- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Θέλω 10 Νομικές Σχολές στην Ελλάδα και όχι για να έχουμε περισσότερους δικηγόρους
Γιατί η νομική παιδεία μας αφορά όλους
Από τη Νομική Σχολή στη ζωή: Γιατί η πρόσβαση στις νομικές σπουδές δεν πρέπει να περιορίζεται από τον αριθμό των δικηγόρων
Πραγματικά πιστεύω ότι έχουμε λίγες Νομικές Σχολές στην Ελλάδα. Σήμερα λειτουργούν μόλις τρία δημόσια πανεπιστημιακά τμήματα Νομικής: στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στην Κομοτηνή. Θεωρώ ότι είναι λάθος που όλα αυτά τα χρόνια δεν έχουν δημιουργηθεί περισσότερες Νομικές Σχολές. Και το λέω αυτό ανεξάρτητα από τη συζήτηση υπέρ ή κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο αυτού του άρθρου.
Η συζήτηση για τον αριθμό των Νομικών Σχολών έχει πολλές φορές συνδεθεί με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα έχει ήδη πολλούς και άνεργους δικηγόρους και ότι περισσότεροι απόφοιτοι θα δυσκολεύονταν να βρουν επαγγελματική διέξοδο. Ακόμη όμως και αν δεχθούμε αυτή την ανησυχία, δεν καταλαβαίνω γιατί η λύση θα πρέπει να είναι ο περιορισμός της πρόσβασης στις νομικές σπουδές. Μα είναι δυνατόν να κλείνουμε την πόρτα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης για να ρυθμίσουμε την αγορά εργασίας;
Αν η εκάστοτε κυβέρνηση θεωρούσε ότι η αύξηση των αποφοίτων θα δημιουργούσε πρόβλημα στη δικηγορική αγορά, θα μπορούσε να αναζητήσει άλλους τρόπους ρύθμισης της πρόσβασης στη μάχιμη δικηγορία. Δεν θεωρώ σωστό να περιορίζεται η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να εντρυφήσει σε έναν επιστημονικό κλάδο, επειδή ενδέχεται αργότερα να μην μπορέσει να εργαστεί στο επάγγελμα που παραδοσιακά συνδέεται με αυτό. Γιατί, πολύ απλά, Νομική δεν σημαίνει μόνο δικηγορία.
Ένας απόφοιτος Νομικής μπορεί να εργαστεί στη δημόσια διοίκηση, στις επιχειρήσεις, στις τράπεζες, στους διεθνείς οργανισμούς, στη δημοσιογραφία, στη διοίκηση οργανισμών και σε πολλούς ακόμη τομείς. Το πτυχίο δεν είναι μια επαγγελματική άδεια. Αυτήν τη δίνει ο εκάστοτε σύλλογος δικηγόρων. Δηλαδή, η αξία ενός πτυχίου δεν εξαντλείται στις εξειδικευμένες γνώσεις που πιστοποιεί, παρά έγκειται κυρίως στην καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου τρόπου σκέψης, μιας μεθόδου ανάλυσης, κρίσης και προσέγγισης ενός πεδίου και, εν τέλει, της ίδιας της πραγματικότητας.
Το διαπίστωσα, άλλωστε, στα χρόνια των σπουδών μου στην Αγγλία. Πολλοί συμφοιτητές μου που είχαν σπουδάσει Νομική δεν άσκησαν ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου. Απορροφήθηκαν σε εντελώς διαφορετικούς τομείς της οικονομίας, αξιοποιώντας όμως τη νομική τους παιδεία. Και αυτό δεν θεωρείται αποτυχία. Το αντίθετο: οι σπουδές τους αποτέλεσαν ένα ισχυρό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπόρεσαν να οικοδομήσουν διαφορετικές και επιτυχημένες επαγγελματικές διαδρομές.
Οι απόφοιτοι της Νομικής εκπαιδεύονται να αντιλαμβάνονται το δίκαιο, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όχι ως αφηρημένες έννοιες αλλά ως τους κανόνες που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να λειτουργεί. Μαθαίνουν να εξετάζουν ένα ζήτημα από διαφορετικές πλευρές, να επιχειρηματολογούν, να τεκμηριώνουν τις θέσεις τους, να διακρίνουν το νόμιμο από το αυθαίρετο. Κυρίως, μαθαίνουν ότι το δικό μας δικαίωμα συναντά πάντοτε το δικαίωμα κάποιου άλλου.
Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν περιορίζεται στη δικαστική αίθουσα. Μεταφέρεται στην οικογένεια, στις παρέες, στον επαγγελματικό χώρο, στον δημόσιο διάλογο. Ένας άνθρωπος με νομική παιδεία μπορεί να επηρεάζει και τους ανθρώπους γύρω του, να υπενθυμίζει ότι υπάρχουν όρια, δικαιώματα, υποχρεώσεις, θεσμοί και κανόνες. Υπό αυτή την έννοια, μια Νομική Σχολή δεν εκπαιδεύει απλώς μελλοντικούς δικηγόρους. Συμβάλλει στη διαμόρφωση περισσότερο συνειδητοποιημένων πολιτών.
Γιατί, φίλτατη πολιτική ηγεσία, η νομική παιδεία είναι κοινωνικό κεφάλαιο.
Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο «Συνδεδεμένοι: Η εκπληκτική δύναμη των κοινωνικών δικτύων και πώς αυτά διαμορφώνουν τη ζωή μας», Εκδόσεις Κάτοπτρο, οι Nicholas A. Christakis και James H. Fowler υποστηρίζουν ότι οι ιδέες, οι συμπεριφορές, ακόμη και τα συναισθήματά μας δεν περιορίζονται στον στενό κύκλο των ανθρώπων που γνωρίζουμε, αλλά διαχέονται στα κοινωνικά δίκτυα και μπορούν να επηρεάσουν ανθρώπους που βρίσκονται αρκετούς «βαθμούς¹» μακριά μας. Αν δεχθούμε αυτή την οπτική, τότε η αξία της νομικής παιδείας αποκτά μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Ο άνθρωπος που μαθαίνει ότι οφείλει να σέβεται την αυτονομία του άλλου, ότι το «όχι» είναι δικαίωμα, ότι ένας χωρισμός δεν είναι προσβολή που απαιτεί εκδίκηση και ότι καμία ζήλια δεν νομιμοποιεί τον έλεγχο ή τη βία, δεν κρατά αναγκαστικά αυτές τις αντιλήψεις για τον εαυτό του. Τις μεταφέρει στις συζητήσεις του, στην οικογένειά του, στους φίλους του, στα παιδιά του και στον επαγγελματικό του χώρο. Και εκεί βρίσκεται, ίσως, μια πολύτιμη απάντηση στο ερώτημα γιατί η νομική παιδεία αφορά ολόκληρη την κοινωνία και όχι μόνο τους δικηγόρους: αν οι συμπεριφορές και οι αντιλήψεις πράγματι μεταδίδονται μέσα στα κοινωνικά μας δίκτυα, τότε μπορεί να μεταδοθεί και ο σεβασμός στα δικαιώματα, στα όρια και στην ελευθερία του άλλου. Και σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να θρηνεί γυναίκες δολοφονημένες από ανθρώπους που κάποτε ισχυρίστηκαν ότι τις αγάπησαν, αυτή η μετάδοση μόνο ασήμαντη δεν είναι.
Η γυναικοκτονία δεν γεννιέται ξαφνικά τη στιγμή του εγκλήματος. Συχνά προηγείται μια ολόκληρη διαδρομή ελέγχου, κτητικότητας, απειλών, περιορισμού της ελευθερίας, υποτίμησης και βίας. Πίσω από τη φράση «αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν» κρύβεται ακριβώς η άρνηση του δικαιώματος της γυναίκας να αποφασίζει για τη δική της ζωή. Και εδώ η έννοια του δικαιώματος παύει να είναι θεωρητική. Γίνεται ζήτημα ανθρώπινης ζωής.
Η νομική παιδεία φυσικά δεν μπορεί από μόνη της να αποτρέψει τα εγκλήματα και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πανάκεια. Οι αιτίες της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας είναι πολύ βαθύτερες. Όμως η καλλιέργεια της νομικής συνείδησης μπορεί να συμβάλει σε μια κοινωνική αλλαγή που θεωρώ απολύτως αναγκαία: να μάθουμε από πολύ νωρίς ότι ο έρωτας δεν δημιουργεί δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στον άλλον. Η ουσιαστική νομική παιδεία διδάσκει ακριβώς αυτή τη διάκριση: άλλο το συναίσθημά μου και άλλο το δικαίωμά μου.
Και αυτή είναι μια αντίληψη που έχουμε ανάγκη να εδραιωθεί πολύ περισσότερο στην ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο στις δικαστικές αίθουσες, αλλά στα σπίτια μας, στα σχολεία, στις παρέες, στους χώρους εργασίας. Να μεγαλώνουν τα παιδιά, γνωρίζοντας ότι το «όχι» είναι δικαίωμα, ότι ο χωρισμός είναι δικαίωμα, ότι η αυτοδιάθεση είναι δικαίωμα και ότι κανένας άνθρωπος δεν έχει εξουσία στη ζωή ενός άλλου.
Γι’ αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι πρέπει να διαχωρίσουμε δύο πράγματα: τη δυνατότητα να σπουδάσει κάποιος Νομική από τη δυνατότητα να ασκήσει τη μάχιμη δικηγορία. Το πρώτο αφορά την παιδεία και την πρόσβαση στη γνώση. Το δεύτερο αφορά ένα συγκεκριμένο επάγγελμα και μπορεί, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, να ρυθμίζεται με συγκεκριμένες και αυστηρές επαγγελματικές προϋποθέσεις.
Μακάρι, λοιπόν, να είχαμε όχι τρεις αλλά δέκα δημόσιες Νομικές Σχολές στην Ελλάδα. Όχι επειδή χρειαζόμαστε απαραιτήτως πολλαπλάσιους δικηγόρους, αλλά επειδή είναι αναγκαία η ουσιαστικότερη καλλιέργεια της νομικής παιδείας στην κοινωνία. Χρειαζόμαστε περισσότερους ανθρώπους που θα αντιλαμβάνονται ότι το δικαίωμα του άλλου δεν εξαρτάται από το αν συμφωνούμε με την επιλογή του ή όχι. Περισσότερους ανθρώπους που θα μεταφέρουν αυτή τη συνείδηση στις οικογένειες, στα παιδιά, στους φίλους και στους συναδέλφους τους. Μια κοινωνία που κατανοεί βαθύτερα τα δικαιώματα, την αυτονομία, τα όρια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι μια κοινωνία καλύτερα οχυρωμένη απέναντι στην κτητικότητα, την αυτοδικία και τη βία. Εξάλλου, πολίτες με ουσιαστική αντίληψη του δικαίου δεν είναι απλώς καλύτερα ενημερωμένοι πολίτες, είναι πολίτες περισσότερο ικανοί να αναγνωρίζουν πότε η εξουσία υπερβαίνει τα όριά της, πότε ένα δικαίωμα παραβιάζεται και πότε η πολιτική ρητορική επιχειρεί να υποκαταστήσει την πραγματικότητα. Ας το σκεφτούμε λίγο περισσότερο, άλλωστε, έρχονται και εκλογές…
¹Έξι βαθμοί διαχωρισμού: θεωρία σύμφωνα με την οποία οποιοιδήποτε δύο άνθρωποι στον κόσμο μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους μέσω μιας αλυσίδας γνωριμιών που περιλαμβάνει, κατά μέσο όρο, έως έξι ενδιάμεσους κοινωνικούς δεσμούς.