Πολιτικη & Οικονομια

Τι ήταν τελικά η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ: Μέρος 2ο

Τέσσερις επιστήμονες απαντούν στις ερωτήσεις του Αντώνη Παγκράτη: ήταν όντως παράδοξο το δίδυμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; Μπορεί να επαναληφθεί μια τέτοια συμμαχία;

antonis-pagkratis.jpg
Αντώνης Παγκράτης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Πάνος Καμμένος - Αλέξης Τσίπρας στα έδρανα της Βουλής, 2016
© EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης, Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτισμικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, απαντά στο ερώτημα τι ήταν η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με αφορμή το συλλογικό έργο «Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σιδέρη (επιμέλεια Μ. Μαραγκουδάκη και Θ. Χατζηπαντελή) ζητήσαμε από τρεις συγγραφείς του βιβλίου και έναν προσκεκλημένο να απαντήσουν στην εξής ερώτηση: Στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- AΝΕΛ εκτός από τον προφανή καιροσκοπικό στόχο που το σχήμα αυτό επεδίωκε και τελικώς πέτυχε -την κατάληψη της εξουσίας- μπορούμε να διακρίνουμε κάποια θεμέλια αυτής της συνεργασίας που, φαίνεται τόσο παράδοξη; Υπάρχει κάποια συνισταμένη που θα επέτρεπε την ικανοποίηση του οράματος των δύο κομμάτων για την πολιτική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας; Υπάρχει κάποια σύμπτωση νοοτροπιών, πεποιθήσεων ηγεσιών και ψηφοφόρων; Ήταν ένα πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να επαναληφθεί, ή υπάρχουν ιδεολογικά ερείσματα που θα ευνοούν μελλοντικά τέτοιου είδους συνεργασίες;

Σήμερα απαντά ο Μανούσος Μαραγκουδάκης, Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτισμικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης κάνει λόγο για μια «ιερή σταυροφορία» η οποία κάλυψε τις γνωστές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οι οποίοι ενώθηκαν σ’ ένα κοινό μέτωπο εναντίον  του εκσυγχρονισμού: από τη μια, ο ΣΥΡΙΖΑ με μια ιδιότυπη παραδοσιολατρεία βασισμένη στα στερεοτυπικά πολιτικά δεδομένα άλλων εποχών και από την άλλη η τυπική παραδοσιοστρέφεια των ΑΝΕΛ. Να τι λέει ο Μανούσος Μαραγκουδάκης:

Για τη διερεύνηση του θέματος που θέτει το ερώτημα θα πρέπει να εξετάσουμε την κατάσταση τεσσάρων διαφορετικών ωσμώσεων: (α) μεταξύ των δύο αρχηγών, (β) μεταξύ των κεντρικών μελών-πολιτευτών των δύο κομμάτων, (γ) μεταξύ των ψηφοφόρων τους, και (δ) μεταξύ των ιδεολογιών τους. Η πολλαπλή αυτή συγκριτική παρατήρηση θα μας οδηγούσε στο εξής βασικό συμπέρασμα: παρά τις προφανείς προγραμματικές και βιωματικές διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων, υπήρξαν αρκετά και ποιοτικά σημαντικά στοιχεία που επέτρεψαν την πολλαπλή όσμωση ―στοιχεία που στον πυρήνα τους βρίσκεται η επιθυμία άσκησης εξουσίας χωρίς θεσμικούς κανόνες και ελέγχους.

Ξεκινώντας από τις προγραμματικές-ιδεολογικές τοποθετήσεις τους, αμφότερα τα κόμματα εμφατικά ορίζουν την πολιτική σφαίρα ως μια αρένα όπου αναμετράται το Καλό με το Κακό, οι αγνοί αγωνιστές με τους εχθρούς του Λαού∙ μια αρένα, που ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δεν επιδέχεται ουδέτερους διαιτητές και κανόνες εμπλοκής. Και ενώ κάθε κόμμα από την πλευρά του όριζε το Καλό με αρκετά διαφορετικό τρόπο (ο ΣΥΡΙΖΑ μαρξιστικά-διεθνιστικά, οι ΑΝΕΛ εθνικιστικά), συνέπιπταν στον ορισμό του Κακού το οποίο αμφότερα τα κόμματα ταύτισαν με την Τρόικα και τα Μνημόνια.  

Είχαν αποδεσμευθεί από τους παλαιότερους δεσμούς τους με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, ενώ την ίδια στιγμή ταύτιζαν στον νου τους τους «κλέφτες της χώρας» με τη δική τους εισοδηματική και εργασιακή αποδυνάμωση. Αποποιούμενοι των δικών τους ευθυνών για τα πεπραγμένα, ταύτιζαν ένα θέμα ηθικής τάξης και εντιμότητας με το δικό τους προσωπικό συμφέρον∙ το ένα σήμαινε το άλλο. Αυτές τις απαιτήσεις αλλά και το αφήγημα που τις πλαισίωνε γινόταν αποδεκτά πλήρως τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και από τους ΑΝΕΛ.

Ο συγχρωτισμός μεταξύ των δύο πολιτευτών φάνηκε στην αρχή να είναι η αχίλλειος πτέρνα στις σχέσεις των δύο κομμάτων, καθώς, θεωρητικά, οι προσλαμβάνουσες των δύο πλευρών ήταν έντονα διαφορετικές (ακτιβιστές οι μεν, πελατειοκράτες οι δε)∙ όμως τελικά αποδείχθηκε ότι οι ανθρωπολογικού τύπου διαφορές δεν ήταν τόσο σημαντικές ώστε να οδηγηθούν τα πράγματα σε ρήξη (αν και εντός του ΣΥΡΙΖΑ εκδηλώθηκαν, αρκετά συχνά, έντονες διαφωνίες για την αφύσικη σχέση με τους ΑΝΕΛ). Μάλιστα, υπήρξαν πολιτευτές των ΑΝΕΛ που συνέδεσαν σε δεύτερο χρόνο την πολιτική τους καριέρα με τον ΣΥΡΙΖΑ – φυσικά με το αζημίωτο, καθιστώντας τους ΑΝΕΛ ένα εξαιρετικά επιτυχημένο κόμμα με όλα τα υψηλόβαθμα μέλη του κάποια στιγμή να κατέχουν θέσεις εξουσίας.

Όμως η σύμπλευση και ώσμωση των δύο χώρων απέκτησε δυναμική μόνον αφότου εμπεδώθηκε η φιλικότατη διαπροσωπική σχέση Τσίπρα-Καμμένου μέσα από τις επιτελέσεις αμέριστης αλληλεγγύης και σύμπνοιας μεταξύ τους με διάφορους πολιτειακούς παράγοντες να διευκολύνουν αυτή την διαπροσωπική εμπιστοσύνη. Σε πιο προσωπικό επίπεδο, η λαϊκότητα των δύο ανδρών, η απαξίωση της μόρφωσης και της αστικής ευγένειας, και η δίψα για εξουσία, για απόλυτη και άκρατη εξουσία, απετέλεσαν την συγκολλητική ουσία και το κίνητρο για μία εντέλει απόλυτη συμμαχία.     

Όσο για τα «ιδεολογικά» προβλήματα που αφορούσαν την Εκκλησία και τα ομόφυλα ζευγάρια (δύο ζητήματα στα οποία είχαν σαφείς διαφορές) προσπεράστηκαν και εξαιρέθηκαν από μία κατά τα άλλα άψογη συγκυβέρνηση όπου ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επενέβαινε στα υπουργεία που κατείχαν μέλη των ΑΝΕΛ και οι ΑΝΕΛ δεν επενέβαιναν σε θέματα ευρύτερης χάραξης πολιτικής από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο θέμα που δεν μπορούσε να αγνοηθεί ήταν αυτό του ονόματος της ΠΓΔΜ. Όμως ακόμη και αυτό το θέμα δεν επέφερε ρήξη, αλλά κρυφή συνεννόηση.

Πάνω σε αυτά τα περιγραφικά πεδία ανάλυσης, μπορούμε να εντοπίσουμε δύο βασικά στοιχεία που ενώνουν τους δύο κομματικούς χώρους: Πρώτον, η λατρεία της αυταρχικής εξουσίας – η εξουσία χωρίς πολιτειακούς ή κοινοβουλευτικούς ελέγχους, όπου ο λαοπρόβλητος ηγέτης αναλαμβάνει να υλοποιήσει πολιτικά προγράμματα που εκπληρώνουν «λαϊκούς» και «εθνικούς πόθους», χωρίς όμως λογοδοσία. Δεύτερον, στενά συνδεδεμένο με το πρώτο, η λατρεία της αχρονικότητας, ή για να θέσουμε διαφορετικά, ο φόβος του εκσυγχρονισμού∙ τα θεμελιώδη αγαθά των πολιτικών οραμάτων των δύο χώρων αποτελούν σύμβολα παγωμένα στον χρόνο, παρά κίνητρα για δράση. Τα δύο αυτά στοιχεία, συνδυασμένα, εγγυώνται ότι πολύ σπάνια, έως ποτέ, δεν επιτυγχάνεται η ποθητή εκπλήρωση των στόχων που θέτει το πολιτικό τους πρόγραμμα. Για αυτόν τον λόγο δύο τύποι μηχανισμών αποκτούν μεγάλη σπουδαιότητα κατά τη διακυβέρνηση τέτοιων κομμάτων: Πρώτον, οι συμβολικές παραστάσεις και επιτελέσεις «επιτυχημένης» διακυβέρνησης, είτε πρόκειται για τελετές εθνικής υπερηφάνειας, όπως η κατάθεση στεφάνου στη Σαλαμίνα και στα Ίμια από τον Καμμένο, είτε εορτές για το «νέο πολιτικό σύστημα» και φιέστες με μουσαμάδες στο Μετρό της Θεσσαλονίκης από τον Τσίπρα∙ δεύτερον, ο εκφοβισμός των πολιτικών αντιπάλων με μεθοδεύσεις τύπου Novartis και τρολ, καθώς μόνον ελλείψει επικίνδυνης αντιπολίτευσης μπορούν τέτοιου είδους κόμματα και νοοτροπίες να εμπεδώσουν την κυριαρχία τους. Ο λόγος που κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη, έχει να κάνει περισσότερο με την δική τους ανικανότητα να ενεργοποιήσουν αυτούς τους μηχανισμούς με ορθολογικό και μεθοδικό τρόπο, παρά με τις αντιστάσεις που επέδειξε η ελληνική δημοκρατία.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ