιους «σωστούς» άντρες ή αν τους κατασκευάζει: η ουσία είναι ότι πιστεύει στην εγγενή καλοσύνη του αμερικανικού εθνικισμού. Έτσι, επικρίνει τα ΜΜΕ διότι οι δημοσιογράφοι παραείναι «κοσμοπολίτες», ενώ τα αμερικανικά στρατεύματα που συνάντησε σε διάφορα σημεία όπου οι ΗΠΑ πιλατεύουν τον κόσμο «βλέπουν τον εαυτό τους ως πολίτες μιας χώρας και μιας κοινωνίας: εκείνης των Ηνωμένων Πολιτειών». Εδώ ο Κaplan απηχεί τη σταλινική εχθρότητα για τον κοσμοπολιτισμό. «Η ανεπιτήδευτη προθυμία να πεθάνουν είναι προϊόν της εργατικής καταγωγής τους», γράφει. «Η εργατική τάξη ήταν πάντοτε συνηθισμένη σε σκληρή, άδικη ζωή και σε γυρίσματα της τύχης. Είχαν λιγότερο διαρθρωμένο το ναρκισσιστικό αίσθημα από ό,τι οι ελίτ, και μπορούσαν να εντάσσουν ευκολότερα τον εγωισμό τους σε μια υπερήφανη ταυτότητα μονάδας».

Ο Kaplan μάς λέει ότι η φιλελεύθερη ελίτ δεν μπορεί να κατανοήσει τον μανιχαϊστικό κόσμο του – τον οποίο φυσικά μοιράζονται πολλοί Αμερικανοί. Η αμερικανική προπαγάνδα μπορεί να πείσει το κοινό για ένα πράγμα και για το αντίθετό του. Αλλά αυτό που με ενοχλεί στον Kaplan δεν είναι τόσο οι ιδέες του που προκύπτουν από την προπαγάνδα και την τροφοδοτούν: είναι ότι ενσαρκώνει αυτή τη σύγχρονη ελευθερία του «είσαι ό,τι δηλώσεις», στην οποία εμείς οι Έλληνες είμαστε βεβαίως πρωτοπόροι. Επιπλέον, ο Kaplan καταδεικνύει την πτώχευση της αμερικανικής πολιτικής σκέψης, η οποία διαχέεται στους περισσότερους θεσμούς: δεδομένης της κατάστασης του αμερικανικού έθνους, ίσως είναι ο συγγραφέας που αξίζει στους Αμερικανούς σήμερα.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ